Κι εκείνα τα γεννήματα, τ’ αμίλητο που ήπιαν το νερό, λέξεις ακέφαλες, βουβές, στον ύπνο που πατάω, από μικρό με τρόμαζαν, πως θα γιγαντωθούν, στα ίδια τα κομμάτια μου, μοίρα που κουβαλάω...
Κι εκείνα τα γεννήματα, τ’ αμίλητο που ήπιαν το νερό, λέξεις ακέφαλες, βουβές, στον ύπνο που πατάω, από μικρό με τρόμαζαν, πως θα γιγαντωθούν, στα ίδια τα κομμάτια μου, μοίρα που κουβαλάω.
Γκουέρνικες της προσμονής, αθώες στο σταυρό τους, με τους ληστές ανθόσπαρτους, να κρύβουνε το φως τους.
Εγκλήματα της μια στιγμής, στο χρόνο που κρατάνε, δεσμώτες μέσα στη σπηλιά, τον ήλιο που ξεχνάνε.
Σώματα μες τα σώματα, λάγνα που αλυχτάνε, μισόλογα στο στόμα τους, ένοχα που μασάνε.
Ώσπου η φλόγα στη σπηλιά, μες το δαυλό που καίει, κάνει την ίδια τη σκιά, στο πόνο της να κλαίει.
Και τότε ω! του θαύματος, στην ίδια φαντασία, το δάκρυ μες το έρεβος, γυάλισε προδοσία.
Κι οι εικασίες των σκιών, μες τον τρελό χορό τους, άφησαν τον αναβαθμό, να βρει τον εαυτό τους.
Ερασμιώτατες ξανά, στάλαξαν μες τη λέξη, νόημα που ξεχείλισε, μορφή στη πρώτη φέξη.
Κι από ακέφαλες βουβές, άψυχες μες το δώμα, βρήκαν στης μνήμης τη λαλιά, ολόκληρο το σώμα. Και από κομμάτια της ψυχής, θαμπά, λησμονημένα, σφιχτά μες την αλήθεια της, αγκάλιασαν κι εμένα. Γ.Θ.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους