Πριν από λίγες μόλις ώρες, μια είδηση ήρθε να παγώσει τον χρόνο.Μια είδηση που έκανε τον θόρυβο της καθημερινότητας να σωπάσει απότομα και άφησε πίσω της ένα βαρύ, ασήκωτο σκοτάδι. Δύο νέα παιδιά...
Πριν από λίγες μόλις ώρες, μια είδηση ήρθε να παγώσει τον χρόνο.Μια είδηση που έκανε τον θόρυβο της καθημερινότητας να σωπάσει απότομα και άφησε πίσω της ένα βαρύ, ασήκωτο σκοτάδι.
Δύο νέα παιδιά, δύο ψυχές στην αυγή της ζωής τους, βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας τραγωδίας που συγκλόνισε ολόκληρη την κοινωνία και βύθισε την Ηλιούπολη στο πένθος.Η μια 17χρόνη έχασε την ζωή της ακαριαία και η άλλη διακομίστηκε σε κρίσιμη κατάσταση στο «Ασκληπιείο» Βούλας.
Και ξαφνικά όλα μοιάζουν μικρά και ανούσια.
Οι διαφωνίες μας, οι φωνές μας, η αλαζονεία της καθημερινότητας, η ψευδαίσθηση ότι έχουμε χρόνο για όλα εκτός από τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα μας.Υπάρχουν στιγμές που μια κοινωνία οφείλει πρώτα να γονατίζει ηθικά και μετά να μιλά.
Να σωπαίνει πριν σχολιάσει.
Να πενθεί πριν αναλύσει.
Γιατί πίσω από κάθε τέτοια τραγωδία δεν υπάρχουν «θέματα επικαιρότητας» αλλά ανθρώπινες ζωές, οικογένειες διαλυμένες από τον πόνο, γονείς που μέσα σε λίγα λεπτά είδαν τον κόσμο τους να καταρρέει.
Ακριβώς γι’ αυτό, αυτές τις ώρες απαιτείται κάτι σπάνιο για την εποχή μας,σεβασμός.
Σεβασμός από όλους.
Από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, από τα κοινωνικά δίκτυα, από όσους σπεύδουν να χτίσουν θεωρίες, να αποδώσουν ευθύνες, να εισβάλουν με κάμερες και μικρόφωνα στον πιο ιερό χώρο του ανθρώπου,τον χώρο του πένθους.Δεν είναι δημοσιογραφία η ανθρωποφαγία.Δεν είναι ενημέρωση η μετατροπή μιας οικογενειακής τραγωδίας σε τηλεοπτικό υπερθέαμα.Δεν είναι κοινωνική ευαισθησία να ψάχνεις εναγωνίως λεπτομέρειες, φωτογραφίες, προσωπικές στιγμές, «αποκαλύψεις», την ώρα που κάποιοι άνθρωποι προσπαθούν ακόμα να συνειδητοποιήσουν τι συνέβη.
Οι γονείς δεν χρειάζονται κάμερες μπροστά στα δάκρυά τους.Δεν χρειάζονται δημόσιες δίκες ούτε «ειδικούς» που θα ερμηνεύσουν τη ζωή τους μέσα σε λίγα λεπτά τηλεοπτικού χρόνου.
Χρειάζονται αξιοπρέπεια, προστασία, σιωπή και χρόνο για να σταθούν όρθιοι μέσα στα ερείπια της ύπαρξής τους.Γιατί ο πόνος δεν είναι δημόσιο θέαμα.
Είναι σταυρός.
Ίσως αυτή η τραγωδία να είναι ένας σκληρός καθρέφτης της εποχής που ζούμε.
Μιας εποχής τεχνολογικά προηγμένης αλλά ψυχικά εξαντλημένης.
Ποτέ άλλοτε οι άνθρωποι δεν επικοινωνούσαν τόσο πολύ και ποτέ άλλοτε δεν ένιωθαν τόσο μόνοι.
Ζούμε μέσα σε έναν κόσμο αδιάκοπης έκθεσης, σύγκρισης και πίεσης.
Έναν κόσμο που απαιτεί από όλους να φαίνονται χαρούμενοι, επιτυχημένοι, δυνατοί, ακόμα κι όταν μέσα τους καταρρέουν.Η σύγχρονη κοινωνία έμαθε στον άνθρωπο να κρύβει τις πληγές του για να μη θεωρηθεί αδύναμος.
Να φορά χαμόγελα σαν μάσκες.
Να κυνηγά αποδοχή, επιβεβαίωση, τελειότητα και μέσα σε αυτή τη βίαιη σιωπή της ψυχής, πολλοί άνθρωποι χάνονται χωρίς κανείς να αντιληφθεί έγκαιρα την άβυσσο που κουβαλούν μέσα τους.
Η μεγαλύτερη φτώχεια της εποχής μας τελικά δεν είναι οικονομική.
Είναι βαθιά υπαρξιακή.
Είναι η απουσία νοήματος, αληθινής επικοινωνίας, βαθιάς ανθρώπινης παρουσίας.
Ξεχάσαμε να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον στα μάτια.
Ξεχάσαμε να ακούμε χωρίς να κρίνουμε.
Ξεχάσαμε ότι ο άνθρωπος δεν είναι αριθμός, εικόνα, επίδοση ή «προφίλ». Είναι ψυχή.
Είναι εύθραυστο μυστήριο.
Είναι ένας ολόκληρος εσωτερικός κόσμος που πολλές φορές καταρρέει σιωπηλά.Η θεολογία μιλά για την ιερότητα κάθε ανθρώπινης ύπαρξης.
Για τον άνθρωπο ως εικόνα Θεού, φορέα ανεκτίμητης αξίας.
Όμως ο σύγχρονος πολιτισμός μοιάζει συχνά να συνθλίβει αυτή την ιερότητα κάτω από το βάρος της ταχύτητας, της επιτυχίας, της δημόσιας έκθεσης και της αδιαφορίας.
Γι’ αυτό, αυτές τις ώρες, δεν χρειαζόμαστε κραυγές.Χρειαζόμαστε συνείδηση.
Δεν χρειαζόμαστε δημόσιους λιθοβολισμούς.
Χρειαζόμαστε ανθρωπιά.
Δεν χρειαζόμαστε άλλον θόρυβο.
Χρειαζόμαστε σιωπή που να ακούει.
Γιατί μια κοινωνία δεν αποκαλύπτεται στις ημέρες της ευημερίας της.
Αποκαλύπτεται στον τρόπο που στέκεται απέναντι στον ανθρώπινο πόνο.
Και σήμερα, δυστυχώς περισσότερο από ποτέ, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι συνέβη. Το ερώτημα είναι τι άνθρωποι έχουμε γίνει.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους