Ο Εμίλιο Μπουτραγκένιο Σάντος γεννήθηκε στις 22 Ιουλίου 1963 στη Μαδρίτη. Σε έναν κόσμο γεμάτο ποδοσφαιρικές φιγούρες με κύρια χαρακτηριστικά τους την επιθετικότητα, ο Μπουτραγκένιο αντιπροσώπευε...
Ο Εμίλιο Μπουτραγκένιο Σάντος γεννήθηκε στις 22 Ιουλίου 1963 στη Μαδρίτη.
Σε έναν κόσμο γεμάτο ποδοσφαιρικές φιγούρες με κύρια χαρακτηριστικά τους την επιθετικότητα, ο Μπουτραγκένιο αντιπροσώπευε κάτι εντελώς διαφορετικό: έναν επιθετικό που λειτουργούσε με χάρη, ευφυΐα και ηρεμία.
Το 1981 ο Μπουτραγκένιο εντάχθηκε στην ακαδημία της Ρεάλ Μαδρίτης, παίζοντας πρώτα για τη δεύτερη ομάδα της Καστίγια, πριν κάνει το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα στις 5 Φεβρουαρίου 1984 εναντίον της Κάντιθ — υπό τις οδηγίες του θρυλικού Αλφρέντο Ντι Στέφανο.
Το ντεμπούτο του ήταν κινηματογραφικό: η Ρεάλ έχανε 2-0, και ο νεαρός επιθετικός σκόραρε δύο φορές και έδωσε ασίστ για το 3-2. Τόσο μεγάλη ήταν η επίδραση εκείνης της γενιάς της Ρεάλ Μαδρίτης που ο δημοσιογράφος Χούλιο Σέσαρ Ιγκλέσιας έγραψε ένα άρθρο στην εφημερίδα Ελ Παΐς τον Νοέμβριο του 1983 με έναν τίτλο έμεινε στην ιστορία: «ήρθε η ώρα να κληθεί η Κίντα ντελ Μπουίτρε*» — και έτσι γεννήθηκε η φράση που ορίζει μια ολόκληρη εποχή. (*Όπου Μπουίτρε ο γύπας Εμίλιο Μπουτραγκένιο και κίντα η διάσημη πεντάδα παιχτών που προέρχονταν από τις ακαδημίες του συλλόγου Μπουτραγκένιο, Μίτσελ, Σάντσις, Βάσκεζ, Παρντέζα) Θεωρείται ένας από τους καλύτερους επιθετικούς της γενιάς του, ο Μπουτραγκένιο ήταν γνωστός για την ευφυΐα, τις κινήσεις του και την ικανότητά του να τελειώνει φάσεις μπροστά από το τέρμα.
Δεν ήταν ο τύπος του ρωμαλέου κεντρικού επιθετικού — ήταν το αρπακτικό που εκμεταλλευόνταν τα κένα, και που βρίσκονταν πάντα ένα βήμα μπροστά από τον αντίπαλο αμυντικό.
Το παρατσούκλι «Ελ Μπουίτρε» — ο Γύπας — δεν αναφερόταν στην αγριότητα του, αλλά στον τρόπο που κινούνταν επικίνδυνα γύρω από την αντίπαλη εστία, εκμεταλλευόμενος κάθε λάθος με αστραπιαία αντίδραση.
Μαζί με τον Ούγκο Σάντσες, αποτέλεσαν το καλύτερο επιθετικό δίδυμο της χώρας, οδηγώντας τη Ρεάλ σε πέντε διαδοχικούς τίτλους.
Σε 341 παιχνίδια στη Λα Λίγκα με τη Ρεάλ σε διάρκεια 12 σεζόν, σκόραρε 123 γκολ. Ο Σάντσεθ έπαιρνε τα βραβεία του κορυφαίου σκόρερ, αλλά ο Μπουτραγκένιο ήταν η ψυχή και αυτός που έδινε το όνομά του σε εκείνη τη θρυλική πεντάδα.
Σε μιά από αυτές τις σεζόν η Ρεάλ Μαδρίτης σκόραρε 107 γκολ στη Λα Λίγκα, ρεκόρ που κράτησε για δεκαετίες.
Με το εθνόσημο υπήρξε ένα ματς που τον ανέδειξε σε εθνικό ήρωα. «Αυτή ήταν η κορυφαία στιγμή της καριέρας μου.
Φτάσαμε στους "16" του Μουντιάλ όπου αντιμετωπίσαμε τη Δανία, μία από τις καλύτερες ομάδες εκείνης της εποχής και ένα από τα φαβορί ακόμη και για κατάκτηση του τίτλου.
Ήταν καλύτεροι στο πρώτο ημίχρονο, αλλά μπήκαμε στο παιχνίδι μετά από ένα λάθος τους.
Τελικά κατάφερα και σκόραρα τέσσερα γκολ, κάτι αδιανόητο, κάτι που δεν είχα ποτέ φανταστεί ότι θα κατόρθωνα σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο.
Ήταν περισσότερο από ό,τι μπορούσα ποτέ να ονειρευτώ.» Ωστόσο ο Μπουτραγκένιο παραδέχτηκε με δόση ειλικρίνειας στο FourFourTwo: «Αν αναλύσεις το παιχνίδι, δεν ήταν μια από τις καλύτερες εμφανίσεις μου.
Πόσο θα ήθελα να είχα κρατήσει ένα γκολ για το ματς με το Βέλγιο που ακολούθησε.» Με τη Ρεάλ κατέκτησε και δυο σερί Κύπελλα ΟΥΕΦΑ το 1985 και το 1986.
Έφτασε δυο φορές στη 3η θέση στη ψηφοφορία για τη Χρυσή Μπάλα.
Το ντεμπούτο του στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις ήταν και αυτό εντυπωσιακό. Το Δεκέμβριο του 1984 η Ρεάλ είχε να δώσει στη Μαδρίτη τη ρεβάνς του 3-0 των Βρυξελλών απέναντί στην Άντερλεχτ. Ο Μπουτραγκένιο έκανε ντεμπούτο στη ρεβάνς πετυχαίνοντας χατ τρικ βοηθώντας τη Ρεάλ να κάνει μια απο τις μεγαλύτερες ανατροπές (6-1) στην ιστορία των Ευρωπαϊκών Κυπέλλων. Τον Ιούνιο του 1995, έχοντας χάσει τη θέση του στη βασική 11άδα κυρίως λόγω της εμφάνισης του 17χρονου Ραούλ Γκονζάλες, ο Μπουτραγκένιο υπέγραψε για την Ατλέτικο Σελάγια του Μεξικού.
Μετά από τρεις σεζόν στο Μεξικό, αποσύρθηκε τον Απρίλιο του 1998 — χωρίς ποτέ να έχει δει κόκκινη κάρτα στην καριέρα του, κάτι που του χάρισε τον τίτλο «ο Τζέντλεμαν του Γηπέδου». Μετά τη λήξη της καριέρας του, παρέμεινε συνδεδεμένος με τη Ρεάλ Μαδρίτης σε διάφορα διοικητικά πόστα— Αθλητικός Διευθυντής, Αντιπρόεδρος, Διευθυντής Θεσμικών Σχέσεων κ.α.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους