Από την PISA στο ΑΠΘ: η βαθειά κρίση μιας χώρας χωρίς μέλλον Υπάρχουν στιγμές που δύο φαινομενικά διαφορετικές ειδήσεις φωτίζουν το ίδιο πρόβλημα. Από τη μία, η απογοητευτική εικόνα των Ελλήνων...
Από την PISA στο ΑΠΘ: η βαθειά κρίση μιας χώρας χωρίς μέλλον Υπάρχουν στιγμές που δύο φαινομενικά διαφορετικές ειδήσεις φωτίζουν το ίδιο πρόβλημα.
Από τη μία, η απογοητευτική εικόνα των Ελλήνων μαθητών στην PISA 2022.
Από την άλλη, η επίθεση κουκουλοφόρων εναντίον φοιτητών μέσα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Το πρώτο μοιάζει εκπαιδευτικό ζήτημα.
Το δεύτερο μοιάζει ζήτημα ασφάλειας.
Στην πραγματικότητα, και τα δύο είναι συμπτώματα της ίδιας βαθύτερης παθολογίας: της παρακμής των δημόσιων θεσμών, της απαξίωσης της γνώσης και της εκτεταμένης ανοχής απέναντι σε μορφές εκμαυλισμού της δημόσιας ζωής. Η PISA 2022 λέει κάτι δομικό. Οι Έλληνες 15χρονοι μαθητές βρέθηκαν κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στα Μαθηματικά, στην Κατανόηση Κειμένου και στις Φυσικές Επιστήμες. Η Ελλάδα συγκέντρωσε 430 μονάδες στα Μαθηματικά, έναντι 472 του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, 438 στην Κατανόηση Κειμένου, έναντι 476, και 441 στις Φυσικές Επιστήμες, έναντι 485.
Ακόμη σοβαρότερο είναι ότι μόνο 53% των μαθητών στην Ελλάδα έφτασε τουλάχιστον στο βασικό επίπεδο επάρκειας στα Μαθηματικά, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 69%. Αυτοί οι αριθμοί δεν προσφέρονται για εύκολη ειρωνεία εναντίον των παιδιών.
Τα παιδιά δεν «πάτωσαν» επειδή είναι ανίκανα.
Τα παιδιά καθρεφτίζουν το σχολείο που τους δώσαμε, την πολιτεία που τα οργάνωσε, την κοινωνία που τα περιβάλλει και το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε την εκπαίδευση επί δεκαετίες ως πεδίο εξαγγελιών, πελατειακών διευθετήσεων, ιδεοληψιών και μικροκομματικής χρήσης.
Η ελληνική εκπαίδευση δεν πάσχει επειδή λείπουν οι εγκύκλιοι.
Πάσχει επειδή λείπει ο σκοπός.
Δεν έχουμε συμφωνήσει τι άνθρωπο θέλουμε να διαμορφώσει το σχολείο.
Θέλουμε μαθητή που να σκέφτεται ή μαθητή που να αποστηθίζει; Θέλουμε πολίτη που να κρίνει ή εξεταζόμενο που να αναπαράγει; Θέλουμε δημόσιο σχολείο που να ανοίγει κοινωνικούς δρόμους ή απλώς έναν μηχανισμό που στέλνει τους γονείς στα φροντιστήρια; Η PISA δεν μετρά την ικανότητα αποστήθισης.
Μετρά αν ο μαθητής μπορεί να χρησιμοποιήσει τη γνώση σε πραγματικές συνθήκες.
Και εκεί η Ελλάδα δυσκολεύεται.
Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται και στη δημιουργική σκέψη. Οι Έλληνες μαθητές συγκέντρωσαν 27 μονάδες στις 60, έναντι 33 του μέσου όρου του ΟΟΣΑ.
Μόνο 64% έφτασε τουλάχιστον στο βασικό επίπεδο δημιουργικής σκέψης, έναντι 78% στον ΟΟΣΑ, ενώ μόλις 9% των μαθητών στην Ελλάδα ανήκει στους κορυφαίους μαθητές με υψηλές αποδόσεις, έναντι 27% στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Αυτή είναι ίσως η πιο βαριά ένδειξη.
Δεν υστερούμε μόνο στη γνώση.
Υστερούμε στη μετατροπή της γνώσης σε σκέψη.
Και εδώ έρχεται το δεύτερο γεγονός: η επίθεση στο ΑΠΘ.
Μία ημέρα πριν από τις φοιτητικές εκλογές, ομάδα ατόμων με ρόπαλα, κράνη και καπνογόνα επιτέθηκε σε φοιτητές μέσα σε χώρους του Πανεπιστημίου.
Οι επιθέσεις αναφέρθηκαν στην Πολυτεχνική, στη Νομική και στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών, ενώ επτά άτομα μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο «Παπαγεωργίου». Η αστυνομία προχώρησε σε 39 προσαγωγές, οι οποίες όμως δεν κατέληξαν, τουλάχιστον αρχικά, σε συλλήψεις.
Η ανακοίνωση της Πρυτανείας του ΑΠΘ μίλησε για μια «βαθιά γραμμή» ανάμεσα σε όσους ασκούν, υποστηρίζουν ή ανέχονται τη βία και στη συντριπτική πλειονότητα όσων βρίσκονται στο Πανεπιστήμιο για να επεκτείνουν τους ορίζοντες της γνώσης.
Και πρόσθεσε ότι «λοστοί, καπνογόνα, μολότοφ, λεκτική και σωματική βία δεν έχουν καμία απολύτως θέση στο Πανεπιστήμιο». Το πρόβλημα της πανεπιστημιακής βίας στην Ελλάδα δεν είναι σημερινό.
Είναι διαχρονικό.
Κατά περιόδους υποχωρεί, αλλά δεν εξαφανίζεται.
Αλλάζει μορφές, αλλά επιστρέφει.
Άλλοτε στρέφεται εναντίον καθηγητών, άλλοτε εναντίον πρυτανικών αρχών, άλλοτε εναντίον φοιτητικών παρατάξεων, άλλοτε εναντίον εγκαταστάσεων, συμβόλων ή θεσμών.
Πού οφείλεται λοιπόν αυτή η επαναφορά; Όχι σε μία μόνο αιτία.
Οφείλεται πρώτα στην ανοχή.
Για δεκαετίες, μικρές ομάδες έμαθαν ότι μπορούν να επιβάλλουν τη βούλησή τους με τον φόβο.
Όχι επειδή ήταν ισχυρές αριθμητικά, αλλά επειδή οι θεσμοί ήταν αδύναμοι, αργοί, φοβικοί ή πολιτικά υπολογιστικοί.
Η βία απέκτησε έτσι ένα είδος άτυπης νομιμοποίησης: άλλοτε ως «κινηματική ένταση», άλλοτε ως «πολιτική διαμαρτυρία», άλλοτε ως «αναγκαία σύγκρουση». Στην πραγματικότητα, όμως, η βία μέσα στο Πανεπιστήμιο είναι ακύρωση της πολιτικής.
Εκεί όπου μπαίνει ο λοστός, τελειώνει το επιχείρημα.
Οφείλεται, δεύτερον, στη διάλυση της έννοιας του δημόσιου χώρου. Το Πανεπιστήμιο δεν θεωρήθηκε πάντα κοινός χώρος γνώσης, αλλά συχνά πεδίο ελέγχου.
Ποιος ελέγχει το τραπεζάκι; Ποιος ελέγχει τη συνέλευση; Ποιος ελέγχει την είσοδο; Ποιος έχει δικαίωμα να μιλά και ποιος θα σιωπήσει; Έτσι, η ακαδημαϊκή κοινότητα υποχωρεί μπροστά σε μικρούς μηχανισμούς επιβολής.
Οφείλεται, τρίτον, στην κομματικοποίηση χωρίς πολιτική παιδεία.
Οι φοιτητικές παρατάξεις θα μπορούσαν να είναι σχολείο δημοκρατίας.
Συχνά, όμως, μετατράπηκαν σε προθάλαμο κομματικής αναπαραγωγής, συναλλαγής ή μηχανιστικής αντιπαράθεσης.
Όταν η πολιτική στα πανεπιστήμια αποκόπτεται από τη γνώση, γίνεται θέατρο ισχύος.
Και όταν το θέατρο ισχύος συναντά την ατιμωρησία, γεννά βία.
Οφείλεται, τέταρτον, στον γενικό εκμαυλισμό της δημόσιας ζωής.
Δεν μπορούμε να παριστάνουμε τους έκπληκτους όταν η νεολαία αντιγράφει, με πιο ωμό τρόπο, την εικόνα που της δίνει η πολιτική και κοινωνική ελίτ.
Όταν η δημόσια ζωή κυριαρχείται από διαφθορά, αγοραίο λόγο, χυδαιότητα, συναλλαγή, ευτελισμό των θεσμών και απουσία προσωπικής ευθύνης, γιατί περιμένουμε οι χώροι της νεολαίας να είναι άσπιλοι; Αυτό δεν δικαιολογεί καμία επίθεση.
Δεν μειώνει την ευθύνη των δραστών.
Αλλά εξηγεί γιατί η βία βρίσκει περιβάλλον ανοχής.
Οφείλεται, πέμπτον, στην κρίση νοήματος. Ένα Πανεπιστήμιο που δεν μπορεί πάντα να πείσει τους φοιτητές του ότι είναι χώρος δημιουργίας, επιστήμης, ανόδου και ελευθερίας, αφήνει κενό.
Και το κενό καλύπτεται από μικρές ταυτότητες, θυμό, μηχανισμούς, συνθήματα, καταστροφική αυτοεπιβεβαίωση.
Όταν η γνώση δεν είναι κέντρο του Πανεπιστημίου, τη θέση της παίρνει ο ακτιβισμός χωρίς όρια ή η αδιαφορία.
Υπάρχει λοιπόν σύνδεση ανάμεσα στην PISA και στο ΑΠΘ; Ναι, όχι άμεση, αλλά βαθιά.
Και τα δύο δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει πρόβλημα με τη γνώση ως αξία.
Στο σχολείο, η γνώση συχνά υποβιβάζεται σε εξεταστική ύλη. Στο Πανεπιστήμιο, η γνώση συχνά υποχωρεί μπροστά σε μηχανισμούς ισχύος, βίας ή μικροπολιτικής.
Και στην πολιτική ζωή, η γνώση σπανίως αποτελεί προϋπόθεση διακυβέρνησης.
Το αποτέλεσμα είναι μια χώρα που μιλά αδιάκοπα για «μεταρρύθμιση», αλλά δυσκολεύεται να συγκροτήσει σοβαρούς θεσμούς.
Πώς αντιμετωπίζεται το πρόβλημα; Όχι μόνο με αστυνομία.
Η αστυνομία είναι αναγκαία όταν υπάρχει βία.
Αλλά δεν αρκεί.
Αν το Πανεπιστήμιο χρειάζεται μόνιμα αστυνομική παρουσία για να λειτουργήσει, τότε έχει ήδη ηττηθεί ως κοινότητα.
Χρειάζεται εφαρμογή του νόμου, αλλά και ανασυγκρότηση της πανεπιστημιακής ζωής.
Χρειάζεται ελεγχόμενη πρόσβαση όπου απαιτείται, ταυτοποίηση δραστών, γρήγορη δικαιοσύνη, πειθαρχικές διαδικασίες, προστασία της ελευθερίας του λόγου και μηδενική ανοχή σε ομάδες που μετατρέπουν το Πανεπιστήμιο σε πεδίο φόβου.
Χρειάζεται επίσης πολιτική αποστράτευση της βίας.
Τα κόμματα πρέπει να πάψουν να χρησιμοποιούν το Πανεπιστήμιο ως φυτώριο μηχανισμών.
Η αριστερά οφείλει να αποκόψει οριστικά κάθε ρομαντικοποίηση της «σύγκρουσης» όταν αυτή γίνεται τραμπουκισμός.
Η δεξιά οφείλει να μην εργαλειοποιεί κάθε επεισόδιο για εύκολη καταστολή χωρίς εκπαιδευτικό σχέδιο.
Και το κέντρο του πολιτικού συστήματος οφείλει να σταματήσει να μιλά για την παιδεία μόνο όταν θέλει να δείξει μεταρρυθμιστικό προφίλ.
Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται επιστροφή της γνώσης στο κέντρο.
Στο σχολείο, αυτό σημαίνει λιγότερη αποστήθιση, καλύτερους εκπαιδευτικούς, αξιολόγηση με νόημα, σύγχρονα προγράμματα, ενίσχυση γλώσσας, μαθηματικών, επιστημών και δημιουργικής σκέψης. Στο Πανεπιστήμιο, σημαίνει σοβαρές σπουδές, ερευνητική κουλτούρα, αξιοπρέπεια του δημόσιου χώρου, συμμετοχή των φοιτητών με κανόνες και όχι με όρους επιβολής.
Το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι ότι δεν έχουμε έξυπνα παιδιά.
Είναι ότι συχνά τους παραδίδουμε χαμηλές προσδοκίες, κακούς θεσμούς και ένα δημόσιο παράδειγμα που δεν εμπνέει.
Από την PISA μέχρι το ΑΠΘ, το μήνυμα είναι κοινό: μια κοινωνία που υποτιμά τη γνώση και ανέχεται τη βία δεν μπορεί να εκπλήσσεται όταν παράγει εκπαιδευτική υστέρηση και θεσμική αγριότητα.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πώς θα τιμωρηθούν οι κουκουλοφόροι.
Είναι πώς θα ξαναχτίσουμε ένα σχολείο και ένα Πανεπιστήμιο όπου ο νέος άνθρωπος θα μαθαίνει να σκέφτεται, να διαφωνεί, να δημιουργεί και να σέβεται τον δημόσιο χώρο. Διότι χωρίς αυτά, η χώρα θα συνεχίσει να παράγει στατιστικές αποτυχίας και εικόνες ντροπής.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους