[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Πώς να αγαπάς την κόρη σου - Hila Blum (μεταφ. Μάγκυ Κοέν, εκδ Βιβλιοπωλείο Gutenberg) «Οἱ ἱστορίες ποὺ ἔχουν νὰ κάνουν με μάνες καὶ κόρες ἀρχίζουν πάντοτε ἀπὸ τὴ μέση καὶ ἀναζητοῦν ἕνα σημεῖο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Πώς να αγαπάς την κόρη σου - Hila Blum (μεταφ. Μάγκυ Κοέν, εκδ Βιβλιοπωλείο Gutenberg) «Οἱ ἱστορίες ποὺ ἔχουν νὰ κάνουν με μάνες καὶ κόρες ἀρχίζουν πάντοτε ἀπὸ τὴ μέση καὶ ἀναζητοῦν ἕνα σημεῖο ἐκκίνησης.

Ποὺ ὅμως δὲν ὑπάρχει.

Τὸ πράγμα εἶναι ἁπλὸ ὅσο καὶ παράδοξο: ἡ ἀρχὴ ξεφεύγει πάντα πρὸς τὰ πίσω.

Εἶναι ὅπως με τὸ σύμπαν ἢ τοὺς ἀριθμούς, δὲν ὑπάρχει ἀρχή.» - Hila Blum «Γι’ αυτό λοιπόν διάλεξα να διαβάσω αυτό το βιβλίο αυτές τις ημέρες, είμαι κοντά του», είπα πριν λίγες μέρες στη μητέρα μου ενώ καθόμουν δίπλα της, στη θέση του συνοδηγού. «Και βοηθάει αυτό;», με ρώτησε.

Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. «Εννοώ», συνέχισε, «Σε ανακουφίζει; Σε κάνει πιο ευτυχισμένη;» Μπορεί να ξέρεις τη μητέρα σου όλη σου τη ζωή και να συνεχίσει να σε εκπλήσσει.

Δεν ήταν καθόλου καινούρια η διαπίστωση πως εγώ πάντοτε στοχεύω σε κάποια βαθύτερη αλήθεια, δικιά μου και των άλλων, η οποία υποτίθεται πως θα με κάνει να καταλάβω καλύτερα, να βοηθήσω αποτελεσματικότερα, να απαντήσω αριστοτεχνικά, να ερωτευτώ για πάντα ή να ξεφύγω οριστικά.

Δεν έχω ικανοποιητικές αποδείξεις ότι η αλήθεια είναι κάτι δύσκολο ή επίπονο, αλλά αυτά είναι τα χαρακτηριστικά με τα οποία την έχω φανταστεί.

Η μητέρα μου, από την άλλη, κυνηγάει την ευτυχία μου.

Αυτός ο χαριτωμένος πόλεμος κρατάει από τότε που θυμάμαι και τις δυο μας: η μια να προτάσσει σκληρές αλήθειες με κάθε κόστος και η άλλη να εντοπίζει απλές ευτυχίες, πάλι με κάθε κόστος.

Πάμε στο βιβλίο: «Η κόρη μου είναι ένα αίνιγμα», λέει η Γιοέλα αρκετές φορές μέσα στο βιβλίο.

Η ιστορία ξεκινάει με τη μητέρα κρυμμένη σ᾽ ένα σκοτεινό δρομάκι, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το δικό της σπίτι, όπου παρακολουθεί δύο κοριτσάκια και τη μαμά τους.

Είναι οι εγγονές της, που δεν έχει γνωρίσει ποτέ, και η κόρη της Λέα, την οποία έχει χρόνια να συναντήσει. Η Λέα «ήταν ένα κοριτσάκι που εμείς, οι γονείς του, το αγαπούσαμε μέχρι τρέλας.

Ήταν ο έρωτας της ζωής μας», λέει η Γιοέλα.

Τι συνέβη λοιπόν; Η Γιοέλα επισκέπτεται με αναδρομές το βαθύ παρελθόν μέχρι το σήμερα - όλη τη σχέση με την κόρη της: τις ιεροτελεστίες τους, τις διαφωνίες και κάθε στιγμιότυπο ζωής που μπορεί να υπάρχει.

Σε κανένα σημείο η συγγραφέας δεν μας εξηγεί ξεκάθαρα ποιο γεγονός οδήγησε τη Λέα στην απόφαση να αποστασιοποιηθεί από τη μητέρα της, εάν και καταλαβαίνουμε.

Αυτό είναι που κάνει το «Πώς να αγαπάς την κόρη σου» καλό βιβλίο: Η Blum αποφεύγει τις ερμηνείες.

Δεν το κάνει απλά επειδή είναι έξυπνη ή καλή συγγραφέας, αλλά γιατί έχει μπει στο πετσί του ρόλου: η «ερωτευμένη» μητέρα κατηγορεί τον εαυτό της κι έτσι έρχεται γυμνή, με πρησμένα μάτια μπροστά στο «δικαστήριο» που έφτιαξε: εμάς.

Μας εξομολογείται η Γιοέλα, όσα θυμάται, με τον τρόπο που τα θυμάται και μας αφήνει όσο χώρο θέλουμε.

Με αυτόν τον τρόπο πετυχαίνει να μας βάλει πιο βαθιά στην ιστορία.

Αυτό το «Μόνο συναίσθημα» που συχνά τη χαρακτηρίζει καταφέρνει να «ξεκλειδώσει». Ανατρέχει σε «αυθεντίες», σε χωρία των Άτγουντ, Μονρό, Γουίντερσον, αλλά η ίδια η Γιοέλα δεν κουνάει δάχτυλο, μόνο συγκρατημένη απελπισία και γοητευτικές επαναλήψεις. Η Γιοέλα από την αρχή επιμένει στην ευτυχία στα μάτια της κόρης της, άρα όταν η Λέα με πρόφαση ένα ταξίδι, φεύγει και εξαφανίζεται η Γιοέλα αποκτά το μελαγχολικό ύφος της απορίας που κατατρώει κι έτσι δικαιολογούνται και τα μικρά κείμενα που ενώ κάποιοι θα χαρακτήριζαν αντιλογοτεχνικά, κατασκευάζουν πολύ πιστά την ψυχική κατάσταση της καταθλιπτικής, που μπορεί να σταθεί μόνο σε μέρη του όλου.

Συχνά σκεφτόμουν πως κάθε φορά που η μητέρα μου μου μιλάει για εμένα και κάτι που περάσαμε, ή πέρασε χωρίς να το ξέρω, αιφνιδιάζομαι.

Πώς γίνεται να κρύβεται ένας τόσο δικός μου κόσμος ακριβώς κάτω από τη μύτη μου; Ακόμα, έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται το πονεμένο ζήτημα της «λογοτεχνίας» και της «γυναίκειας λογοτεχνίας». Ήθελα να αναζητήσω την πληροφορία εάν διαβάστηκε από άντρες ή εάν μόνο μητέρες και κόρες το διαβάσαμε.

Σκέφτομαι πόσο μεγαλώνω διαβάζοντας λογοτεχνία από άντρες και γυναικες.

Λογοτεχνία για τη σχέση ανδρών μεταξύ τους, πατερά - γιου, για ιστορίες πολέμου, για τις αντρικές σιωπές.

Μεγαλώνω έχοντας άντρες φίλους, φροντίζοντας τη σχέση με τον πατερά μου και επιμένοντας να δίνω όσο το δυνατόν πιο ανοιχτές ευκαιρίες στους άνδρες που συναναστρέφομαι, παρά τα πολύ προβλέψιμα στραπάτσα που γεννάει η πατριαρχία με μαθηματική ακρίβεια.

Χάνω αλλά επιμένω.

Ελπίζω οι άντρες να μάθουν να βλέπουν τις γυναίκες ως ανθρώπους και δημιουργούς, όχι μόνο για το δικό μας κέρδος, να μη κινδυνεύουμε, να έχουμε ίσες ευκαιρίες και να μας σέβονται, αλλά και για τον εαυτό τους: να διαβάσουν καλή λογοτεχνία χωρίς να αναπνέουν μια ζωή μόνο τα χνώτα τους.

Ακολουθεί πολύ ενδιαφέρον απόσπασμα από συνέντευξη της Hila Blum στον Διονύσης Μαρίνος κατά την 20ή ΔΕΒΘ (2024) την οποία θα βρείτε ολόκληρη στη Book Press.

Τέλος, κλείνω με απόσπασμα από το βιβλίο: «Το έβλεπα αυτό όταν η κόρη μου ήταν μικρή κι εγώ έγραφα το βιβλίο.

Υπήρχε ένας άπειρος αριθμός καθημερινών αποφάσεων που απαιτούσε η γονική μέριμνα.

Μερικές ήταν πραγματικά μικρές.

Κάποιες ήταν τεράστιες - αλλά πάντα αποφάσεις.

Και με εντυπωσίασε η αδυναμία να προβλέψω τη συσσωρευμένη μακροπρόθεσμη επίδραση όλων αυτών.

Και σκεφτόμουν πώς οι γονείς οδηγούμενοι από συναισθήματα που αναγνωρίζουν ότι είναι αγάπη και από προθέσεις που θεωρούν καλές και λόγους που θεωρούν ότι είναι σωστοί - μπορεί μερικές φορές να καταλήξουν να κάνουν ένα πολύ λάθος πράγμα.

Και με ανησύχησε η πιθανότητα φαινομενικά καλοήθεις προθέσεις να οδηγήσουν σε κακά αποτελέσματα.

Κάπως έτσι μετέφερα όλες τις ανησυχίες μου στο βιβλίο.» * «Διάβασα πριν χρόνια ἕνα μυθιστόρημα γιὰ μιὰ γυναίκα ἀπ' τὸ Δουβλίνο, ποὺ εἶχε ἕντεκα ἀδέλφια καὶ ὅταν μεγάλωσε καὶ παντρεύτηκε ἀπέκτησε δυὸ κόρες.

Τὰ κορίτσια της, ἔλεγε, «ποτὲ δὲν ἔχουν βρεθεῖ νὰ προχωροῦν στον δρόμο ὁλομόναχα.

Ποτὲ δὲν ἔχουν μοιραστεῖ τὸ ἴδιο κρεβάτι». Δὲν ἀνέφερε κάτι ἄλλο για τις κόρες της καὶ κατάλαβα ὅτι ἤθελε νὰ πεῖ ὅτι τὶς ἀγαποῦσε καὶ ταυτόχρονα δὲν ἤξερε πῶς νὰ τὸ κάνει.

Κι αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα, ἡ ἀγάπη.

Εκείνη, πάντως, εἶχε προσπαθήσει.

Αὐτὴ ἡ γυναίκα, ὁ ἄντρας της καὶ τὰ κορίτσια ξεκίνησαν μὲ τὸ αὐτοκίνητο νὰ πᾶνε διακοπές, ξέσπασε ἕνας χαζοκαβγάς, ἡ γυναίκα ἔριξε μιὰ ματιὰ στὸν καθρέφτη καὶ εἶδε τὴ μεγαλύτερη κόρη της νὰ κοιτάει μὲ ἀπλανές βλέμμα τὸν δρόμο.

Τὸ στόμα της, παρατήρησε, είχε σουφρώσει πρὸς τὰ μέσα καὶ «εἶδε μὲ φριχτὴ ἀκρίβεια τὴν ἰδιαίτερη ἔκφραση ποὺ θὰ χάλαγε τὸ πρόσωπό της ἀργὰ ἢ γρήγορα, το κουσούρι πού θά κλεβε τὴν ὀμορφιά της πρὶν ἀκόμη μεγαλώσει». Κι ἐκείνη τὴ στιγμὴ σκέφτηκε «Πρέπει να διαφυλάξω τὴν εὐτυχία της. Πρέπει νὰ τὴν κάνω εὐτυχισμένη».

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences