[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ούτε γάμος, ούτε χαρά Η Ηλέκτρα μπήκε στο δωμάτιο κι έμεινε αποσβολωμένη στο κατώφλι. Μπροστά της, ντυμένη νύφη, στεκόταν η Παναγιώτα – μια όραση παράξενης λάμψης μέσα στο λευκό, σχεδόν άυλη. Το...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ούτε γάμος, ούτε χαρά Η Ηλέκτρα μπήκε στο δωμάτιο κι έμεινε αποσβολωμένη στο κατώφλι.

Μπροστά της, ντυμένη νύφη, στεκόταν η Παναγιώτα – μια όραση παράξενης λάμψης μέσα στο λευκό, σχεδόν άυλη.

Το φόρεμα τύλιγε το σώμα της σαν νερό κι από τα μάτια της ξέφευγε μια σιωπηλή χαρά, λεπτή, ακίνητη, σαν φεγγάρι στον Κορινθιακό. Η Ηλέκτρα δεν κράτησε τη χαρά της: – Παναγία μου, λάμπεις! – φώναξε, μην παίρνοντας το βλέμμα από τη φίλη της. – Χαίρομαι με την καρδιά μου για σένα! Επιτέλους, έκλεισες τους παλιούς λογαριασμούς, καινούρια αγάπη, παλιά βάσανα τέλος, άνοιξες την καρδιά σου, ξέχασες τον Νικήτα.

Πραγματική παλικάρισσα! Ένα ανεπαίσθητο τσούξιμο πέρασε από το πρόσωπο της Παναγιώτας.

Το χαμόγελο έσβησε στη στιγμή.

Βιαστικά έπιασε τα κουμπιά του νυφικού, αποφεύγοντας το βλέμμα της Ηλέκτρας. – Καλύτερα να το βγάλω, – ψιθύρισε, απασχολημένη με τα μικρά γαντζάκια στη μέση. – Δυο βδομάδες έμειναν μόνο.

Αν πάθει κάτι το φόρεμα, άλλος να βρεθεί, δεν παίζει. Η Ηλέκτρα δάγκωσε τα χείλη της.

Κατάλαβε αμέσως το λάθος της.

Γιατί να αναφέρει τον Νικήτα; Τώρα που η Παναγιώτα βρήκε έναν άνθρωπο που της αξίζει, γιατί να τραβούν οι μαυρίλες του παρελθόντος στις κουβέντες; Ο Νικήτας δεν άξιζε ούτε ένα δάκρυ της Παναγιώτας – όχι μετά απ’ όλα αυτά. Η Παναγιώτα τον είχε κάποτε για το μοναδικό της.

Νόμιζε πως εκείνος ήταν το μέλλον της.

Μα ήρθαν τα πρώτα σημάδια: ψυχρότητα, δικαιολογίες, αποστάσεις, μετά ανοικτή κριτική – οι επιλογές της, οι φίλοι, τα όνειρα, το κάθε τι του φαινόταν λάθος.

Την έπεισε να παρατήσει σπουδαία δουλειά, να αρνηθεί μεταπτυχιακό στο εξωτερικό, να αλλάξει αντικείμενο.

Η οικογένειά της ανησυχούσε – έβλεπαν κάτι σκοτεινό που δεν μπορούσαν να το γιατρέψουν.

Κάθε συζήτηση οδηγούσε σε καυγά – ο Νικήτας την είχε πείσει πως όλοι θέλουν να χαλάσουν την «τέλεια αγάπη» τους.

Στο τέλος η Παναγιώτα απομακρύνθηκε απ’ τους δικούς της.

Κι έπειτα, εξαφανίστηκε.

Έφυγε αθόρυβα, χωρίς λέξη ή γράμμα.

Άφησε πίσω μόνο μια πληγή – κι ένα παιδάκι που η Παναγιώτα αποφάσισε να κρατήσει, κόντρα σε όλα.

Τώρα, βλέποντας την Παναγιώτα να βγάζει βιαστικά το νυφικό, η Ηλέκτρα ένιωθε τύψεις.

Ήθελε μόνο τη χαρά της φίλης της, όχι να την κάνει να γυρίζει σε παλιά φαντάσματα.

Ο μικρός Νικήτας έκλειζε τώρα τα τέσσερα.

Σκανταλιάρης, ακούραστος, με ένα βλέμμα γεμάτο απορίες και χέρια έτοιμα να φτιάχνουν και να χαλάνε ό,τι έβρισκαν μπροστά τους.

Να γιατί ο ουρανός είναι μπλε, πού πάνε τα σύννεφα, πώς περπατούν τα μυρμήγκια.

Οι νηπιαγωγοί του στη Βούλα λέγανε συνέχεια για το πόσο έξυπνο παιδί είναι. Ο Νικήτας έμαθε μόνος του να δένει τα κορδόνια, μάθαινε ποιήματα, άκουγε παραμύθια με κομμένη ανάσα.

Τον μεγάλωναν κυρίως η γιαγιά και ο παππούς του – η Ελενίτσα κι ο Κώστας, οι γονείς της Παναγιώτας.

Αυτοί διάλεξαν αγγλικό νηπιαγωγείο, αυτοί τον έκαναν δεξιοτέχνη κολυμβητή και μπαλαρίνο. Η Παναγιώτα τον έβλεπε λίγες φορές τη βδομάδα, ποτέ πάνω από μια ώρα – για έναν πικρό λόγο.

Ο μικρός έμοιαζε στον πατέρα.

Ίδια μαλλιά, μάτια ίδια, ίδιο ειρωνικό γελάκι.

Κάθε ματιά στο χαμόγελό του, και η Παναγιώτα γυρνούσε στα χρόνια της «καλής οικογένειας», τότε που πίστευε ότι η ευτυχία δε σπάει.

Τον λάτρευε, καμάρωνε κάθε επίτευγμά του, αλλά πάντα, πάντα η αγάπη έφερνε μαζί και οξύ, σφιχτό πόνο.

Να τον αγγίξει – και τα μάτια γέμιζαν δάκρυα.

Έκανε πως ψάχνει στην τσάντα, έστρωνε το μπλουζάκι του μικρού, και μετά, όσο εκείνος δεν έβλεπε, έκλαιγε.

Ένα απόγευμα, μπήκε να τον πάρει από το σπίτι των γονιών της.

Ο μικρός έφτιαχνε παζλ στο χαλί, αγριοκοίταζε από συγκέντρωση.

Με το που την είδε, έτρεξε κοντά: – Μαμά, δες! – της φώναξε και την τράβηξε στο πάτωμα. – Σχεδόν τελείωσα! Σπίτι, δέντρο, και εδώ… εδώ θα είναι ο σκύλος! Η Παναγιώτα προσπάθησε να χαμογελάσει και κάθησε δίπλα του: – Τέλειο είναι, – είπε, και του χάιδεψε τα μαλλιά. – Έχεις χεράκια σπουδαία, μπράβο! Ο μικρός σκέφτηκε για λίγο και μετά ύψωσε το βλέμμα: – Μαμά, πού είναι ο μπαμπάς; Όλοι στο σχολείο έχουν, μόνο εγώ όχι. Η Παναγιώτα πάγωσε.

Προσπάθησε να μιλήσει με ήρεμη φωνή: – Δεν ξέρω, γιε μου.

Ο μπαμπάς είναι μακριά τώρα.

Αλλά σε σκέφτεται, στ’ αλήθεια. – Και γιατί δεν παίρνει τηλέφωνο; – επέμενε ο μικρός, σαν να λύσει πρόβλημα μαθηματικών. – Θα του ‘λεγα πως έδεσα μόνος μου τα κορδόνια! – Έχει πολλή δουλειά, – ψιθύρισε η Παναγιώτα, με το λαιμό της να σφίγγεται. – Αλλά να ξέρεις, είμαι σίγουρη πως σε θαυμάζει.

Ο μικρός συλλογίστηκε, ένευσε σιγά και ξανάστρεψε στο παζλ. – Ε, θα φτιάξω και το σκυλάκι, για να δει πόσο χαρισματικός είμαι. Η Παναγιώτα τον κοίταζε, κατάπινε τα δάκρυα.

Ήθελε να πει κάτι, να τον παρηγορήσει, κάτι.

Αντίθετα, μόνο χάιδεψε τα μαλλιά του κι αναστέναξε το άρωμα από το παιδικό του σαμπουάν, προσπαθώντας να κρατήσει για πάντα τούτη τη διάρκεια, με το γιο δίπλα της, παιδί χαρούμενο, καλοκάγαθο, με μυστήρια στα μάτια που δεν είχε τις απαντήσεις.

Ωστόσο, ακόμα σκεφτόταν τον Νικήτα τον πατέρα.

Έφτιαχνε μες στο μυαλό της δικαιολογίες – μήπως του συνέβη κάτι; Μπορεί να είχε χαθεί, να μην μπορούσε να ειδοποιήσει; Αυτές οι σκέψεις την έσωζαν από την απόγνωση.

Μαμά της προσπαθούσε ήρεμα να την συνεφέρει: «Πάψε να μένεις στο παρελθόν, ζήσε το παρόν σου, το παιδί σου». Οι φίλοι ήταν περισσότερο κάθετοι: «Σε παράτησε – τελείωσε!». Η Παναγιώτα όμως αντιστεκόταν: θυμόταν υποσχέσεις, διηγιόταν ιστορίες για χαμένες ευτυχίες.

Έτσι, πείσματα, σιωπές, κι οι άλλοι απομακρύνονταν, κουρασμένοι από το δράμα.

Κι όμως, η Παναγιώτα δεν έμενε αδρανής.

Και social media, και τηλέφωνα, κι αναρτήσεις, και αναζήτηση.

Μηδέν αποτέλεσμα.

Δεν μπορούσε – μπορεί δεν ήθελε – να δεχτεί πως ο Νικήτας οικειοθελώς έφυγε και δεν θα επιστρέψει.

Ύστερα, πέντε χρόνια μετά, εισέβαλε αναπάντεχα στη ζωή της ένας άντρας με όνομα Αλέξης.

Τυχαία γνωρίστηκαν, σε γενέθλια κοινής φίλης, και της τράβηξε το ενδιαφέρον: Αλέξης, αληθινός, ήσυχος, ζεστός, υπομονετικός.

Δεν της ζήτησε να χαμογελάει μόνιμα.

Όταν κουραζόταν εκείνη, της ‘λεγε να πάν στο σπίτι να ξεκουραστεί.

Δεν πίεζε τις σιωπές – της τις χάριζε.

Ο άντρας που είχε ανάγκη η ψυχή της: σταθερός, ισορροπημένος, ειλικρινά ερωτευμένος.

Την κέρδισε με τα μικρά: ήξερε ποιον καφέ θέλει το πρωί, θυμόταν τα ονόματα των φίλων της, τη ρώταγε για τις στενοχώριες της, φρόντιζε διακριτικά τα πρακτικά του σπιτιού.

Ειδικά όταν κέρδισε τον μικρό Νικήτα: στην πρώτη τους συνάντηση, ο μικρός κοίταζε εκείνον καχύποπτα, κρατώντας τη μαμά του. Ο Αλέξης κάθισε κάτω, στο ίδιο ύψος, κι άρχισε να τον ρωτά για τα αγαπημένα του καρτούν.

Μετά από μισή ώρα, έπαιζαν μαζί τα τουβλάκια· ο πιτσιρικάς του έδειχνε τα παιχνίδια του.

Γρήγορα ο Αλέξης έγινε σπίτι στο σπίτι των γονιών της Παναγιώτας.

Έπαιρνε το παιδί βόλτες στο πάρκο, του μάθαινε ποδήλατο, του διάβαζε μύθους πριν κοιμηθεί.

Και μια μέρα, μπροστά στην Παναγιώτα, του είπε ήρεμα: «Θέλω να είμαι πραγματικός πατέρας του.

Αν συμφωνείς, προχωράμε σε υιοθεσία». Η Ηλέκτρα χαιρόταν.

Έβλεπε τη φίλη της ν’ αλλάζει· τα μάτια της έλαμπαν, το πρόσωπο χωρίς σκιά, το χαμόγελο αληθινό πια.

Όμως σήμερα η γλώσσα της Ηλέκτρας δάγκωσε τη χαρά: άνοιξε παλιές πληγές μ’ ένα λάθος όνομα και τώρα ήλπιζε το κακό να μη ριζώσει στα σκοτεινά. Η Παναγιώτα όμως στάθηκε απρόσμενα σταθερή. – Μεγάλωσα, – είπε με ένα ελαφρύ χαμόγελο, στρώνοντας το φουστάνι πάνω στο κρεβάτι. – Ξέρω πως τα αισθήματα για τον Νικήτα ανήκουν στο χτες.

Μερικές φορές μετανιώνω που βάφτισα κι έτσι το γιο μου.

Ήμουν χαζή, δεν άκουγα κανένα… Πώς με ανεχόσασταν, καλέ; Η Ηλέκτρα ακούμπησε διακριτικά το χέρι της: – Θα πάρεις τον μικρό στο δικό σου σπίτι; – Ναι, – σοβαρεύτηκε πάλι η Παναγιώτα. – Το θέλει και ο Αλέξης.

Μου είπε μάλιστα, αν βοηθά, να αλλάξουμε και το όνομα του παιδιού.

Άμα υιοθετηθεί, θα βγάλουμε και νέο πιστοποιητικό.

Σταμάτησε, άκουγε τη βροχή στο τζάμι. – Ξέρεις, παλιά φοβόμουν ότι ο μικρός θα μου θυμίζει το παρελθόν.

Τώρα καταλαβαίνω: είναι το παιδί μου κι αξίζει οικογένεια, δυο γονείς που τον αγαπάνε.

Ο παππούς κι η γιαγιά καλά, αλλά δεν είναι μαμά κι μπαμπάς.

Κι ο Αλέξης τον λατρεύει! Να τον δεις πώς τον κοιτάζει, να μαλακώνεις! – Ρώτα τον τι όνομα του αρέσει, – φωτίστηκε η Ηλέκτρα. – Έτσι θα δεθεί περισσότερο. – Θα δούμε… Έχουμε καιρό, σκέφτομαι ακόμα.

Μα μέσα της, η Παναγιώτα ξεγέλαγε περισσότερο τον εαυτό της.

Η αγάπη για τον Νικήτα δεν είχε σβήσει.

Όμως το ήξερε: αυτή η αγάπη αχρηστεύει.

Οι γονείς σπάνια την έβλεπαν πια· ο μικρός φοβόταν τις σιωπηλές της κρίσεις.

Οι φίλοι κουράστηκαν, μιλάνε από πίσω.

Ναι, το παρελθόν πρέπει να το χειραφετήσει.

Η ζωή, το παρόν, η οικογένεια – στο γάμο να σταθεί.

Μόνο που ήταν τόσο, τόσο δύσκολο! Ο Αλέξης, καλός όσο να πεις, δεν ήταν ο Νικήτας. Η Παναγιώτα δεν τον ερωτεύτηκε πραγματικά – μόνο γαντζωνόταν στη στοργή του, από ανάγκη.

Αν ο Νικήτας επέστρεφε; Θα έδινε τα πάντα…

***** – Γάμος δεν θα γίνει! – αναφώνησε η Παναγιώτα, σχεδόν χορεύοντας. – Χωρίζουμε όπως τα καράβια στα ανοιχτά! Ο Αλέξης την κοιτούσε αμήχανα, πελαγωμένος.

Ο γάμος τους, σε μία εβδομάδα, τα πάντα είχαν ετοιμαστεί: μενού, λουλούδια, καλεσμένοι, το χρώμα της τούρτας.

Όλα στην εντέλεια.

Και τώρα; – Τι εννοείς; – άρθρωσε με δυσκολία. – Παναγιώτα, τι συνέβη; Πες μου κανονικά.

Μα εκείνη έκανε πως δεν άκουσε.

Έτρεχε μέσα στο δωμάτιο, πετούσε ρούχα στη βαλίτσα με τρόμο, τα μάτια της γελούσαν αλλόκοτα, σαν κάποια νεράιδα της Πάρνηθας. – Γύρισε ο Νικήτας! – φώναξε, αποφεύγοντας το βλέμμα του.

Μέσα της κυλούσε τέτοια χαρά, που ο Αλέξης πάγωσε. – Ήρθε χθες, μιλήσαμε… Δεν πίστευα ότι θα συνέβαινε ποτέ! Γύρισε να τον δει, χωρίς ίχνος τύψης, μόνο προσμονή. – Σ’ ευχαριστώ για όλα τους μήνες, – ο τόνος της ήπιος τώρα. – Ήσουν καλά, ήσυχος… Αλλά ποτέ δεν σε ερωτεύτηκα.

Δεν χάνω πια το δικό μου όνειρο. Ο Αλέξης ένιωσε το στήθος του να παγώνει.

Πάλι ο Νικήτας… Το όνομά του, το στόμα της έτσι τρυφερό στα γράμματά του, τον έκανε πάντα να νιώθει ξένος.

Πίστευε πως με τον καιρό θα άλλαζε – λάθος. – Μίλησες μαζί του; – ψέλλισε, σχεδόν χωρίς φωνή. – Τι είπε; Τι δικαιολογίες βρήκε πάλι; – Δεν δικαιολογήθηκε, – είπε απότομα η Παναγιώτα. – Απλώς παραδέχθηκε το λάθος του.

Όλα τα χρόνια σκεφτόταν μόνο εμένα! Έστρεψε κιόλας την προσοχή της στη βαλίτσα, βυθισμένη στη δική της Άνοιξη. – Τα είπαμε στο τηλέφωνο, – συνέχισε σμίγοντας χαρτιά και ρούχα. – Οι δικοί του να φύγει για Λονδίνο, όλα απ’ τη μια στιγμή στην άλλη.

Πίστευε μόνιμα σε μένα, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει.

Και τώρα; Όλα θα φτιάξουν! Εκείνα τα λόγια πλανήθηκαν στη φαντασία της Παναγιώτας – η φωνή του, μακρινή, ραγισμένη, χαμένη σχεδόν: – Παναγιώτα, ξέρω πως φαίνεται άσχημο.

Με πίεσαν οι δικοί μου, ή το Λονδίνο ή τέλος.

Προσπάθησα, μπλόκαραν τις κάρτες.

Δεν είχα καν κινητό… – Γιατί δεν πήρες έστω ένα τηλέφωνο; – η φωνή της ήρεμη, μα τρέμει. – Και τι να έλεγα; Ότι δεν τόλμησα να τους πάω κόντρα; Εκείνη η κουβέντα, ύστερα από χρόνια σιγής· κι όλα διαλύθηκαν μέσα της.

Μέρες, ώρες προσμονής σβήστηκαν. – Τώρα όλα αλλιώς, – υποσχέθηκε ο Νικήτας. – Γύρισα, δεν ξαναφεύγω.

Τούτη η ανάμνηση την έκανε να μη σκέφτεται τίποτε άλλο, τώρα που στεκόταν μπροστά στον Αλέξη.

Στάθηκε μια στιγμή, κοίταξε το δωμάτιο, σαν να ‘θελε να βεβαιωθεί πως δεν ξέχασε τίποτα.

Τότε παρατήρησε τον Αλέξη, χλωμό σαν κιμωλία, σκιερό. – Μην ανησυχείς, – είπε πιο γλυκά, μα χωρίς αμφιβολία πια. – Ενημέρωσα για την ακύρωση.

Θα έχεις τους καλεσμένους για συμπαράσταση, αλλά είσαι δυνατός άνθρωπος, θα τα βγάλεις πέρα.

Μάζεψε τη βαλίτσα, έστρωσε το χερούλι.

Ένα τελευταίο βλέμμα, κρύο. – Και σε παρακαλώ, μην τηλεφωνείς, μην γράφεις άσκοπα.

Η απόφασή μου οριστική.

Σήκωσε τη βαλίτσα, λίγο λύγισε από το βάρος, μετά ίσια πάλι, στην πόρτα.

Σαν κάτι να φοβόταν, πως αν μείνει δευτερόλεπτο παραπάνω θα μετανοιώσει. Ο Αλέξης στάθηκε ακίνητος, ο κόσμος του συρρικνώθηκε, η φωνή του θόλωσε απ’ τη θλίψη που προσπαθούσε να συγκρατήσει. – Μήπως βιάζεσαι; – τη ρώτησε, με βλέμμα βαθύ, ήσυχο.

Σταμάτησε στην πόρτα, χωρίς να γυρίσει. – Αν δεν τα βρείτε; – πρόσθεσε. – Αν ο Νικήτας δεν θέλει σχέση, αν αρνηθεί τον μικρό; Σου έκανε πρόταση; Γύρισε απότομα, όλο φωτιά και σπρώξιμο: – Μου ζήτησε σοβαρή συζήτηση! Αυτό φτάνει.

Μην τον αδικείς, δεν είναι έτσι! Η φωνή της ράγισε, ύστερα σηκώθηκε το κεφάλι, ξανά στη βαλίτσα. – Μπορούσες ν’ ανοίξεις την πόρτα, – μουρμούρισε σηκώνοντας το βάρος. Ο Αλέξης για μια στιγμή πήγε να βοηθήσει· σταμάτησε.

Δεν βοηθάς αυτόν που πατάει στα όνειρά σου.

Εκείνη, ήδη στο μυαλό της, ήταν αλλού.

Το μέλλον της άνοιγε σαν θαλασσίδα, σίγουρη πως θα βρει ό,τι στερήθηκε.

Στον δικό της κόσμο ο Νικήτας την αγκαλιάζει, λέει τα πάντα θα φτιάξουν.

Η αλήθεια, όπως συχνά συμβαίνει, ήταν τελείως άλλη. Ο Νικήτας, που μίλησε για «σοβαρή συζήτηση», δεν είχε καμία διάθεση να αρραβωνιαστεί ή να υποσχεθεί τίποτα.

Ήθελε μόνο να βάλει τελεία στο παλιό, για να ζήσει το καινούριο του, χωρίς Παναγιώτα. Η Παναγιώτα όμως, βυθισμένη στις ψευδαισθήσεις, δεν έβλεπε το προφανές.

Περίμενε τόσα χρόνια αυτή τη στιγμή, που δεν ήθελε να φανταστεί ότι μπορεί να γυρίσει με άδεια χέρια.

Με το ζόρι τραβώντας τη βαλίτσα ως την πόρτα, μια παύση σαν δισταγμός – μα όχι, τίποτα.

Άνοιξε την πόρτα, βγήκε, κι ούτε γύρισε πίσω. Ο Αλέξης στάθηκε εκεί, μυρίζοντας το άρωμά της, ακούγοντας ακόμα τα τελευταία της λόγια: «Δεν είναι έτσι ο Νικήτας!» Μαλάκωσε στα πόδια, κάθισε.

Όλα χάθηκαν τόσο ξαφνικά, τόσο βουβά.

Και τώρα έπρεπε να μάθει να ζει χωρίς εκείνη· χωρίς ιστορίες για μέλλον, χωρίς σκιές, χωρίς ελπίδα.

***** Ο Νικήτας άνοιξε την πόρτα, παραξενεμένος τόσο πρωί για επισκέψεις. Η Παναγιώτα εκεί, με δυο βαλίτσες, το πρόσωπο αντί για δέρμα, απ’ ενθουσιασμό.

Εκείνος έμεινε βουβός – ένα μόνο, «Πώς μπόρεσε να κάνει τέτοιο λάθος;» Στο δικό του μυαλό, όλα είχαν τελειώσει. Η Παναγιώτα είχε βρει τον Αλέξη, αυτός είχε ελευθερωθεί.

Είχε επιστρέψει στην Πάτρα με τη γυναίκα του, χωρίς εφιάλτες από τηλέφωνα ή δάκρυα.

Μέσα του σχεδόν τον είχε ευχαριστήσει – το δικό της «προχώρημα» τον λύτρωσε.

Ναι, της τηλεφώνησε, μα μόνο για να τελειώσει οριστικά.

Το ραντεβού ήταν τυπικό.

Και να που έφτασε στην πόρτα του, με τις βαλίτσες.

Έκανε να κάνει ένα βήμα πίσω. – Νικήτα! – φώναξε η Παναγιώτα. – Τα αποφάσισα όλα.

Είμαι εδώ, θα είμαστε πια μαζί! Βήμα σταθερό προς αυτόν, απόλυτη βεβαιότητα.

Της έκανε νόημα να σταματήσει. – Κάτσε, μην προχωράς… – είπε απαλά. – Δεν ξέρεις μάλλον τι γίνεται. Η Παναγιώτα έχασε το χαμόγελο.

Άρχισε να ανησυχεί. – Τι εννοείς; Δε θα συζητούσαμε; Ο Νικήτας πήρε ανάσα, ήξερε: η στιγμή της αλήθειας. – Είμαι παντρεμένος, Παναγιώτα.

Δυο χρόνια τώρα, όλα τέλεια με τη γυναίκα μου. Η Παναγιώτα σάστισε· τα μάτια της άδειασαν.

Έμεινε δευτερόλεπτα χωρίς ανάσα.

Μετά πανικός, πίκρα, αγανάκτηση. – Τι λες; – ψιθύρισε. – Δεν γίνεται… Με πήρες, μου είπες πως αλλάξαν όλα! – Ήθελα να σου πω ένα καλό αντίο, – είπε μαλακά εκείνος. – Καθένας πήρε το δρόμο του.

Εσύ το κατάλαβες αλλιώς.

Το πρόσωπο της άστραψε από τα νεύρα.

Χέρια σφιγμένα, φωνή τρεμουλιαστή. – Με κορόιδευες; Τα παράτησα όλα για σένα! Ο Νικήτας ένιωσε να βράζει.

Δεν ήθελε δράματα. – Δε σου υποσχέθηκα τίποτα, – είπε ψυχρά. – Εσύ το φαντάστηκες.

Δεν ήθελα να σε πληγώσω, μα είπα ό,τι έπρεπε.

Θα το αντέξεις; Η Παναγιώτα ούρλιαξε, πέταξε τη βαλίτσα – τα ρούχα σκορπίστηκαν.

Φωνές, κατηγορίες, κλάμα· ο Νικήτας ευγενικά την έσπρωξε έξω.

Σα να ξέρασε η πολυκατοικία τους ήχους της.

Σκέψεις και άνθρωποι βγήκαν στα μπαλκόνια.

Μετά από ώρα, με τους γείτονες να απειλούν αστυνομία, έφυγε τελικά.

Πριν φύγει, έριξε βλέμμα στην κλειστή πόρτα, ψιθύρισε: – Θα γυρίσω! Θα μετανοιώσεις! Ο Νικήτας ένιωσε την κούραση θάλασσα από πάνω του.

Ήξερε ότι δεν τέλειωσε τίποτα.

Αν η Παναγιώτα πείσμωνε, κανείς δεν τη σταματούσε.

Πήγε στο καθιστικό, αγγιξε το κινητό.

Ακίνητα μάτια στη λίστα αγγελιών. «Πρέπει να πουληθεί το σπίτι, να χαθούμε, ίσως στον Βύρωνα…» σκέφτηκε.

***** Η Παναγιώτα περπατούσε άσκοπα στους δρόμους της Αθήνας, τα δάκρυα ούτε έκαιγαν πια, η πόλη άχρωμη, τα πνευμόνια της βαριά.

Δεν το χωρούσε το μυαλό της. Ο Νικήτας, που τον ήθελε δικό της με όλη την ψυχή, της γύρισε την πλάτη χωρίς μια λέξη αγάπης.

Περπάτημα δίχως τέλος, μέχρι να της βγάλουν τα βήματα μπροστά στην πολυκατοικία του Αλέξη.

Κλάματα, προσποίηση πως είναι πια σταθερή, χτυπάει κουδούνι. Ο Αλέξης άνοιξε, άψυχος, μάτια αδειανά σαν Αύγουστος χωρίς τουρίστες.

Τίποτα ζεστό. – Αλέξη, σε παρακαλώ, – η φωνή της σπασμένη. – Ήμουν ανόητη, σκληρή, έκανα λάθη.

Θέλω να διορθώσω τα πάντα.

Τα μάτια ξαναβούρκωσαν. – Ούτε που θα μιλήσω για τον Νικήτα, – είπε και τον κάρφωσε στα μάτια. – Μόνο εσένα αγαπώ.

Σε ικετεύω, δώσε μου άλλη ευκαιρία.

Η φωνή της είχε πίστη και πάθος μαζί.

Το πίστευε: αν εκείνος τη συγχωρούσε, όλα θα ξαναβρίσκανε τη θέση τους. Ο Αλέξης κούνησε το κεφάλι αργά.

Δεν θα είχε δεύτερο χέρι. – Παναγιώτα, – είπε σιγά, - τα αποφάσισες όλα.

Πριν λίγο ήσουν εδώ με βαλίτσες και φώναζες πως φεύγεις.

Έκανες επιλογή. – Έκανα λάθος! – τον έκοψε εκείνη. – Ήμουν εκτός εαυτού! Δεν ήξερα τι έκανα! Ο Αλέξης έφερε το χέρι στα μαλλιά του, λύγισε μα δεν άλλαξε.

Πληγωμένος, ναι, αλλά γερός. – Δε με άφησες – πήγες σε άλλο.

Έκανες την επιλογή σου κι εγώ σου έδειξα σεβασμό. Τώρα που η μοίρα πήγε αλλού, θα γυρίσεις; – Ναι!… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences