- Ελένη! Τόση ώρα σε περιμένω! Έλα, κάτσε! – φώναξε γεμάτη ανυπομονησία η Μαρία, η γειτόνισσα της Ελένης, στριφογυρίζοντας στο παγκάκι κάτω από την ανθισμένη κερασιά. Τι ωραίο βραδάκι! Τι να κάθονται...
- Ελένη! Τόση ώρα σε περιμένω! Έλα, κάτσε! – φώναξε γεμάτη ανυπομονησία η Μαρία, η γειτόνισσα της Ελένης, στριφογυρίζοντας στο παγκάκι κάτω από την ανθισμένη κερασιά.
Τι ωραίο βραδάκι! Τι να κάθονται σπίτι; Τηλεόραση και η Μπούμπα, η γάτα. Βαρεμάρα! Εδώ στην αυλή είναι άνοιξη! Ακόμα Απρίλης, μα ο ήλιος ζεσταίνει γλυκά.
Η κερασιά ξύπνησε πρώτη– αυτή που φύτεψε ο άντρας της Μαρίας, ο Σταμάτης, κάτω απ’ το παράθυρο.
Και τούτο το παγκάκι, που το είχε φτιάξει με τα χέρια του, το έβαψε η Μαρία πριν μια βδομάδα.
Τώρα αστράφτει και περιμένει τις παλιές φίλες να αρχίσουν το συνηθισμένο κουτσομπολιό.
Για τα παιδιά, τις αρρώστιες, τη ζωή κι… αγάπη.
Για τι άλλο να μιλήσουν δυο γυναίκες; Κι ας γνωρίζονται μια ζωή, πάντα κάτι καινούργιο θα ξετρυπώσει, αφορμή για συζήτηση.
Τα παιδιά μεγαλώνουν, τα βάσανα αλλάζουν, η αγάπη; Αυτή ποτέ δεν είναι αρκετή.
Πάντα λίγη φαίνεται… Περιμένεις να ακούσεις κάποιο μυστικό, πώς είναι να σε αγαπάει κάποιος.
Να τα ακούσεις και να απαλύνει και η δική σου μοναξιά.
Να ξέρεις πως ακόμη δεν χάθηκε η αγάπη από τον κόσμο.
Υπάρχει, φωτίζει, σε ζεσταίνει… Δίνει ζωή.
Η κυρα-Μαρία ή Μαρικάκι, όπως την φωνάζουν στη γειτονιά, ήξερε τη φίλη της, τη Βαλεντίνα– εδώ Ελένη– όσο θυμάται τον εαυτό της.
Πάνω από μισό αιώνα έμεναν δίπλα-δίπλα στην ίδια πολυκατοικία στην Κυψέλη.
Σαν παιδιά, οι μανάδες τους άφηναν τις πόρτες ξεκλείδωτες, γιατί αν δεν ήταν στη μία, σίγουρα έπαιζαν στην άλλη.
Μεγαλώνοντας, τα μάθαν τα κλειδιά, ιδίως όταν πίστεψαν πως βρήκαν την ευτυχία τους.
Έξι χρονών τότε… Στην Ελένη είχε έρθει η γιαγιά της απ’ το χωριό.
Τις μάζεψε, λοιπόν, στη βεράντα και τους είπε το μυστικό της ζωής: Να πιάσουν το πουλί της ευτυχίας από την ουρά και να το κρατήσουν κοντά τους.
Τότε, όλα θα φτιάξουν.
Θα ζουν χαρούμενες και θα είναι όλοι ευτυχισμένοι γύρω τους.
Απ’ την ευτυχία λίγα κατάλαβαν, μα το να έχεις ευτυχισμένους τους γονείς, το πήραν κατάκαρδα.
Και αποφάσισαν να βρουν το πουλί. Η Ελένη ήταν σίγουρη πως ήξερε πού ζει – στο διπλανό σπίτι, σ’ έναν περίεργο κύριο με βραχνή φωνή.
Καμιά φορά το έβγαζε στο μπαλκόνι.
Τι πλάσμα! Πολύχρωμο, τεράστιο, χτυπούσε φτερά και φώναζε παράξενα.
Ήταν το πουλί της ευτυχίας, δεν χωρούσε αμφιβολία! Ούτε στον ζωολογικό κήπο δεν είχαν δει τέτοιο. ‘Πρέπει να είμαστε έτοιμες!’ είπε η Ελένη.
Βρήκαν στο μπαλκόνι της παλιά κλουβί του κουνελιού που της είχε φέρει η γιαγιά.
Πού να το βάλουν το πουλί; Δεν γίνεται να το κρατάς πάντα απ’ την ουρά– πώς θα φας το παγωτό της ευτυχίας μετά; Πήραν και ψωμί και μπισκότα.
Ποιος ξέρει τι του αρέσει; Και μια καραμέλα για σιγουριά – σ’ όλους αρέσουν τα γλυκά, είπε η Βαλεντίνα.
Το σκεφτόντουσαν μέρες.
Είχε φύγει η γιαγιά της Ελένης, γυρίζοντας στο χωριό, μα είχε υποσχεθεί να την πάρει το καλοκαίρι.
Οι γονείς ετοίμαζαν άδεια.
Όλοι μαζί, οικογένειες σε ένα αυτοκίνητο, για να πάει φτηνά το ταξίδι στη Χαλκίδα.
Δυο ώρες δρόμος.
Το σπίτι που νοίκιαζαν, παλιό μα γερό, με μεγάλο αυλή και κούνια.
Και θάλασσα στα πόδια τους. Ονειρεμένα! Η Ελένη λαχταρούσε και το ταξίδι, μα και τη γιαγιά της.
Κρυφά, έκλαιγε για τη φίλη της που δεν είχε γιαγιά.
Ποιος θα τη χαϊδέψει, ποιος θα της πει παραμύθι– όχι το ίδιο κάθε φορά, γιατί ‘έχεις πιάτα να πλύνεις’, ποιος θα της πλέξει ένα ωραίο καπελάκι; Η Ελένη πίστεψε– αν πιάσουν το πουλί, η φίλη της θα βρει κι αυτή γιαγιά.
Δίχως αποχωρισμούς το καλοκαίρι.
Άξιζε τον κόπο! Την παραμονή της αναχώρησης για τη Χαλκίδα, είπαν στις μανάδες τους πως πάνε να παίξουν, έκλεισαν μαλακά την πόρτα και κατέβηκαν ήσυχα τις σκάλες.
Η αυλή τους, το παραδίπλα σπίτι, να το– το γκριζωπό μελαγχολικό οίκημα που έκρυβε το πουλί τους.
Μόνο που ήταν άδειο.
Ησυχία και ζέστη.
Οι άνθρωποι μέσα ή στη δουλειά τους.
Οι μικρές κοίταζαν η μια την άλλη απορημένες.
Πού να ψάξουν τώρα; Να ρωτήσουν– μα κανείς. Η Βαλεντίνα ήταν έτοιμη να κλάψει – αλλά η Ελένη ποτέ δεν το έβαζε κάτω.
Αν δεν το βρουν, πάει χαμένη και η ελπίδα γιαγιάς, το παγωτό, τα φορεματάκια με τις βούλες.
Και οι γονείς; Θα καυγαδίσουν πάλι, αν σου λείπει το πουλί της ευτυχίας, λέει κι η Ελένη μέσα της.
Γιατί να φταίει το πουλί; Αν ήταν καλό, θα καθόταν να το βρουν! Δεν είναι παρών, άρα… εντάξει. Η Ελένη, αποφασιστική όπως πάντα, τράβηξε τη φίλη της απ’ το χέρι προς την είσοδο της πολυκατοικίας.
Όσα διαμερίσματα… κι είναι μόλις ένας όροφος! Οι μισοί δεν απαντούσαν, οι άλλοι τις αποπήραν για φασαρίες.
Μα τα κορίτσια, πεισματάρικα, συνέχισαν να χτυπάνε πόρτες, να ρωτούν, ‘Πού μένει το πουλί της ευτυχίας;’ Οι μεγάλοι, ακατανόητοι όπως πάντα, γκρίνιαζαν, έβαζαν τις φωνές, απειλούσαν μάλιστα.
Από μια ιδιαίτερη πράσινη πόρτα, έφυγαν άρον-άρον, φοβισμένες – τέτοιοι άνθρωποι, σκέφτηκαν, δεν μπορούν να έχουν στο σπίτι το πουλί της ευτυχίας.
Μόνο σ’ ένα διαμέρισμα στάθηκαν τυχερές.
Ένα αγοράκι λίγο μεγαλύτερο άνοιξε κι απλά ανασήκωσε τους ώμους. - Περάστε! Το πουλί δεν το βρήκαν, μα βρήκαν έναν μαγικό κόσμο: μάσκες τρομαχτικές, τεράστια κοχύλια που φέρναν τον ήχο της θάλασσας στ’ αυτί, καράβι – ολόιδιο αληθινό, με πανιά και ναύτες. - Αυτό το φτιάξαμε με τον μπαμπά.
Το λένε "Αγία Μαρία". - Αχ, σαν εμένα! – είπε γελώντας η Μαρία. - Σε λένε Μαρία; Όπως τη μαμά μου! - Πού είναι η μαμά σου; - Στη δουλειά.
Όπου να ‘ναι έρχεται.
Εσείς γιατί μονές σας; Δε θα σας μαλώσουν; Τότε μόνο θυμήθηκαν το πουλί, το φαγητό, και πως σίγουρα τις ψάχνουν ήδη.
Έπιασε η Μαρία τη Βαλεντίνα απ’ το χέρι. - Πάμε, Βάλια! Βγήκαν τρέχοντας, παρατώντας το κλουβί.
Πριν βγουν, ο μικρός τις πρόφτασε στην πόρτα: - Περίμενε! Πάρετε! Τους έδωσε πανέμορφα φτερά παγωνιού.
Τα κορίτσια σάστισαν απ’ την ομορφιά. - Τι είναι; - Πούπουλα παγωνιού! Τα φέρνει η μαμά μου από τον ζωολογικό κήπο.
Πάρτε τα! Με κομμένη ανάσα τα κρατούν στα χέρια και τρέχουν σπίτι δίχως καν να χαιρετίσουν.
Εκεί, τις περίμενε θύελλα.
Οι μανάδες κλαμένοι, φωνάζουν στο προαύλιο.
Οι πατεράδες, αγχωμένοι, καπνίζουν στην πόρτα, μπας και τους καλέσει ο αστυνόμος.
Βλέποντας τα κορίτσια, η μάνα της Βαλεντίνας γονάτισε στην παιδική χαρά. - Βρέθηκαν… Κι ακολούθησαν δάκρυα, αγκαλιές, και λίγα σκαμπίλια – δεν είχε μείνει και πολλή ώρα για παραπάνω τιμωρία.
Δυο μέρες μετά, στο νέο σπίτι στη Χαλκίδα, κάθονταν στις κούνιες και ψιθυρίζαν: - Ξέρεις κάτι, Βάλια; Δεν μας χρειάζεται κανένα πουλί της ευτυχίας! - Γιατί; - Η γιαγιά έλεγε πως ευτυχία είναι να σε αγαπάνε. - Και λοιπόν; - Αν δεν μας αγαπούσαν, θα κλαίγανε έτσι που χαθήκαμε; Δεν θα φοβόντουσαν μη μας χάσουν.
Έτσι; - Μάλλον… - Επομένως, είμαστε ευτυχισμένες.
Το πιστεύω εγώ! - Δεν ξέρω… - Εγώ ξέρω! - Και οι γονείς; - Μήπως τσακώθηκαν αυτές τις δύο μέρες; - Όχι… - Άρα, μπορούν να μην καυγαδίζουν.
Απλά δεν θέλουν.
Εμείς πουλί δεν χρειαζόμαστε. - Ναι… Εκείνο το καλοκαίρι έμεινε η πιο γλυκιά τους ανάμνηση.
Η κυρα-Μαρία, μεγαλώνοντας, ένιωθε τυχερή που είχε μια τέτοια φίλη να μοιραστεί τη ζωή και τη μνήμη.
Ακόμα και να ρωτήσει στην ανάγκη: ‘Μήπως ξεχνάω;’. Η Ελένη, πιο ήσυχη, θυμόταν τα πάντα καλύτερα από τη ζωντανή, φλογερή Μαρία.
Όλο έτρεχε, φοβόσουν μην τρακάρει με τον άνεμο! Όταν, χρόνια μετά, η Μαρία γνώρισε τον άντρα της, δεν τον αναγνώρισε αμέσως.
Έβγαιναν για μήνες, ώσπου πήγε σπίτι του. - "Αγία Μαρία"… Το καράβι στεκόταν ακόμα εκεί.
Δυο μικρά κορίτσια είχαν σταθεί γύρω του κάποτε, τώρα ήταν γυναίκες. Η Ελένη είχε κιόλας παντρευτεί. Η Μαρία, πιάνοντας στα χέρια της το παλιό φτερό παγωνιού– που φύλαγε τόσα χρόνια στο αγαπημένο της βιβλίο– του το έδειξε. - Θυμάσαι; Κι όσο ο άντρας της προσπαθούσε να βρει τι της θύμιζε, εκείνη γελούσε.
Ακολούθησαν χρόνια γεμάτα φροντίδες, τα πρώτα βήματα της κόρης και μετά του γιου, και κάποια στιγμή, όταν η αρρώστια απείλησε να τα πάρει όλα, ο Σταμάτης στάθηκε δίπλα της – χέρι-χέρι ως την άκρη της αγωνίας.
Ύστερα ήρθε η μέρα που ο χρόνος σταμάτησε, όταν η ανάσα της έφυγε μαζί με τη ζωή του Σταμάτη.
Κι η Βαλεντίνα που ήταν εκεί δεν έχασε την ψυχραιμία της – την τίναξε να συνέλθει, μετά την αγκάλιασε σιγανό νανούρισμα. - Κράτα γερά, Μαράκι! Έχεις παιδιά… Και βρήκε δύναμη η Μαρία.
Γιατί ακόμα υπάρχει ευτυχία.
Λειψή, μα δοσμένη από τον άνθρωπό της.
Τα παιδιά, αν και πια μεγάλα, δεν πρέπει να μείνουν ορφανά και από μάνα.
Αυτό δεν γίνεται! Όσο ένας στέκει ανάμεσα στο παιδί και τον ουρανό, το παιδί είναι ευλογημένο.
Έτσι, λοιπόν, έμαθε πως η ζωή συνεχίζεται – γι’ αυτούς που χρειάζονται αγάπη.
Ας ζουν ξεχωριστά τα παιδιά, ξέρει πως την αγαπούν.
Μπορεί να φτιάχνει βαλίτσες, να αγοράζει δώρα, να πάει στη κόρη ή στο γιο.
Όλοι τη θέλουν κοντά τους.
Κι όταν είναι διακοπές στο δικό της σπίτι, το σπίτι γεμίζει χαμόγελα και οι νύχτες ξαγρύπνιες με αναπνοές μικρών στο κρεβάτι που μοιράστηκε με τον άντρα της.
Ακόμα και η μεγάλη εγγονή ντρέπεται λίγο, αλλά θα χωθεί τελικά τιμής ένεκεν δίπλα στα μικρότερα, στο παραμύθι της γιαγιάς.
Επιστρέφει τότε η γαλήνη στην καρδιά της.
Μια τέτοια ελαφριά χαρά, σαν το πούπουλο που της είχε χαρίσει ο άντρας της– όχι τόσο εντυπωσιακό, μα απόλυτα αγαπημένο.
Δεν έχουν όλοι έτσι τη ζωή.
Μερικοί να τα θέλουν όλα, ευτυχία δε βρίσκουν.
Εκείνες, η Μαρία και η Ελένη, είχαν τύχη.
Δεν έπιασαν ποτέ το πουλί της ευτυχίας, αλλά, εντέλει, δεν έχασαν τη χαρά τους.
Κατάλαβαν από παιδιά, τι μετράει στην ψυχή μιας γυναίκας.
Για άλλον είναι αλλιώτικη η χαρά, μα για εκείνες, αυτό– να βλέπεις τα παιδιά σου καλά.
Όλα τ’ άλλα… έρχονται άμα το πιστέψεις. Η Ελένη επέμενε, δούλεψε, και απέκτησε το παιδί που, έλεγαν κάποτε, δεν θα αποκτούσε ποτέ.
Μαζί με τον Αντώνη, αγαπημένοι, πείσμα στην κακία όλων όσων τους στέκονταν εμπόδιο.
Η πεθερά, κυρά-Μαρία, καλόκαρδη και στωική, στέριωσε κοντά τους, βοήθησε στα δύσκολα.
Κι όταν χρειάστηκε, αυτή βρήκε το παιδί που θα γινόταν γιoς της Ελένης και του Αντώνη.
Όλη η συγγένεια κάτι υποψιαζόταν, μα κανείς δεν τόλμησε ν’ ανοίξει το στόμα του μπρος στη Μαρία.
Ήξερε να στέκεται για το δίκιο.
Έζησαν ωραία, με ταξίδια, κοινές διακοπές, τα παιδιά κοντά, οι πόρτες ανοιχτές.
Και πρόσεχαν τις μικρές, μην ξανασυμβεί το κυνηγητό του πουλιού.
Ύστερα έφυγε ο Σταμάτης, αφήνοντας ένα κενό τεράστιο στη Μαρία.
Μετά κι ο Αντώνης.
Ποτέ δεν είχε παραπονεθεί για την υγεία του… και ξαφνικά– ένας θρόμβος, τον πήρε.
Μα η Ελένη, όσο κι αν τσακίστηκε, στάθηκε πάλι, όπως και η Μαρία πριν, για το καλό όσων έμειναν πίσω.
Αναστήλωσε τον γιο– ο Παύλος έγινε αξιωματικός, τρέχει στα στρατόπεδα, τα εγγόνια έρχονται, η γυναίκα του, Σοφία, την αγαπάει σαν μάνα.
Με αγκαλιές και κουλούρια, άνοιξε την αγκαλιά και στον μικρό εγγονό της νύφης της από άλλο γάμο. "Γεια σου! Είμαι η γιαγιά Ελένη.
Θέλεις κουλουράκι;" Τι άλλο θέλει η καρδιά της μάνας να λιώσει; Αγκαλιά στον ξένο, γίνεται δικός.
Αυτό έκανε η Ελένη, αυτό έμαθε και η Σοφία.
Έτσι λοιπόν, να τις πάλι οι δυο φίλες στο παγκάκι κάτω από την ανθισμένη κερασιά. - Ελένη, πότε πάμε στο εξοχικό; Να αρχίσουμε να ετοιμαζόμαστε! - Το Σαββατοκύριακο.
Να τελειώσουμε με τα παράθυρα κι έκλεισε. - Σωστά, το Πάσχα έρχεται νωρίς φέτος.
Άντε να βάλουμε μια τάξη! - Θα έρθουν τα παιδιά σου; - Μόνο για δυο μέρες.
Ο μεγάλος θα δώσει εξετάσεις στην Αθήνα.
Έρχονται πρώτα να δουν, μετά πάλι.
Τα εγγόνια– ίσως μείνουν λίγο παραπάνω.
Δε ξέρω.
Τα δικά σου; - Τα δικά μου από το καλοκαίρι.
Σχολείο, τι να κάνεις… - Μόνο ενάμιση μήνας μένει! - Εμένα φαίνεται βουνό! - Πάντα έτσι όταν περιμένεις χαρές, το ρολόι τεντώνει.
Μα όταν έρθει η στιγμή, φεύγει σα βότσαλο στη λίμνη– μια ζεστή αναλαμπή, κι έπειτα πάει.
Μα, να σου πω, Μαράκι; - Για πες… - Για εκείνη τη στιγμή, έστω μία, θα ‘δινα τα πάντα.
Μικρή, αλλά ζεις γι’ αυτή.
Ευτυχία– όσο κι αν μοιάζει λίγη, πάντα σου δόθηκε αρκετή, αρκεί να το καταλάβεις. - Έχεις δίκιο! Θυμάσαι που ψάχναμε το πουλί της ευτυχίας; - Πώς να ξεχάσω! – χασκογέλασε η Ελένη. – Πιάστηκα πολύ, μα το μόνο που κατάφερα ήταν να μην μπορώ να καθίσω για μέρες. Τι σου λέω,… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους