[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ένα Ποτήρι Γάλα Δεν είναι εύκολο μόνο για όσους δεν έχουν τίποτα, αλλά ούτε και γι’ αυτούς που βρίσκονται δίπλα τους. Αυτό το είχε καταλάβει καλά η Βέρα Παπαδήμου: οχτώ χρόνια ήδη στην Κοινωνική...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ένα Ποτήρι Γάλα Δεν είναι εύκολο μόνο για όσους δεν έχουν τίποτα, αλλά ούτε και γι’ αυτούς που βρίσκονται δίπλα τους.

Αυτό το είχε καταλάβει καλά η Βέρα Παπαδήμου: οχτώ χρόνια ήδη στην Κοινωνική Υπηρεσία της Αθήνας.

Με τον καιρό, είχε μαραζώσει, αδυνατίσει, το βλέμμα της έγινε πιο κοφτερό, κι η ειρωνεία η δεύτερη φύση της, ειδικά όταν κάποιος τόλμαγε να κοροϊδέψει τη δουλειά της. «Ποιος είσαι εσύ να κρίνεις πώς ζούμε;» απαντούσε καρφώνοντάς τους με τα μεγάλα πράσινα μάτια της κάτω από τα καστανόξανθα μαλλιά.

Οι ίδιοι, μόλις τη συναντούσαν, άλλαζαν δρόμο ή πετάγονταν στο πρώτο στενό, ακόμη κι αν δεν ήξεραν πού πάνε.

Έτσι της κόλλησαν το παρατσούκλι: Βέρα Πανούκλα.

Τόσα χρόνια, η Βέρα ψώνιζε τα τρόφιμα για τους ηλικιωμένους και άρρωστους πελάτες της, καθάριζε τα μικρά διαμερίσματά τους, κι έβρισκε τρόπο σε όλους να φερθεί σωστά.

Μόνο μία φορά δημιουργήθηκε πρόβλημα, όταν ένας παππούς της χάρισε μια σοκολάτα. Η Βέρα ποτέ δεν δεχόταν δώρα—έτσι έπρεπε—αλλά εκείνη τη φορά δεν άντεξε.

Πήρε τη σοκολάτα στο μικρό της σπίτι στα Πατήσια, μα ούτε δαγκωνιά δεν κατάφερε να φάει—«θα μου καθόταν στον λαιμό», σκέφτηκε.

Τη χάρισε στον μικρό γιο της γειτόνισσας.

Την επόμενη φορά, πάντως, αρνήθηκε κάθε προσφορά.

Μα ο παππούς έγραψε καταγγελία στην Υπηρεσία, πως, τάχα, οι κοινωνικοί λειτουργοί δεν αρκούνται στη σοκολάτα και θέλουν και φακελάκι με λεφτά! Το παράπονο έφτασε ως τα κεντρικά και λίγο έλειψε να τη διώξουν: «Διώξτε με! Κι εγώ άνθρωπος είμαι, όχι να με πατάνε κάτω!» φώναξε.

Άλλοι όμως, όπως η Αννούλα Τσιλιμπώκου, πήραν το μέρος της. Τη Βέρα την ένωνε με την Άννα ένας στενός δεσμός, σχεδόν αδελφικός—μιας που η Βέρα δεν είχε δικά της αδέλφια.

Η μοίρα τους ίδια: από μικρές ορφανές. Της Άννας το σωματικό πρόβλημα φαινόταν, ήταν καθηλωμένη στο καροτσάκι της, η Βέρα φαινόταν γερή, αλλά η καρδιά της ήταν γεμάτη σημάδια και τα μάτια της πάντα έτοιμα να βουρκώσουν—ούτε κι η Άννα δεν καταλάβαινε το βάθος της λύπης της.

Κι οι δυο χωρίς παιδιά.

Μολονότι η Βέρα προσπάθησε ν’ αποδεχθεί το κενό, η Άννα ακόμα πάλευε με την ελπίδα, πεισμωμένη.

Πόσες φορές δεν αγαπηθήκανε αυτές οι δύο σαν αδελφές, και πόσες μαλώσανε! Πιο περήφανη από ποτέ η Βέρα, όταν η Άννα, χάρη στο πείσμα της στο κέντημα, κατάφερε να φτιάξει ένα λινό φόρεμα στολισμένο με κυκλαδίτικα σχέδια.

Τόση λεπτομέρεια, τόσο χρώμα—ακόμη κι ο παπά-Κύριλλος που την επισκεπτόταν στις γιορτές, αναγνώρισε το ταλέντο: «Αυτό είναι κάτι σπουδαίο, μείνε σ’ αυτό…» της έλεγε.

Το φόρεμα κέρδισε πρώτο βραβείο στην τοπική έκθεση παραδοσιακής τέχνης στο Μαρούσι, κιόλας το πούλησαν εκεί, με τη σύμφωνη γνώμη της Άννας.

Όταν της παρέδωσαν τα χρήματα—τετρακόσια πενήντα ευρώ—η Άννα έβαλε τα κλάματα και πήρε αμέσως τη Βέρα τηλέφωνο. – Μην ανησυχείς, θα βρεις κάτι να κάνεις με τα λεφτά, είπε χαμογελώντας η Βέρα. – Θα πάρουμε κι άλλα φορέματα, και σε λίγο θα έχεις δουλειά για δύο χρόνια! Μην αφήνεις τη σκέψη σου να τρέχει σε μονοπάτια που δεν οδηγούν πουθενά… Η Άννα την άκουσε, αν και τ’ αληθινό της πρόβλημα έμενε.

Αναρωτιόταν πάντα αν θα τα κατάφερνε να κάνει μια δικιά της οικογένεια—ή έστω να αγαπηθεί.

Ήξερε από τηλεόραση πώς μιλανε οι ερωτευμένοι, μα ποτέ δεν έζησε κάτι ανάλογο.

Μετά την επιτυχία στο Μαρούσι, τηλεφώνησαν στην Άννα από το κέντρο αποκατάστασης στην Κυψέλη: της πρότειναν να αρχίσει χορό για άτομα με αναπηρίες. «Αδύνατο, δεν γίνεται αυτό!» είπε και το ‘κλεισε.

Δεν άργησαν να επιμείνουν, να δοκιμάσει έστω. – Κερδίζεις, δοκιμάζεις! Θα σε κάνουμε αληθινή αστέρα, λέει η Κλεοπάτρα, υπεύθυνη της ομάδας.

Συνεννοηθήκαμε με το γραφείο Κοινωνικής Υποστήριξης, κι εργαζόμενη θα σε συνοδεύει στις πρόβες. – Και το ζευγάρι που θα χορεύω; Ποιος είναι; – Σαν κι εσένα! ‘Ολοι μια οικογένεια είμαστε… Εδώ ο καθένας βρίσκει κάτι να αγαπά στη ζωή του! – Ας το δοκιμάσω τότε… είπε εισπνέοντας βαθιά η Άννα.

Την επόμενη μέρα, ο οδηγός ήρθε να τις πάρει: αυστηρός, με μουστάκι, προσεκτικά κουρεμένος. Η Άννα φορούσε την απαλή ροζ ζακέτα της, ήθελε τα μαλλιά της λεύτερα, λυμένα από τα ρόλερ που της είχε βγάλει λίγη ώρα πριν η Βέρα.

Εκεί μέσα γνώρισε τον Αλέξανδρο, τον συνεργάτη της στο χορό.

Μηχανικά ακούμπησε το δυνατό του χέρι και της ήρθε ένα ρίγος—τόσο πρωτόγνωρο της φάνηκε να την κρατά κάποιος έτσι.

Η πρώτη πρόβα δεν πήγε καλά.

Ιδρώτας, σασπένς, μουσική και τα αδέξια βήματα.

Η ντροπή την έπνιγε, μπροστά στην έμπειρη και γοργή χορογράφο, το μικροσκοπικό αστροπελέκι, και φυσικά στον Αλέξανδρο, που φαινόταν τόσο σίγουρος δίπλα της.

Με τον καιρό, όμως, έδεσε μαζί του, έμαθε χορό, βήμα-βήμα, δέθηκε και με τη Βέρα που παρακολουθούσε κάθε δοκιμή, ακόμα και με τον τεχνικό που πάντα επισκεύαζε τις λεπτομέρειες πίσω απ’ τη σκηνή.

Από το φθινόπωρο και μέχρι το χιονισμένο Γενάρη, δεν σήκωνε κεφάλι απ’ το στούντιο—έρημη η βελονιά κι η βελόνα της, μα η ψυχή της ένιωθε και πάλι ζωντανή.

Είχε γίνει δεύτερη φύση η όλη διαδικασία της πρόβας.

Σήμερα κιόλας, περίμενε αγχωμένη να φτάσει η Βέρα για τη μεγάλη γενική πρόβα.

Εκείνη φανερά βαριά, σαν να κουβαλούσε βαρύν φορτίο. – Τι πάθαμε και κατεβάσαμε τα μούτρα; ρώτησε πειραχτικά η Άννα. – Τίποτα δεν έπαθα! απάντησε η Βέρα, πασχίζοντας να δείχνει πιο χαρούμενη.

Για ν' αλλάξει συζήτηση η Άννα, είπε: – Είμαστε μόνο σαράντα χρονών ακόμα, μπορούμε να κάνουμε οικογένεια! – Πάντα τα ίδια λες… Εγώ ήμουν έγγαμη επτά χρόνια… Έφυγε ο άντρας, καλώς το έκανε.

Τρέχαμε τότε για αγόρια σαν κουταβάκι… Κρίμα μόνο που οι γονείς μου δεν πρόλαβαν εγγόνια. – Το παρελθόν πέρασε! Εγώ στη θέση σου θα παντρευόμουν ξανά! – Θα ακούμε τα ίδια παράπονα; – Αν δεν θέλεις γάμο, σήμερα κάνεις παιδί και μόνη σου! Τώρα κι οι ιατρικές πράξεις δωρεάν είναι! – Άστο, βλέπουμε… Μ' αυτό το φόρεμα θα πας; – Στην πρόβα ναι! Στην πρεμιέρα το μακρύ, το καλό! Γυρνώντας από τη μακρά πρόβα, η Βέρα τη βοήθησε να ξεντυθεί, να πλυθεί, να ζεσταθεί στην κουζίνα με τσάι κι ένα βάζο μπισκότα—κι η Άννα, αντί να δοκιμάσει, ρώτησε ξαφνικά: – Πώς ήταν ο πρώτος σου έρωτας; – Ποιος; Ποτέ δεν θυμάμαι... – Ψέματα… Και τόσο καιρό παντρεμένη ήσουν, και με τον Νίκο τα τελευταία χρόνια. – Τελείωσε, νέος βρήκε—να σου πω ειλικρινά, μην τον βάλεις στην καρδιά σου. – Εγώ αρέσω στον Αλέξανδρο, όμως.

Το βλέπω στα μάτια του! – Πάντα οι μελαχρινοί σαν εσένα κοιτάνε τις ξανθιές.

Μην ελπίζεις, γιατί έπειτα θα πληγώνεσαι περισσότερο. – Και πώς ήταν, πες μου; – Άσ’ το, πιες το τσάι κι έλα να ξαπλώσεις, κουράστηκες… Η Άννα σώπασε, κι η Βέρα κατάλαβε ότι είχε πάρει ήδη το «μικρόβιο» του έρωτα που τόσο την προειδοποιούσε.

Η φίλη της θα κόλλαγε πια εκεί.

Τακτοποίησε ό,τι έπρεπε στο σπίτι και φεύγοντας φώναξε: – Κλείδωσα την πόρτα—αύριο μεσημέρι έρχομαι.

Τι να φέρω; – Ξέρεις ήδη, απάντησε η Άννα κλείνοντας μάτια.

Το άλλο πρωί, έτοιμη για τη μεγάλη γενική, η Άννα έστρωσε το μωβ, στολισμένο με στρας, μακρύ φόρεμα στο κρεβάτι, έλεγξε μήπως λασκάρει καμία ραφή.

Το ύφασμα γλιστρούσε στα χέρια της σαν ζωντανό, τόσο ωραίο ήταν.

Φανταζόταν ήδη πώς θα έμοιαζε στο φως της σκηνής, κι αμέσως την έπιανε φόβος: «Να μη χαλάσω στιγμή απ' τον ρυθμό του Αλέξανδρου…» Από το άνοιγμα της πόρτας ξύπνησε: – Έτοιμη, σταρ μου; – Φοβάμαι, Βέρα… – Καλό το άγχος, σε κρατάει ζωντανή! Πάμε να ετοιμαζόμαστε.

Κατέφτασε και ο αυστηρός οδηγός—τούτη τη φορά πριν την ώρα του.

Όταν πια βρέθηκαν στο Πολιτιστικό Κέντρο, στήθηκαν στα παρασκήνια να ετοιμαστούν. Ο Αλέξανδρος ήρθε κοντά της, της είπε χαμηλόφωνα: – Μη φοβάσαι, θα πάνε όλα καλά.

Κι ενώ η καρδιά της κόντεψε να σκάσει απ’ το φιλί του στο μάγουλο, ξαφνικά εμφανίστηκε η συνοδός του, κομψή κυρία με μπαστούνι. – Όλα θα πάνε καλά, ψιθύρισε στην Άννα. – Ποια είστε; ρώτησε αμυδρά πανικόβλητη.

Πριν απαντήσει εκείνη, ο Αλέξανδρος πήρε πρωτοβουλία: – Άννα, να γνωρίσεις τη σύζυγό μου, τη Σταυρούλα.

Γύρισε να δει το χέρι του—έραψε η ματιά της στη βέρα που ποτέ πριν δεν είχε προσέξει πάνω του.

Όλα κατέρρευσαν μέσα της, η αναπνοή κοβόταν, το κεφάλι να σκοτεινιάζει... Οδήγησαν την Άννα στα παρασκήνια, λιπόθυμη σχεδόν. «Πρέπει να επιστρέψει σπίτι της», επέμεινε η Βέρα, μα η Κλεοπάτρα αντέδρασε: – Γιατρό χρειάζεται, κι όχι σπίτι! Μισό χρόνο με κόπους και τώρα να σπάσει το πρόγραμμα; Μόλις συνέρθει, τον ρόλο της στο φινάλε! Ανέκτησε κάπως τις αισθήσεις η Άννα, αλλά δεν μίλησε σε κανέναν, παρέμεινε μουδιασμένη μέχρι που γύρισε με τη Βέρα σπίτι.

Σωριάστηκε στο κρεβάτι φορώντας ακόμα το φόρεμα. – Να’ σαστε καλά, τελειώσαμε! αναφώνησε χαρούμενα ο οδηγός. – Ναι, λήξαμε… απάντησε η Βέρα και, αφού έφυγε ο οδηγός, κάθισε κοντά στην Άννα: – Τι έγινε, αγάπη μου; Θα μου πεις τώρα; Βουρκωμένη πια η Άννα: – Ο Αλέξανδρος… είναι παντρεμένος… Η Βέρα κόμπιασε λίγο να μην γελάσει.

Όλη αυτή η τραγωδία, για έναν ερωτικό καημό; – Και με τέτοια στενοχώρια, καημένη; Εσύ θα έκανες όνειρα μαζί του; – Δεν είναι δική σου δουλειά—φύγε! – Αν θες να μένεις μόνη, εντάξει.

Εγώ—η… κακιά Πανούκλα! Μη με ξαναδείς! Η Βέρα δεν μπόρεσε να κρατήσει κακία—ήξερε πολύ καλά από χρόνια πώς να διαβάζει τα λόγια της φίλης της, όσο κι αν την πλήγωναν και τη στεναχωρούσαν εκείνη τη στιγμή. «Δεν είναι δυνατόν μια σκέψη για έναν άντρα να γκρεμίζει τα πάντα, να διαγράφει τόσα χρόνια φιλίας…» τριβέλιζε στο νου της το υπόλοιπο βράδυ, στο μοναχικό της σπίτι στα Πατήσια.

Το βράδυ την πήρε ο ύπνος κουρασμένη, μα πριν προλάβει να ανοίξει για τα καλά τα μάτια της, χτύπησε το τηλέφωνο—ο πατήρ Κύριλλος. – Βέρα, τρέχα στης Άννας, πρέπει να τη μεταφέρουμε στο νοσοκομείο… Η καρδιά της πάγωσε.

Μήπως ξέχασε να κλειδώσει; Φτάνοντας, βρήκε απ’ έξω περιπολικό, τον παπά και γειτονισσες αναστατωμένες. – Τι συνέβη; – Μάλλον δηλητηρίαση… Την βρήκα κάτω, άδειες συσκευασίες από χάπια δίπλα της… Ο αστυνόμος, αυστηρός και σκούρος, τη ρώτησε ανήσυχος: – Ποια σχέση έχετε με την παθούσα; – Κοινωνική λειτουργός της είμαι, την προσέχω. – Επειδή μας είπαν ότι επιχείρησε να δώσει τέλος στη ζωή της. – Έζησε άγια! Δεν υπήρχε λόγος… – Μην το λέτε… Έχετε τα κλειδιά; Ελάτε να κλείσουμε το σπίτι, να συγκεντρώσουμε τα πράγματά της. Η Βέρα εκτέλεσε ό,τι της ζήτησαν.

Μόλις τέλειωσε, τους μετέφεραν στο τμήμα για εξηγήσεις.

Στο τέλος, ο αστυνόμος της είπε: – Από έρωτα όλα αυτά, ε; Καληνύχτα λοιπόν, να μην ανησυχείτε.

Βγαίνοντας, αντί να πάει σπίτι, πήρε ταξί ως το νοσοκομείο.

Ρώτησε αν ήρθε η Άννα Τσιλιμπώκου με δηλητηρίαση: – Ναι, στην εντατική, τώρα συνέρχεται.

Επισκέψεις απαγορεύονται—λόγω γρίπης, κιόλας! – Κάροτσι μπορεί να της φέρω; Είναι σε αναπηρικό! – Έχουμε εμείς κατάλληλα, μη νοιάζεστε.

Πάρτε το τηλέφωνο του τμήματος, αν βγεί θα σας ειδοποιήσουν! Γύρισε σπίτι και η μοναξιά φάνηκε βαρύτερη από ποτέ.

Το επόμενο πρωί ενημέρωσε την προϊσταμένη: δεν ήθελε άλλη εργαζόμενη στην Αννούλα. – Θα την έχεις εσύ, μην στεναχωριέσαι! της είπε ανακουφισμένη.

Πέρασαν τέσσερις μέρες ως που άκουσε το όνομά της στο τηλέφωνο: – Βέρα Παπαδήμου; Καλώ απ’ το νοσοκομείο, η μεσίστρα της Αννούλας θέλει να σας δει.

Αλλά… έξω απ' το παράθυρο του δευτέρου ορόφου, τρίτο αριστερά, σήμερα μία παρά τέταρτο.

Λόγω καραντίνας, δεν επιτρέπεται τίποτα, ούτε λουλούδια. Η Βέρα, αφού επισκέφτηκε δύο άλλες κυρίες, έτρεξε στο νοσοκομείο της Κυψέλης.

Περίμενε κάτω απ' το παράθυρο λίγο άδειο, κρύο, μέχρι που ξεπρόβαλε η Άννα—ωχρή αλλά γυαλιστερή στο βλέμμα.

Χαμογελούσαν κι οι δυο με τα μάτια, κι ας μη μπορούσαν να μιλήσουν. Η Άννα έδειξε μια κόλλα με μεγάλα γράμματα: «ΣΥΓΓΝΩΜΗ». Η Βέρα νόμισε πως θα κλάψει απ' τη χαρά.

Της έκανε με το χέρι: «Τέλειωσε, όλα καλά!» και έφυγε με την καρδιά ζεστή.

Περπατώντας πίσω στη Μητροπόλεως, είδε την πλατεία λουσμένη στο φως του ανοιξιάτικου ήλιου και τα πάντα πιο φωτεινά, όπως κι η ψυχή … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences