✊Ο Σεργκέι Γιουτκέβιτς, ο Σταύρος Κάππας και ο κώδικας της ζωής ✍️Γράφει ο Spiros Brikos Ιατρός, συγγραφέας, υπ. Διδάκτορας της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (Τμήμα Εικαστικών...
✊Ο Σεργκέι Γιουτκέβιτς, ο Σταύρος Κάππας και ο κώδικας της ζωής ✍️Γράφει ο Spiros Brikos Ιατρός, συγγραφέας, υπ. Διδάκτορας της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (Τμήμα Εικαστικών Τεχνών & Επιστημών της Τέχνης) Ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες της πρώτης γενιάς σοβιετικών σκηνοθετών, συνεργάτης του μεγάλου Σεργκέι Αϊζενστάιν (του οποίου η ταινία Θωρηκτό Ποτέμκιν αποτελεί ένα από τα διαχρονικά αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου) και φίλος επίσης του ποιητή της επανάστασης Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, ήταν ο Σεργκέι Γιουτκέβιτς. Ο Γιουτκέβιτς δεν ήταν απλά ένας μεγάλος σκηνοθέτης που κέρδισε το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών (για τον Οθέλλο, το 1956 και για το ο Λένιν στην Πολωνία, το 1966), υπήρξε καλλιτεχνικός διευθυντής, σεναριογράφος, Πρόεδρος της επιτροπής των Διεθνών Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μόσχας, Λαϊκός καλλιτέχνης της ΕΣΣΔ, Ήρωας της σοσιαλιστικής εργασίας, Δρ. Ιστορίας και Κριτικής των Καλών τεχνών στην ΕΣΣΔ.
Μέλος επίσης, καθώς και μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του VGIK (Κρατικού Ινστιτούτου Κινηματογραφίας της Μόσχας) που ήταν το κέντρο κινηματογραφικής θεωρίας και πράξης στη Σοβιετική Ένωση. Ο Γιουτκέβιτς ήταν ένας πολύ καλός γνώστης των παγκόσμιων ρευμάτων τέχνης, αναγνώριζε τη σπουδαιότητα του έργου του Λουίς Μπουνιουέλ, όπως και τις μοντερνιστικές και σουρεαλιστικές τεχνικές του στον κινηματογράφο, αγαπούσε με πάθος τη Γαλλία και συνδεόταν με δεσμούς φιλίας με τον Ματίς και τον Πικάσο.
Το ανοιχτό πλαίσιο ενατένισης της ευρωπαϊκής τέχνης, του διεθνούς της χαρακτήρα, και, η βαθιά γνώση της παγκόσμιας ιστορίας της τέχνης από τον Σεργκέι Γιουτκέβιτς, ήταν εναρμονισμένα με τον ρόλο που επιτελούσε ακριβώς η καλλιτεχνική δημιουργία στη Σοβιετική Ένωση, όπου θεωρούνταν αναπόσπαστο τμήμα της ευρύτερης παιδείας του λαού και της πορείας του προς την κατάκτηση της γνώσης, και που λειτουργούσε παράλληλα με την εξύψωση του βιοτικού του επιπέδου, με την ανάπτυξη όλων των επιστημονικών κλάδων, την υγεία ως δημόσιο αγαθό και του αδιαπραγμάτευτου δικαιώματος στην εργασία.
Την τέχνη την αντιλαμβάνονταν ως μορφή κοινωνικής συνείδησης με την οποία ο άνθρωπος αποκτούσε γνώση για τον κόσμο.
Ας θυμηθούμε άλλωστε τη ρωσική πρωτοπορία, που ως ρεύμα νεωτερικότητας ερχόταν σε ρήξη με την παλιά αισθητική, συμπορευόμενη με τη μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, όπως και το πρωτοπόρο καλλιτεχνικό ρεύμα του κονστρουκτιβισμού με κύριο εκπρόσωπο τον Βλαντιμίρ Τάτλιν και τον ευρηματικό του Πύργο της Διεθνούς. Ο Σεργκέι Γιουτκέβιτς γνώριζε επίσης εις βάθος την ελληνική ιστορία.
Από τους αρχαίους Έλληνες τραγικούς ποιητές, την ελληνική μυθολογία έως τη σύγχρονη ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα και φυσικά την Εθνική Αντίσταση και την περίοδο του εμφυλίου πολέμου.
Θα έλεγε κανείς πως ο Γιουτκέβιτς έμοιαζε να βρίσκεται μέσα στη δική μας βιβλιοθήκη, μιας και οι αναφορές του σε αποσπάσματα βιβλίων του ιστορικού Νίκου Σβορώνου, στην Ηλέκτρα του Ευριπίδη από τη μετάφραση του Παναγή Λεκατσά, μάς φανερώνουν τη μεγάλη και πλατιά ιστορική και φιλολογική ματιά αυτού του πρωτοπόρου ρώσου σκηνοθέτη, του Σεργκέι Γιουτκέβιτς.
Και κάτι ακόμα. Ο Γιουτκέβιτς υπήρξε και θεωρητικός του κινηματογράφου.
Στο βιβλίο του Μοντέλα πολιτικού κινηματογράφου αφιερώνει 34 ολόκληρες σελίδες στο έργο του Θεόδωρου Αγγελόπουλου.
Είναι ίσως ο σκηνοθέτης τον οποίο αναλύει περισσότερο από κάθε άλλον παγκόσμιου βεληνεκούς κινηματογραφιστή σε αυτό το βιβλίο.
Στη σκηνή του Θιάσου του Αγγελόπουλου, όπου ο Πατέρας περικυκλωμένος από στρατιώτες και αξιωματικούς των Ες -Ες στήνεται στον τοίχο, και ο κρύος πρωινός αέρας τού χαϊδεύει τα μαλλιά, πριν ακριβώς από την εκτέλεσή του, επαναλαμβάνει μηχανικά μία φράση από την προσφυγιά: «Εγώ ήρθα από τη θάλασσα, από την Ιωνία.
Εσείς από πού ήρθατε;» Χρόνια τώρα η φράση αυτή του πατέρα, από την επίμαχη σκηνή του Θιάσου του Αγγελόπουλου, την οποία επεσήμανε ο Γιουτκέβιτς στο βιβλίο του, με στοιχειώνει.
Είναι η δύναμη της εικονοπλασίας στη δραματουργία του Θεόδωρου Αγγελόπουλου που ενορατικά και αφηγηματικά παραπέμπει στους 200 εκτελεσμένους κομμουνιστές στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, αφού η τραγικότητα της μονάδας (πατέρας) στη σκηνή, η μοναχικότητα του θανάτου του, λειτουργούν συγκινησιακά πολλαπλασιαστικά.
Αντίστοιχου μεγέθους, ηχητικό όμως σήμα, που εξάπτει τη φαντασία, δημιουργώντας και αναπαράγοντας με όρους δραματουργίας τη σκηνή αυτή, είναι το ποίημα του Νίκου Καββαδία «Federico Garcia Lorca» με τον επίμαχο στίχο του «Στον τοίχο της Καισαριανής μάς φέραν από πίσω κ΄ ίσα εν΄ αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό» που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος.
Εκείνες όμως οι φωτογραφίες του Γερμανού λοχία Χέρμαν Χόιερ, τα στιγμιότυπα πριν την εκτέλεση που «γλίστρησαν» σαν να είχαν πόδια, χέρια και κορμό, σαν από μόνα τους, για να βγουν στο φως 82 χρόνια μετά, και σε παγκόσμια θέα, όχι μόνο εθνική, δεν ανασχηματίζουν απλά τη σκηνή του δράματος με όρους φωτογραφικής λήψης, δεν είναι μονάχα το χαμένο κομμάτι του «παζλ» της εκτέλεσης που οπτικοποιεί το αυτονόητο , ότι σε αυτήν εδώ τη χώρα υπήρξαν Έλληνες κομμουνιστές πατριώτες που έδωσαν την ζωή τους στον αγώνα για την ελευθερία της χώρας, όπως υπήρξαν και Έλληνες που συμμάχησαν με τους Γερμανούς κατακτητές, αλλά και Έλληνες που κατέδωσαν Έλληνες αγωνιστές στον κατακτητή.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του υπουργού Εσωτερικών Κωνσταντίνου Μανιαδάκη που στις κρίσιμες στιγμές της κατάκτησης της χώρας από τον γερμανικό στρατό παρέδωσε επίσημα στις δυνάμεις κατοχής τους κομμουνιστές πολιτικούς κρατούμενους της Ακροναυπλίας (625 στον αριθμό) εκ των οποίων οι 135 εκτελέστηκαν την 1η Μαΐου του 1944 στην Καισαριανή ως αντίποινα της επίθεσης στον υποστράτηγο της ναζιστικής Γερμανίας Φραντς Κρεχ, και της συνοδείας του, στην Πελοπόννησο από την αντιστασιακή οργάνωση του ΕΛΑΣ.
Κάτω από αυτό το πρίσμα μπορούμε να ερμηνεύσουμε καίρια τη φράση του Νίκου Μπελογιάννη κατά την απολογία του: «Έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα, με την καρδιά μας και με το αίμα μας». Οι φωτογραφίες αυτές, των 200 εκτελεσμένων κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, που ήρθαν πρόσφατα στο φως, προσδιορίζουν και κάτι παραπάνω, αποκρυπτογραφούν τον κώδικα της ζωής, αποκωδικοποιούν τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, συνδέουν την επιστημονική ιστορική ανάλυση και την έρευνα με τις ιστορικές πηγές, συντρίβοντας το κυρίαρχο μετεμφυλιακό αφήγημα που η ίδια η εξουσία επέβαλε έως τις μέρες μας.
Είναι σύνηθες όταν αναφερόμαστε στον κώδικα της ζωής να εννοούμε τον γενετικό κώδικα.
Εδώ όμως, στην περίπτωση του θυσιαστηρίου, ο κώδικας της ζωής αποκτά μια άλλη, πιο καθολική διάσταση.
Είναι ό,τι δεν έχει ακόμα αποσαφηνισθεί μέσα στην ελληνική κοινωνία, ό,τι αιωρείται ως τραγωδία και επιστρέφει ως φάρσα μέσα στην ίδια την ιστορία, ό,τι δεν έχει εκφρασθεί ακόμα γι’ αυτό και δεν αποτελεί μέρος και κτήμα μιας πλατύτερης κοινωνικής συνείδησης, είναι το άρρητο που δεν έχει ακόμα διατυπωθεί στη σωστή διάλεκτο, είναι οι πράξεις και τα έργα των ανθρώπων που έμειναν στην άκρη, που προσπεράστηκαν ή που σκοπίμως αποσιωπήθηκαν.
Ο κώδικας της ζωής είναι με λίγα λόγια ο κοινωνικός και ιστορικός κώδικας, ό,τι μέλλεται να εκφραστεί για να βγει στο φως, στο ξέφωτο του λόγου και της σκέψης μέσα στην ελληνική κοινωνία, όπως ακριβώς τα αρνητικά ενός φωτογραφικού φιλμ που θα δώσουν τελεσίδικα τη μορφή μιας εικόνας.
Οι φωτογραφίες των 200 εκτελεσμένων κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής μάς διδάσκουν πως η ιδεολογία είναι το αλεξικέραυνο της ύπαρξης και πως το οργανωμένο αυτό σύστημα θέασης-ενατένισης του κόσμου δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις άλλες μορφές δραστηριότητας του ανθρώπου, όπως την εργασία, την οικογενειακή ζωή, τον έρωτα, την αγάπη για την πατρίδα, την ελευθερία κ.ά. Ας σκεφτούμε πως τα ομηρικά έπη, οι αρχαίοι μύθοι, ολόκληρη η αρχαία ελληνική γραμματεία, δημιουργούσαν και ανασυνέθεταν -πρωτίστως- την εικόνα και την ιστορία του κόσμου, γι’ αυτό και απέκτησαν παγκόσμια διάσταση, γι’ αυτό και έγιναν κτήμα ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Δεν γνώρισαν και δεν γνωρίζουν σύνορα.
Τι σύνορα άλλωστε μπορούν να νοηθούν μέσα στην ανθρωπογεωγραφία των ομηρικών επών, και στη μεταμορφωτική δύναμη του μύθου στη Θεογονία του Ησίοδου; Ομοίως και οι φωτογραφίες των 200 κομμουνιστών, των ψηλομέτωπων και λεβεντόκορμων που οδεύουν προς το θυσιαστήριο αψηφώντας τον θάνατο, αποτελούν, ακόμα και με όρους μυθολογίας, έπους και φιλοσοφίας, το τεκμήριο του πλατέματος και της εξύψωσης της ανθρώπινης ύπαρξης, ένα παγκόσμιο μεγαλείο, αφού πρόκειται για το αίμα της ίδια της ανθρωπότητας.
Στην ένθετη έκδοση με πρωτότυπο υλικό για τη ζωή και τη δράση των εκτελεσμένων κομμουνιστών της πρωτομαγιάς του 1944 στην Καισαριανή, που κυκλοφόρησε πρόσφατα με την εφημερίδα Ριζοσπάστης, και που επιμελήθηκε η Επιτροπή Ιστορικού Αρχείου της ΚΕ του ΚΚΕ, όλα τα στοιχεία που δίνονται στη δημοσιότητα έχουν μία απίστευτη βαρύτητα και ένα μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον.
Εκείνο τελικά που με στοίχειωνε στην επίμαχη σκηνή του Θιάσου του Θ. Αγγελόπουλου, με τον Πατέρα πρόσφυγα που εκτελείται από τα Ες -Ες, κρύβει ένα μεγάλο μέρος της ιστορικής αλήθειας.
Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά τα βιογραφικά των 200 θα διαπιστώσει πως ένας μεγάλος αριθμός των εκτελεσμένων ήταν προσφυγικής καταγωγής.
Επίσης η συντριπτική πλειοψηφία των 200 (σύμφωνα με τούτη την εμπεριστατωμένη μελέτη του ΚΚΕ) ήταν στελέχη του ΚΚΕ, εκλεγμένοι στα σωματεία τους, πρωτοπόροι στο εργατικό και αγροτικό κίνημα, υποψήφιοι βουλευτές με το Ενιαίο Μέτωπο Εργατών και Αγροτών (εκλογικός συνδυασμός που είχε συγκροτήσει το 1935 το παράνομο τότε ΚΚΕ), με λίγα λόγια άνθρωποι ατσαλωμένοι ιδεολογικά, μελετημένοι και κοινωνικά δραστήριοι.
Ήταν ουσιαστικά το πιο πρωτοπόρο, πολιτικοποιημένο και συνειδητό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας.
Και ετούτο αποτελεί από μόνο του ένα ιστορικό τεκμήριο, ένα αδιάσειστο δεδομένο για τον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να ερμηνεύομε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία.
Ανάμεσα στους 200 ήταν και ο Σταύρος Κάππας.
Στην ένθετη έκδοση διαβάζουμε πως γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας το 1917, και μετέπειτα έφθασε στη Θεσσαλονίκη ως πρόσφυγας για να εγκατασταθεί τελικά στον Άγιο Θωμά Πρέβεζας.
Όταν ενηλικιώθηκε, μετέβη στην Αθήνα, και οργανώθηκε στην ΟΚΝΕ και στο ΚΚΕ, συνελήφθη κατά τη δικτατορία του Μεταξά, κλείστηκε στις φυλακές Αβέρωφ, όπου αργότερα τον μετέφεραν στην Ακροναυπλία μαζί με άλλους μελλοθάνατους κομμουνιστές που μετά από λίγα χρόνια εκτελέστηκαν στην Καισαριανή.
Κάθε πρωτομαγιά η Τ.Ε. Πρέβεζας του ΚΚΕ, αμέσως μετά την πορεία, καταθέτει στεφάνι στο μνημείο του Σταύρου Κάππα στον Άγιο Θωμά Πρέβεζας.
Εφέτος η κατάθεση συνοδεύθηκε από μία εκδήλωση μνήμης με παράθεση νέων ιστορικών στοιχείων και ανάγνωση ποιημάτων.
Πρώτη του Μάη του 2026, απομεσήμερο στο μνημείο του Σταύρο Κάππα, συννεφιασμένη ημέρα, γκρίζα, σαν το τοπίο της ελληνικής ιστορίας.
Μέσα στη μικρή επαρχία που τιμά τη μνήμη του, οδεύουν, διασχίζοντας την, οι 200, με βήμα σταθερό και με βλέμμα καθαρό ατενίζοντας το μέλλον, οι 200 αιώνιοι κομμουνιστές που μετέγραψαν στις ζωές μας τον κώδικα τής δικής τους ζωής. 📖Βιβλιογραφία: • Yutkevich, Sergei. (1983). Μοντέλα Πολιτικού Κινηματογράφου. Μτφρ. Πρόκου Λίντα. Επιμέλεια: Βασίλης Ραφαηλίδης. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή. • Εφημερίδα Ριζοσπάστης, Σαββατοκύριακο 25-26 Απρίλη 2026, ένθετη έκδοση «200 αθάνατοι, η ζωή και η δράση των εκτελεσμένων κομμουνιστών της Πρωτομαγιάς του 1944 στην Καισαριανή». Επιμέλεια: Επιτροπή Ιστορικού Αρχείου της ΚΕ του ΚΚΕ. • Κομμουνιστική Επιθεώρηση (ΚΟΜΕΠ), τεύχος 6, 2007, «Θέατρο και Κοινωνία: Το παράδειγμα της Οκτωβριανής Επανάστασης», των Μιχάλη Γεωργίου και Διονύση Ξενάκη.
Από την εισαγωγή επιλέχθηκε η φράση: «Η τέχνη ως μορφή κοινωνικής συνείδησης αποτελεί μέσο για τη γνωριμία του ανθρώπου με τον κόσμο». • Αρκετά ιστορικά στοιχεία καταγράφει επίσης ο δημοσιογράφος Παναγιώτης Τσόγκας στο αφιέρωμα της ηλεκτρονικής εφημερίδας του, ακριβώς πριν 13 χρόνια, σε συνομιλία που είχε τότε με τη Σύλβια Κάππα, κόρη του αδερφού του Σταύρου Κάππα. Η Σύλβια Κάππα μεταφέρει με τα λεγόμενά της την τότε περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Παραθέτω τον ηλεκτρονικό σύνδεσμο της ιστοσελίδαςAtpreveza.gr: https://www.atpreveza.gr/index.php/epikairothta/4724-stis-kaisarianis-ton-toixo
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους