17 ετών… Κάπου ανάμεσα στα φροντιστήρια, στα stories, στα «διάβασε να περάσεις κάπου», στα φίλτρα του TikTok και στη γελοία ψευδαίσθηση ότι όλοι οι άλλοι περνάνε τέλεια, χάσαμε τα παιδιά μας. Και το...
17 ετών… Κάπου ανάμεσα στα φροντιστήρια, στα stories, στα «διάβασε να περάσεις κάπου», στα φίλτρα του TikTok και στη γελοία ψευδαίσθηση ότι όλοι οι άλλοι περνάνε τέλεια, χάσαμε τα παιδιά μας.
Και το χειρότερο; Δεν το καταλάβαμε καν.
Δύο 17χρονα κορίτσια έπεσαν από ταράτσα πιασμένα χέρι – χέρι.
Δεκαεπτά χρονών.
Με σημείωμα που έγραφε «συγγνώμη, σας αγαπάμε πολύ». Και ακόμη κι έτσι, η δημόσια συζήτηση θα κρατήσει δυο μέρες.
Τρεις το πολύ.
Μετά θα επιστρέψουμε στα ίδια.
Στα πάνελ, στα τροχαία, στα κουτσομπολιά, στα reels των 8 δευτερολέπτων.
Μέχρι το επόμενο παιδί.
Η αλήθεια είναι άβολη.
Η ελληνική κοινωνία δεν δίνει δεκάρα για την ψυχική υγεία των νέων.
Το κράτος τη θυμάται μόνο σε παγκόσμιες ημέρες και σε φυλλάδια υπουργείων.
Τα σχολεία λειτουργούν σαν εξεταστικά κέντρα παραγωγής άγχους.
Κανείς δεν μαθαίνει στα παιδιά πώς να διαχειρίζονται φόβο, αποτυχία, μοναξιά, πίεση, απόρριψη.
Μαθαίνουν απλώς να παπαγαλίζουν και να αντέχουν.
Και μέσα σε όλο αυτό, οι γονείς – όχι όλοι, αλλά πολλοί – έδωσαν στα κινητά τον ρόλο του τρίτου γονέα.
Ένα παιδί σήμερα μεγαλώνει με μια οθόνη κολλημένη στο πρόσωπο από τα 7 του.
Ξυπνά και κοιμάται μέσα σε έναν ατελείωτο διαγωνισμό σύγκρισης.
Άλλοι πιο όμορφοι, πιο πετυχημένοι, πιο δημοφιλείς, πιο «ευτυχισμένοι». Ψέματα, φυσικά.
Αλλά ο εγκέφαλος ενός εφήβου δεν έχει άμυνες απέναντι σε αυτή την παράνοια.
Τα κοινωνικά δίκτυα δεν είναι ουδέτερα εργαλεία.
Είναι μηχανές εθισμού.
Είναι σχεδιασμένα να κρατούν παιδιά κολλημένα, αγχωμένα, εξαρτημένα από αποδοχή και επιβεβαίωση.
Κι εμείς ακόμα κάνουμε ότι δεν βλέπουμε τον ελέφαντα στο δωμάτιο.
Προσέξτε κάτι ανατριχιαστικό: παλιότερα οι έφηβοι είχαν δυσκολίες, απογοητεύσεις, πίεση.
Αλλά είχαν και διαφυγές.
Παρέες χωρίς κάμερες. Γήπεδα. Βόλτες. Σιωπή.
Απόσταση από το βλέμμα των άλλων.
Σήμερα δεν υπάρχει διακόπτης.
Το παιδί κουβαλά το σχολείο, την πίεση, την τοξικότητα και την κοινωνική αξιολόγηση μέσα στην τσέπη του όλο το 24ωρο.
Και μετά απορούμε γιατί καταρρέουν.
Όχι, δεν φταίνε μόνο τα κινητά.
Δεν είναι τόσο απλοϊκό.
Αλλά είναι μέρος μιας κοινωνίας που έχει μετατρέψει τα παιδιά σε μικρές μονάδες επίδοσης και ψηφιακής κατανάλωσης.
Χωρίς ψυχική στήριξη.
Χωρίς ουσιαστική επαφή.
Χωρίς χρόνο.
Χωρίς ανάσα.
Κάποτε οι μεγάλοι φοβούνταν μήπως τα παιδιά τους βγουν στον δρόμο. Σήμερα ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ότι δεν βγαίνουν ποτέ πραγματικά από την οθόνη.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους