[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Δεν ήταν ένας πόνος. Ήταν πολλοί, ο ένας πάνω στον άλλον, σαν τα ρούχα που φόρεσε φεύγοντας. Ο πρώτος ήταν στα πόδια. Τον θυμάται καθαρά γιατί ήταν ο πιο απλός. Περπάτησε από το Κιρκιντζέ μέχρι τη...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Δεν ήταν ένας πόνος. Ήταν πολλοί, ο ένας πάνω στον άλλον, σαν τα ρούχα που φόρεσε φεύγοντας.

Ο πρώτος ήταν στα πόδια.

Τον θυμάται καθαρά γιατί ήταν ο πιο απλός.

Περπάτησε από το Κιρκιντζέ μέχρι τη Σμύρνη με ένα μωρό σαράντα ημερών δεμένο στο στήθος και ενα παιδι που κρατούσε από το χέρι.

Τα τσόκαρα έλιωσαν την τρίτη ώρα.

Μετά περπάτησε ξυπόλυτη πάνω στα χαλίκια που έκαιγαν.

Δεν έκλαψε.

Κοιτούσε τα πέλματα των παιδιών της για να δει αν μάτωναν πριν από τα δικά της.

Ο δεύτερος πόνος ήταν στο στήθος.

Το γάλα της έκοψε στη βάρκα. Η Αννούλα, το μωρό, θήλαζε αέρα και μετά κοιμόταν από εξάντληση. Η Ελένη ένιωθε το στήθος της να γίνεται πέτρα, να καίει, να την αρρωσταίνει.

Δεν είχε νερό να το ξεπλύνει, δεν είχε πανί να το δέσει.

Το βράδυ, κρυμμένη πίσω από άλλους ανθρώπους στο κατάστρωμα, πίεζε μόνη της το στήθος για να βγει λίγο γάλα, και όταν δεν έβγαινε, το έπνιγε με τα δάχτυλά της για να μην ουρλιάξει.

Ντρεπόταν που το σώμα της την πρόδωσε πριν προδώσει ο κόσμος.

Ο τρίτος ήταν στη μέση.

Τον κουβαλούσε μήνες μετά.

Στον καταυλισμό έξω από την Αθήνα κοιμόταν στο χώμα με τα παιδιά κουλουριασμένα πάνω της για να μην κρυώνουν.

Κάθε πρωί σηκωνόταν σαν γριά.

Έσκαβε με τα χέρια για να φυτέψει δυο κρεμμύδια που της έδωσαν.

Έπλενε ρούχα σε κρύο νερό.

Κουβαλούσε νερό σε τενεκέ.

Η μέση της λύγιζε, αλλά δεν μπορούσε να ξαπλώσει.

Αν ξάπλωνε, ποιος θα κρατούσε τα παιδιά όρθια; Ο τέταρτος πόνος δεν είχε θέση στο σώμα.

Ήταν η σιωπή.

Ο άντρας της ο Γιάννης έμεινε πίσω για να κλείσει το μαγαζί.

Της είπε «θα σας βρω στο λιμάνι». Δεν την βρήκε.

Δεν ήρθε ούτε γράμμα, ούτε όνομα σε κατάλογο.

Οι άλλες γυναίκες στον καταυλισμό μιλούσαν για τους δικούς τους.

Έκλαιγαν, φώναζαν, έκαναν μνημόσυνα με ψωμί. Η Ελένη δεν μίλησε ποτέ για εκείνον.

Φοβόταν πως αν έλεγε το όνομά του δυνατά, θα γινόταν αλήθεια ότι πέθανε.

Φοβόταν και το αντίθετο, πως αν δεν το έλεγε, θα ξεχαστεί.

Κράτησε το όνομα μέσα στο στόμα της, σαν κουκούτσι, και το κατάπινε κάθε βράδυ.

Ο πέμπτος πόνος ήταν τα μάτια των παιδιών. Ο Κωστάκης, ο μεγάλος, σταμάτησε να ζητάει ψωμί.

Έμαθε να περιμένει.

Την κοιτούσε με εκείνο το βλέμμα του ενήλικα που δεν ρωτάει γιατί δεν έχεις να του δώσεις. Η Αννούλα δεν γνώρισε ποτέ το σπίτι με τον βασιλικό, κι όμως όταν η Ελένη της τραγουδούσε να κοιμηθεί, της τραγουδούσε το τραγούδι που έλεγε η δική της μάνα στο Αϊδίνι.

Το παιδί ησύχαζε με μια γλώσσα που δεν είχε ακούσει ποτέ σε τόπο.

Και υπήρχε κι ένας πόνος που δεν τον έλεγε σε κανέναν, ούτε στον παπά.

Ήταν η ντροπή.

Ντρεπόταν που ζητούσε.

Ντρεπόταν που έπλενε τα ρούχα της δίπλα σε άλλες γυναίκες και φαινόταν το αίμα της περιόδου.

Ντρεπόταν που την έβλεπαν να θηλάζει δημόσια.

Ντρεπόταν που δεν είχε πεθάνει μαζί με το σπίτι της, γιατί έτσι θα ήταν καθαρή η ιστορία.

Τώρα έπρεπε να ζει, και το να ζεις ήθελε χέρια απλωμένα.

Μια νύχτα, μετά από μήνες στον καταυλισμό, η Αννούλα ανέβασε πυρετό. Η Ελένη την κρατούσε όλη νύχτα όρθια, περπατώντας πάνω κάτω σε δύο μέτρα γης, για να μην την πάρει ο ύπνος και την αφήσει.

Την έσφιγγε τόσο που πονούσαν τα μπράτσα της.

Σκέφτηκε, για πρώτη φορά καθαρά, «αν πεθάνει, θα πεθάνω κι εγώ». Δεν ήταν σκέψη ηρωική.

Ήταν λογιστική.

Δεν είχε άλλο σώμα να δώσει.

Το πρωί ο πυρετός έπεσε. Η Ελένη κάθισε κάτω από το δέντρο και άφησε επιτέλους τα χέρια της να τρέμουν.

Δεν έκλαψε.

Το τρέμουλο ήταν το κλάμα του σώματός της, που επιτέλους βρήκε μια στιγμή χωρίς παιδιά πάνω του.

Από τότε έμαθε να μετράει τον πόνο όχι με αυτά που έχασε, αλλά με αυτά που κατάφερε να κρατήσει ζεστά.

Ένα μωρό που ανέπνεε.

Ένα αγόρι που φιλούσε το μέτωπο της αδερφής του για να δει αν καίει.

Ένα κομμάτι χώμα ραμμένο μέσα στη μαντίλα της, που δεν το έδωσε ποτέ σε κανέναν.

Δεν γιατρεύτηκε ποτέ.

Απλώς ο πόνος άλλαξε μορφή.

Έγινε η καμπούρα στην πλάτη της, η άσπρη τρίχα στους κροτάφους, ο τρόπος που έκοβε το ψωμί πάντα σε τέσσερα κομμάτια, ακόμα κι όταν ήταν μόνοι δυο τους στο τραπέζι και όταν, πολλά χρόνια αργότερα, τα εγγόνια τη ρωτούσαν «γιαγιά, πονάς;», εκείνη απαντούσε «όχι». Δεν έλεγε ψέματα.

Είχε απλώς μάθει να ζει μέσα στον πόνο, όπως ζεις μέσα σε ένα σπίτι που δεν διάλεξες, αλλά το σφουγγαρίζεις κάθε μέρα για να μη μυρίζει υγρασία. " Το βάρος " Από Ιστορίες και αφιερώματα του τόπου μας

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences