[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ο κάμπος μύριζε νερό στάσιμο και χώμα βρεγμένο. Ήταν Μάης του 1930, κι όμως η άνοιξη δεν έφερνε χαρά στο χωριό· μόνο κουνούπια. Τα βράδια, όταν έπεφτε ο ήλιος πίσω από τις λεύκες, άκουγες το βουητό...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ο κάμπος μύριζε νερό στάσιμο και χώμα βρεγμένο. Ήταν Μάης του 1930, κι όμως η άνοιξη δεν έφερνε χαρά στο χωριό· μόνο κουνούπια.

Τα βράδια, όταν έπεφτε ο ήλιος πίσω από τις λεύκες, άκουγες το βουητό τους σαν ψαλμωδία κακής μοίρας.

Οι άνθρωποι έκλειναν πόρτες και παράθυρα νωρίς, άναβαν καπνούς από θυμάρι και ξερό χορτάρι, μα η ελονοσία περνούσε από κάθε χαραμάδα. Η Ελένη στεκόταν στην άκρη του καναλιού κρατώντας μια λεκάνη με ρούχα.

Ήταν είκοσι χρονών, με μάτια σκοτεινά σαν τη βρεγμένη γη. Από τότε που πέθανε η μάνα της απ’ τον πυρετό, είχε μείνει μόνη με τον μικρό της αδελφό, τον Νικόλα.

Εκείνο το πρωινό ο αέρας ήταν βαρύς.

Τα νερά του κάμπου έμοιαζαν ακίνητα, σαν να κρατούσαν μέσα τους κάποιο μυστικό.

Από μακριά φάνηκε να πλησιάζει ένας άντρας καβάλα σε άλογο.

Φορούσε λινό σακάκι και κρατούσε μια δερμάτινη τσάντα. — Ο γιατρός απ’ την πόλη, ψιθύρισαν οι γυναίκες.

Ο γιατρός λεγόταν Αντρέας.

Είχε σταλεί από την κυβέρνηση για να βοηθήσει τα χωριά που θέριζε η αρρώστια.

Μοίραζε κινίνο και συμβούλευε τους ανθρώπους να αποστραγγίσουν τα βαλτόνερα.

Μα οι χωρικοί τον κοιτούσαν δύσπιστα. — Ο πυρετός είναι κατάρα, έλεγε ο γέρο-Μήτρος στο καφενείο.

Δεν φεύγει με σκόνες και χαρτιά.

Τα βράδια, ο Νικόλας έκαιγε από τον πυρετό.

Έτρεμε κάτω από τις κουβέρτες ακόμα κι όταν ο αέρας ήταν ζεστός. Η Ελένη του σκούπιζε το μέτωπο με βρεγμένο πανί και άκουγε έξω τα βατράχια να κοάζουν μέσα στα έλη.

Μια νύχτα ο Αντρέας χτύπησε την πόρτα τους. — Άργησες να ζητήσεις βοήθεια, της είπε χαμηλόφωνα.

Άφησε πάνω στο τραπέζι μικρά πικρά χάπια κινίνου.

Το σπίτι μύρισε φάρμακο και υγρασία.

Για μέρες ο μικρός πάλευε ανάμεσα στον πυρετό και στο παραλήρημα.

Έβλεπε, έλεγε, μαύρα πουλιά να πετούν πάνω απ’ τα χωράφια. Η Ελένη δεν κοιμόταν.

Κάθε τόσο άκουγε τον άνεμο να περνά μέσα από τα καλάμια σαν ανάσα ανθρώπου.

Κι ύστερα, ένα πρωί, ο Νικόλας άνοιξε τα μάτια χωρίς να τρέμει.

Ο κάμπος έλαμπε από ήλιο.

Οι άντρες του χωριού είχαν αρχίσει να ανοίγουν αυλάκια για να φύγουν τα στάσιμα νερά.

Γυναίκες άπλωναν λευκά σεντόνια στις αυλές, σαν σημαίες ειρήνης μετά από πόλεμο. Η Ελένη βγήκε έξω και στάθηκε σιωπηλή.

Για πρώτη φορά μετά από μήνες, δεν άκουγε το βουητό των κουνουπιών τόσο δυνατό. Ο Αντρέας στεκόταν δίπλα στο άλογό του, έτοιμος να φύγει για το επόμενο χωριό. — Θα γυρίσεις; τον ρώτησε.

Ο γιατρός χαμογέλασε κουρασμένα. — Αν μείνει νερό στον κάμπο, πάντα θα χρειάζεται να γυρίζουμε.

Εκείνη τον είδε να χάνεται στον χωματόδρομο, ανάμεσα στις λεύκες και στη ζέστη του Μαΐου.

Και τότε κατάλαβε πως ο κάμπος δεν ήταν μόνο τόπος αρρώστιας.

Ήταν τόπος ανθρώπων που πάλευαν να ζήσουν, ακόμα κι όταν ο θάνατος πετούσε γύρω τους με φτερά μικρά και αόρατα.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences