«Μήπως τελικά ήρθες για να βρεις λάθη, Μαρία;» είπε ψυχρά η πεθερά μου, η κυρία Παρασκευή, πριν ακόμα καταφέρω να ακουμπήσω τη σακούλα με τα κεράσματα στον πάγκο. Προσπάθησα να κρύψω το τρέμουλο στη...
«Μήπως τελικά ήρθες για να βρεις λάθη, Μαρία;» είπε ψυχρά η πεθερά μου, η κυρία Παρασκευή, πριν ακόμα καταφέρω να ακουμπήσω τη σακούλα με τα κεράσματα στον πάγκο.
Προσπάθησα να κρύψω το τρέμουλο στη φωνή μου: «Ήρθα να βοηθήσω, τίποτα άλλο.» Οι λέξεις τρέκλισαν στα χείλη μου, γιατί ήξερα πως αυτή η επίσκεψη δεν θα ήταν ποτέ απλή.
Πίσω από τις καλοσυνάτες χειρονομίες μας, αντηχούσε μια αόρατη ένταση – μια αίσθηση πως κάτι κρυφό πλανιόταν μέσα στο σπίτι. Η Παρασκευή με κοιτούσε αυστηρά, σφίγγοντας το μαντήλι στη γροθιά της.
Η σιωπή ανάμεσά μας έσπασε απ' το ρολόι του σαλονιού – βαρύ, παλιό, σαν να μέτραγε τα ψέματα που στοιβάζονταν σ' αυτό το σπίτι χρόνια τώρα. «Είναι τυχαίο που έρχεσαι ακριβώς όταν ο Νίκος έλειψε ταξίδι;» συνέχισε, εντείνοντας την καχυποψία της.
Απάντησα: «Είναι ευκαιρία να τα πούμε λίγο οι δυο μας…» - μα μέσα μου εύχομαι να είχα βρει δικαιολογία να μείνω σπιτάκι μου.
Καθίσαμε στο μικρό, σκοτεινό σαλόνι.
Η μυρωδιά του καφέ, ανάμικτη με εκείνη της κλεισούρας και των παλιών υφασμάτων, μού φαινόταν ασήκωτη.
Μέχρι τώρα νόμιζα πως τα βαθιά οικογενειακά μυστικά τα φανταζόμουν λόγω της ανασφάλειας μου – γιατί ο Νίκος συχνά έκλεινε το τηλέφωνο όταν την έπαιρνε, γιατί τα περασμένα καλοκαίρια εκείνος έμενε μέχρι αργά στις ελιές με τον θείο του και δεν γύριζε μαζί μας.
Δεν ήθελα να ψάξω παραπέρα, είχα μάθει πως όποιος ψάχνει βρίσκει μαχαιριές. Η Παρασκευή αναστέναξε βαριά. «Ξέρεις, Μαρία… δεν μου αρέσουν τα μισόλογα.
Εδώ καιρό έχω υπομονή – σε δέχτηκα στην οικογένεια, προσπάθησα να μπω στα δικά σου νερά.
Δεν είστε όμως όπως φαινόσαστε απ' έξω σας, εσείς της πόλης». Τα λόγια της με τρύπησαν, αλλά ήξερα πως είχαν μια περίεργη ειλικρίνεια.
Ένιωσα πως ήθελε να μου πει κάτι, κάτι που χρόνια της καταπίεζε.
Τότε ακούστηκε το τηλέφωνο. Η Παρασκευή το άφησε να χτυπάει μελαγχολικά για λίγο κι ύστερα σήκωσε το ακουστικό – το πρόσωπό της σκοτείνιασε. «Όχι, δεν είναι εδώ ο Νίκος... Ναι, ναι, θα του πω μόλις γυρίσει.» Έμεινα να παρατηρώ σιωπηλή, και το μυαλό μου άρχισε να σκαλίζει σενάρια.
Μόλις έκλεισε, με κοίταξε βαθιά. «Έχεις αναρωτηθεί ποτέ, Μαρία, γιατί ο άντρας σου αγαπάει τόσο πολύ το χωριό;» Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. «Το έχει μέσα του, Παρασκευή.
Από παιδί στα χωράφια...» «Δεν είναι μόνο αυτό», διέκοψε. «Κάποτε, πριν σμίξετε, είχε βρει καταφύγιο εδώ, κοντά σ' ένα κορίτσι από το διπλανό χωριό...» Ένιωσα τα χέρια μου να κρυώνουν. «Δεν το ήξερα.
Ποτέ δεν μου είπε κάτι...» Η Παρασκευή σήκωσε τα φρύδια. «Πολλά δεν ξέρεις για εκείνον.
Και πολλά δεν ήθελες να δεις.» Έσκυψα το κεφάλι.
Από τότε που παντρευτήκαμε, ο Νίκος πάντα έμοιαζε ριζωμένος σε κάτι παλιό, μια λύπη που δεν εξηγούνταν.
Οι βραδινές του βόλτες, η μελαγχολία και η σιωπή του τα Σαββατοκύριακα στο πατρικό του… Πάντα το απέδιδα στα άγχη της δουλειάς.
Η φωνή της Παρασκευής βάρυνε. «Η Κατερίνα.
Εκείνη πάντα πέρασε στα ψιλά γράμματα.
Ήταν σύννεφο πριν από σένα, αλλά για τη μάνα τα σύννεφα δεν φεύγουν ποτέ.» Με κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο νόημα. «Αν σε πείραζε, θα προτιμούσες να μη μάθεις;» Ανασήκωσα κεφάλι, αναζητώντας κουράγιο.
Ίσως, χωρίς να το ξέρω, να φοβόμουν τι θα έβγαζε στην επιφάνεια αυτή η κουβέντα – όχι μόνο για τον Νίκο, αλλά για τα δικά μου όρια. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους