Μαύρη» επέτειος 12 Μαΐου του 1947 εγκαινιάζεται επίσημα η Μακρόνησος Το «δικό μας» Γκουαντάναμο της ντροπής Σαν σήμερα στις 12 Μαΐου του 1947 «εγκαινιάστηκε» το κολαστήριο της Μακρονήσου στο ομώνυμο...
Μαύρη» επέτειος 12 Μαΐου του 1947 εγκαινιάζεται επίσημα η Μακρόνησος Το «δικό μας» Γκουαντάναμο της ντροπής Σαν σήμερα στις 12 Μαΐου του 1947 «εγκαινιάστηκε» το κολαστήριο της Μακρονήσου στο ομώνυμο ξερονήσι απέναντι από το Λαύριο ,το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως στρατόπεδο συγκέντρωσης «εθνικής αναμόρφωσης» για χιλιάδες Αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης . Η Μακρόνησος είχε ανοίξει ως τόπος εξορίας από τις αρχές του 1947. Στη Μακρόνησο εξορίστηκαν Νεοσύλλεκτοι φαντάροι από διάφορες πειθαρχικές μονάδες του στρατού.
Αξιωματικοί του ΕΛΑΣ, έφεδροι και μόνιμοι.
Πολιτικοί εξόριστοι (άνδρες, γυναίκες και παιδιά) από τα διάφορα στρατόπεδα πολιτικών κρατουμένων π.χ. Άη Στράτη, Ικαρία, Λήμνο, Τρίκερι κ.α. Προληπτικώς συλληφθέντες πολίτες στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού. Υπόδικοι Πολιτικοί Κρατούμενοι που βρίσκονταν στις διάφορες φυλακές της χώρας και που προορίζονταν να δικαστούν από τα έκτακτα Στρατοδικεία.
Η καθημερινή ζωή των κρατουμένων ήταν αυστηρά στρατιωτική, με βάρβαρη πειθαρχεία.
Δηλαδή προσκλητήρια, αναφορές, καψόνια, εγκλεισμός στα πειθαρχεία, ώρες στον ήλιο ή στη βροχή και το κρύο, βασανιστήρια, ξυλοδαρμοί και τέλος, απροσχημάτιστες δολοφονίες, με αποκορύφωμα τη μεγάλη σφαγή στο ΑΕΤΟ, το Φλεβάρη - Μάρτη του 1948.
Το συσσίτιο ήταν άθλιο, το νερό ελάχιστο ή και σπάνιο, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ουσιαστικά ανύπαρκτη. Το Μάρτιο του 1947 σημειώθηκε απόπειρα απόδρασης 7 κρατουμένων οι οποίοι εξολοθρεύτηκαν από τους φρουρούς, το τραγικό αποκορύφωμα αποτέλεσε η σφαγή 300 και πλέον στρατιωτών και εκατοντάδων τραυματιών στο Α' Τάγμα (επίσημα ανακοινώθηκαν 17 νεκροί και 61 τραυματίες του διημέρου 29 Φεβρουαρίου/1 Μαρτίου 1948) που όπως όλα τα στοιχεία δείχνουν, σχεδιάσθηκε προκειμένου να εξασθενήσει το φρόνημα των εγκλείστων.
Η σφαγή έλαβε χώρα δύο μήνες μετά την ανακήρυξη από τους αντάρτες της προσωρινής "κυβέρνησης του βουνού". Ηθική ευθύνη για αυτή την πρακτική αποδίδεται σε πολιτικούς της εποχής, όπως ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης, ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος.
Κι αυτό διότι αφενός ανέχθηκαν ή και εκθείαζαν με τις δηλώσεις τους το "αναμορφωτήριο", αφετέρου ουδείς εκ των προαναφερομένων έπραξε οτιδήποτε με πολιτική του παρέμβαση προκειμένου οι υπεύθυνοι του εγκλήματος να λογοδοτήσουν.
Αντιθέτως, σε δίκη παραπέμφθηκαν τα θύματα.
Οι πλήρεις λεπτομέρειες που αφορούν στο αιματηρό αυτό περιστατικό δεν έχουν γίνει γνωστές, ενώ κάποιοι θεωρούν ότι έχουν αποσιωπηθεί από το επίσημο κράτος.
Ωστόσο, ο Νίκος Μάργαρης στο εξαιρετικό του δίτομο έργο "Ιστορία της Μακρονήσου" παραθέτει πολλές ιδιαίτερες μαρτυρίες που φέρουν σαν πιθανότερη την εκδοχή του προμελετημένου εγκλήματος και πρόσχημα την άρνηση 700 σκαπανέων να μεταφερθούν από το Α' (ή "κόκκινο" Τάγμα) στο Γ' ("γαλάζιο"). Από την άλλη πλευρά, οι εφημερίδες της κεντρο-δεξιάς παράταξης (πρωθυπουργός ήταν ο γηραιός Θεμ.
Σοφούλης επικεφαλής κυβέρνησης συνεργασίας μεταξύ Λαϊκού κόμματος και κόμματος Φιλελευθέρων) έκαναν λόγο για "στάση" που αναγκάσθηκαν να καταστείλουν με τα όπλα οι φρουροί και οι αλφαμίτες.
Μάλιστα βάσει ενός έωλου κατηγορητηρίου -που προκάλεσε τη δυσφορία ακόμη και του στρατοδικείου- παραπέμφθηκαν σε δίκη 155 "πρωταίτιοι", με αποτέλεσμα πέντε από αυτούς να καταδικαστούν σε θάνατο.
Χαρακτηριστικό του κλίματος που επικράτησε στη δίκη ήταν η ευχή που διατύπωσαν οι ίδιοι οι δικαστές ώστε οι ποινές αυτές να μετατραπούν από το βασιλέα σε ισόβια. Ο ΜΙΚΗΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ «Νόμιζα ότι ανάβουν εντός μου πυρκαγιές» Ο Μίκης Θεοδωράκης βασανίστηκε ανηλεώς σωματικά και ψυχολογικά στη Μακρόνησο, όπου ήταν πολιτικός κρατούμενος.
Τον έστειλαν στο νοσοκομείο, με πολλαπλά κατάγματα, σπασμένα πλευρά, εξαρθρωμένο γόνατο, κατεστραμμένο τον μισό πνεύμονα και προβλήματα στο δεξί μάτι.
Ξαναγύρισε στο κολαστήριο, όπου και άρχισαν οι κρίσεις: «ηλεκτρικές εκκενώσεις, που τελικά λες και έδιναν ραντεβού όλες μαζί στο στομάχι και στο κεφάλι.
Νόμιζα ότι ανάβουν εντός μου πυρκαγιές, καιγόμουν και πονούσα.
Το σώμα μου γέμιζε με κυματιστούς σπασμούς.
Εχανα το αίσθημα της ισορροπίας». Δύο από τα έργα του Μίκη Θεοδωράκη, η «Πρώτη Συμφωνία» και το «Χτύπα - Χτύπα» γράφτηκαν στη Μακρόνησο Τα τρομερά βασανιστήρια, οι εξευτελισμοί, οι νύχτες με τους αρουραίους και τους σκορπιούς, οι ασύλληπτοι ήχοι που ανέβαιναν τα βράδια από τις χαράδρες, όταν χίλιοι άνδρες μαζί βασανίζονταν φρικτά, δεν είχαν το αποτέλεσμα που περίμεναν οι βασανιστές του.
Ούτε ο συνθέτης υπέγραψε.
Και, φυσικά, δεν ξέχασε ποτέ.
Μέσα στο έργο του υπάρχουν οι απόηχοι αυτής της φρικιαστικής εμπειρίας.
Κυρίως στην Πρώτη Συμφωνία του, με την οποία ιστόρησε τις μέρες της κόλασης. «Εγώ ακόμα και μέσα στη Μακρόνησο εξέφραζα με τη μουσική που συνέθετα τότε την κατάσταση, όπως ακριβώς τη ζούσα και τη ζούσανε και οι άλλοι.
Δεν εξωράιζα τίποτε, δεν αποσιωπούσα τίποτε.
Γράφοντας τότε την Πρώτη Συμφωνία μου ήμουν 100% ο εαυτός μου με την πίστη μου, τους φόβους και την αγωνία μου, ακόμα και τις αμφιβολίες μου και φυσικά την ελπίδα και την αισιοδοξία μου.
Γιατί χωρίς αισιοδοξία δεν μπορείς να ζήσεις ούτε μία ώρα σε ένα τέτοιο στρατόπεδο» («Εθνος», Φεβρουάριος 2003). «Μόνο τις νότες του...». Αυτές ζήτησε να πάρει μαζί του, στο «μικρό του μπαουλάκι» στη μεταγωγή του από την Ικαρία στη Μακρόνησο, ο Μίκης Θεοδωράκης.
Δύο από τα έργα του Μίκη Θεοδωράκη, η «Πρώτη Συμφωνία» και το «Χτύπα - Χτύπα», γράφτηκαν στη Μακρόνησο (στο Δ' Τάγμα), συνοδεία βασανιστηρίων. «Οταν κόπασε το κακό, παγωμένοι, πεινασμένοι, εξαθλιωμένοι κατεβήκαμε στα μαγειρεία με την καραβάνα στο χέρι κι εκεί μας είπαν ότι δεν έχει φαΐ ούτε νερό, γιατί κόπηκαν οι συγκοινωνίες με το Λαύριο και δεν έφτασαν εφόδια... Και τότε είδα το μεγάλο για μένα κακό: Πάνω στα σύρματα που χώριζαν το στρατόπεδο απ' τη θάλασσα, ήσαν καρφωμένα τα φύλλα με τις νότες μου.
Ολόκληρη η Πρώτη Συμφωνία που είχα ολοκληρώσει στην Ικαρία, εκατοντάδες σελίδες, βρίσκονταν κρεμασμένες, σταυρωμένες θα έλεγα όπως ο Ιησούς Χριστός πληρώνοντας για τις δικές μου «αμαρτίες»... Ξεκρέμασα δυο-τρεις, όμως μάταιος ο κόπος, γιατί τις πολλές τις είχε πάρει ο άνεμος», σημειώνει ο Μίκης Θεοδωράκης στο χρονικό των σκληρών εκείνων ημερών της εξορίας, του μαρτυρίου αλλά και της δημιουργίας.
Μόλις οι σύντροφοί του είδαν να γράφει νότες, άρχισαν να του ζητούν να τους γράψει «το δικό τους τραγούδι» όπως είχε κάνει στην Ικαρία με το «Θάλασσες μας ζώνουν». «Δεν θυμάμαι τώρα λεπτομέρειες παρά μόνο τον εαυτό μου να τραγουδώ το «Χτύπα Χτύπα» από σκηνή σε σκηνή» αναφέρει ο συνθέτης. «Πολλοί άρχισαν να το τραγουδούν μαζί μου και μια μέρα κατεβήκαμε στον A Κλωβό στη σκηνή των στρατηγών όπως τη λέγαμε κι εκεί η αυτοσχέδια χορωδία μας το τραγούδησε μπροστά στους τιμημένους στρατηγούς του ΕΛΑΣ, τον Σαράφη, τον Μάντακα και τον Αυγερόπουλο. Δεν θυμάμαι να είχα ποτέ ξανά στη ζωή μου τη συγκίνηση που ένοιωσα τότε.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους