Η κριτική του Ευτύχιου Δ. Χωριατάκη στο Αθηνόραμα για την '5η Συμφωνία' του Μάλερ, όπως την ερμήνευσε η ΚΟΘ στις 25/4 (αντιγραφή από το πρωτότυπο) ... Λίγες μέρες αργότερα (25/4) η αίθουσα Μ1 του...
Η κριτική του Ευτύχιου Δ. Χωριατάκη στο Αθηνόραμα για την '5η Συμφωνία' του Μάλερ, όπως την ερμήνευσε η ΚΟΘ στις 25/4 (αντιγραφή από το πρωτότυπο) ... Λίγες μέρες αργότερα (25/4) η αίθουσα Μ1 του Μεγάρου της συμπρωτεύουσας φιλοξένησε τακτική συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης με την 5η Συμφωνία του Μάλερ, έργο με πολύ πυκνή ορχηστρική γραφή, η οποία απαιτεί ένα σύνολο όχι μόνο έμπειρο και τεχνικά υψηλού επιπέδου αλλά και επαρκώς εξοικειωμένο με το μαλερικό σύμπαν.
Η -χωρίς φωνητικό μέρος- 5η Συμφωνία συνιστά στην ουσία μια μουσική περιγραφή της διαδρομής των συναισθημάτων και των παθών του ανθρώπου, στην οποία τα θέματα της ζωής του έρωτα και του θανάτου αποτελούν βασικά στοιχεία του νοήματος.
Το έργο βρίθει, εύλογα, διαφορετικών διαθέσεων, η γλαφυρή ανάπτυξη των οποίων αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση κάθε επιτυχημένης αφήγησης.
Χαρακτηριστική εδώ είναι η ιδιαιτερότητα της συνύπαρξης δύο τονικοτήτων, της σκοτεινής ελάσσονος στα δύο πρώτα μέρη και της φωτεινής μείζονος στα τρία τελευταία.
Αν η σύνδεση της ΚΟΘ με το έργο του Μάλερ δεν είναι αυτονόητη (κατά πληροφορίες η συγκεκριμένη συμφωνία είχε να ερμηνευθεί περίπου μια δεκαετία), η μεγάλη φόρμα του συνόλου και η παρουσία στο πόντιουμ του διακεκριμένου Βρετανού αρχιμουσικού Μάρτυν Μπράμπινς (ξακουστού για την τεράστια και πολυσχιδή δισκογραφία του!) δημιουργούσε μεγάλες προσδοκίες ως προς την ποιότητα της εκτέλεσης.
Και αυτές επιβεβαιώθηκαν και με το παραπάνω! Ήδη από το πρώτο μέρος και το εναρκτήριο θέμα της τρομπέτας (που απέδωσε εξαιρετικά ο Γρηγόρης Νέτσκας) κατέστησαν σαφείς ο υψηλός βαθμός εγρήγορσης και η ηχητική διαύγεια της τεράστιας σε μέγεθος ορχήστρας.
Η εκτέλεση υπήρξε ελεύθερη λαθών, με άκρως φροντισμένη φραστική και αψεγάδιαστη ανάδειξη των αντιστικτικών δυσκολιών της γραφής (στο δεύτερο και πέμπτο μέρος). Τα έγχορδα δικαίωσαν τη φήμη για τον βελούδινο, καλλιεργημένο ήχο τους (πέρα από τα βιολιά εντυπωσίασαν στο δεύτερο μέρος και τα τσέλα υπό τον Σαΐτη και οι βιόλες υπό την Χ. Σειρά), τα ξύλινα χάρισαν πολλές ποιητικές συνεισφορές (προεξαρχόντων του φλάουτου του Όθ. Γκόγκα, του όμποε του Κίτσου και του κλαρινέτου του Καραγκούνη), τα πνευστά και δη τα κόρνα (έξοχο σόλο του Τραϊανού Ελευθεριάδη στο τρίτο μέρος) κρατήθηκαν σταθερά και καλλιεπή.
Η διεύθυνση του Μπράμπινς υπήρξε αρκετά χαλαρή, με τέμπι μεγάλης πλαστικότητας, κάτι που είχε σαν αποτέλεσμα η μουσική να "αναπνέει" διαρκώς και να διαφυλάσσεται άρτιος ειρμός της αφήγησης, καθώς αναδεικνύονταν με γλαφυρότητα οι διαφορετικές διαθέσεις της μουσικής, η ανήσυχη, έντονα θεατρική δραματουργία του έργου.
Τόσο η ένταση των γρήγορων μερών (δεύτερο, τρίτο, πέμπτο) όσο και η πένθιμη ή λυρική διάσταση των αργών (αντίστοιχα το εναρκτήριο Trauermarsch και το περίφημο μελαγχολικό adagietto, που σπάνια έχει ακουσθεί στη χώρα μας με τέτοια ευγένεια και κομψότητα) αποδόθηκαν με ευπρόσδεκτη συναισθηματική νηφαλιότητα, μακράν εξπρεσιονιστικών εξάρσεων και υπερβολικού πάθους.
Το ακρόαμα ουδέποτε ήχησε περιττά βίαιο ή υπερβολικά αιχμηρό, ακόμα και στα πιο δραματικά φορτισμένα μέρη.
Στο ενδιάμεσο σκέρτσο ικανοποίησε ιδιαίτερα ο μεγάλης ευελιξίας λικνιστικός βηματισμός τόσο στα βαλς όσο και στα ländler.
Μόνη επιφύλαξη η όχι πάντοτε ιδανική ώσμωση του ήχου των χάλκινων (π.χ. σημειακές τραχύτητες τρομπονιών και κόρνων) σε αυτόν της ορχήστρας ειδικά στα τρία πρώτα μέρη, κάτι που ενδεχομένως δεν οφείλεται τόσο σε ατελή στάθμιση των δυναμικών, όσο στην ιδιαίτερη ακουστική της μεγάλης αίθουσας του θεσσαλονικιώτικου Μεγάρου. Ακόμη ένα ισχυρό δείγμα γραφής και -των πολλών- δυνατοτήτων από την ΚΟΘ!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους