Ακριβό χόμπι – Έλενα, πάλι τα ίδια; Ως πότε; Δουλεύω μόνο για τη γάτα σου! Η Τιτίκα, η γάτα που η Έλενα προσπαθούσε να βάλει στο κλουβάκι μεταφοράς, τελικά ξέφυγε από τα χέρια της, έπεσε με ένα...
Ακριβό χόμπι – Έλενα, πάλι τα ίδια; Ως πότε; Δουλεύω μόνο για τη γάτα σου! Η Τιτίκα, η γάτα που η Έλενα προσπαθούσε να βάλει στο κλουβάκι μεταφοράς, τελικά ξέφυγε από τα χέρια της, έπεσε με ένα γδούπο στο πλακάκι και μετά χώθηκε στην γωνία του χωλ, βγάζοντας ένα βαθύ, παραπονιάρικο νιαούρισμα.
Από το ύφος της καταλάβαινες πως η γάτα, που η Έλενα της είχε χαρίσει πριν από χρόνια ένα ποιητικό όνομα – Βίρων, ήταν αποφασισμένη να πουλήσει ακριβά τη ζωή της, όσο λίγο κι αν την εκτιμούσε ο Γιώργος.
Ήταν χρόνια, γιατί η Βιρονούλα, όπως τη φώναζε χαϊδευτικά η Έλενα, είχε περάσει τουλάχιστον δέκα χρόνια κοντά της.
Πόσα χρόνια είχε ακριβώς η γάτα κανείς δεν γνώριζε – η Έλενα την είχε μαζέψει από το δρόμο, όταν ήδη ήταν μεγάλη και ζωηρή, όπως τους ενημέρωσε τότε η γιατρός της κτηνιατρικής.
Η μητέρα της Έλενας, η κλασική ελληνίδα γιαγιά, η κυρία Κατερίνα, έτρεξε κι εκείνη στην κλινική, κρατώντας τυλιγμένη τη γάτα με μια παλιά παιδική κουβερτούλα. – Σώστε τη σας παρακαλώ! – Από πού το βρήκατε αυτό; φάνηκε η ντροπαλή κοπέλα που τους δέχτηκε. – Αυτό είναι κανονικό γατί του δρόμου! – Και λοιπόν; Είναι ΔΙΚΗ ΜΑΣ γάτα, βοηθήστε την! Το βλέπετε πως υποφέρει! Κι ανήσυχοι να ήμασταν για τα λεφτά, δεν θα ερχόμασταν εδώ! Οι δικές μας δραχμές είναι λιγότερο πολύτιμες από των άλλων; Δεν νομίζω! Η κυρία Κατερίνα ήταν απίστευτα επίμονη.
Έτσι ήταν η ζωή – άντε να μεγαλώσεις παιδί μόνη σου χωρίς στήριξη καμιά και να φροντίζεις και τους γονείς σου, με όση οικονομική στενότητα έχεις ως παιδαγωγός σε παιδικό σταθμό.
Δύσκολα σου βγαίνει! Πήγαινε στα παζάρια, αγωνιζόταν για το δίκιο της και δεν δίσταζε να αντιμιλήσει όταν χρειαζόταν, αλλά πάντα με καλοσύνη.
Λάτρευε τα παιδιά, τις γάτες, και καμιά φορά και τα σκυλιά, αν κατάφερνε να ξεπεράσει τους φόβους της.
Ποτέ δεν άφηνε να την εκμεταλλευτούν, ούτε οι γειτόνισσες, ούτε οι γονείς των μικρών που φρόντιζε, ούτε ξένοι που νόμιζαν ότι μια αδύναμη γυναίκα είναι εύκολη υπόθεση.
Κι όμως, όλο αυτό με τους ξένους το κατάφερνε, όχι με τους δικούς της.
Με τους δικούς της ήταν σαν να μη διάλεγε τα σωστά λόγια, σαν να της έλειπαν.
Ο άντρας της την εγκατέλειψε μέσα σε μια εβδομάδα γάμου. «Ακόμη κι έτσι, καλά τα κατάφερες», της έλεγε η μάνα της, γελώντας πικρά.
Πόνεσε, αλλά συμφώνησε τελικά.
Δεν ήσουν για περισσότερο, της είπε ο πρώην άντρας της, αποχαιρετώντας την: – Γυναίκα, από σένα… δύσκολο να βγει.
Όπως δεν μπορώ να γίνω εγώ μπαλαρίνα! Η Κατερίνα στεναχωρήθηκε.
Όμως, όταν έμαθε πως θα γίνει μητέρα, ησύχασε.
Ό,τι και να λέγανε, άντρες δεν γεννάνε! Την κόρη της, τη θαύμαζε όπως περιμένει κανείς πιασμένος σε χειμώνα να έρθει η άνοιξη.
Σε μια ζωή λιτή, χωρίς χαρές πολλές, το να γίνεις μητέρα ήταν αληθινή γιορτή! Η γιαγιά, πάλι, είπε το τελευταίο λόγο, ερχόμενη απρόσκλητη από το χωριό, φορώντας το καλό της μαντίλι και ξαφνικά δήλωσε: – Να γεννήσεις, Κατερίνα μου! Εγώ θα βοηθήσω! – Γιαγιά; Και το χωράφι; Πώς θα τα βγάλει πέρα ο παππούς; – Εκείνος αντέχει ακόμα.
Κι αν όχι, θα τον φέρουμε στην Αθήνα· τέλος! Μια προίκα, σερβιρισμένη σε καθαρό, κεντημένο μαντήλι απλώθηκε στο τραπέζι, γεμάτο δραχμές που έκρυβαν όλη τη ζωή των παππούδων της – ποιος να το πίστευε πως θα έφταναν για να πάρουν και διαμέρισμα; Αλλά έτσι γινόταν.
Η νέα ζωή της Κατερίνας συνόδεψε ένα σπίτι παλιό στην Καισαριανή.
Τέσσερα δωμάτια, με άρωμα ιστορίας.
Αξιόλογο σπίτι, που η γιαγιά έβαλε τα παιδιά του χωριού να το φτιάξουν όπως ήθελε εκείνη.
Και όταν τέλειωσε τα μαστορέματα και έβαλε για πρώτη φορά το μωρουδιακό κρεβατάκι, δεν άντεξε και ξέσπασε σε κλάμα.
Έτσι βαδίζανε τα χρόνια.
Από νωρίς, η μικρή Έλενα μεγάλωνε με αγάπη, αλλά και πείσμα.
Οι μάχες με την γιαγιά και τη μητέρα της πάντα είχαν ένα ελαφρύ κέφι, αν και συχνά συνοδεύονταν από φωνές: – Μην κάνεις έτσι, μαμά! Μεγάλα τα λόγια κι εσύ σκληρή! Μόνο μην τρομάζεις το παιδί! – Τώρα μιλάει και το παιδί! Κι όμως, η Έλενα κατάφερνε να τους μαλακώνει όλους. «Γιαγιά, μη φωνάζεις! Δεν σου πάει!» και ύστερα της χάιδευε το μέτωπο με τα μικρά της δαχτυλάκια, λες και έσβηνε τις ζάρες μιας ολόκληρης ζωής.
Οι σχέσεις, με τον καιρό, μαλάκωσαν σαν καλό λάδι στο ψωμί.
Όταν όμως αρρώστησε η γιαγιά, κύμα ανησυχίας σκέπασε ξανά το σπιτικό. Η Έλενα προσπαθούσε να αντέξει για τη μητέρα, τον παππού, και για το ίδιο το παιδί που μόλις είχε βρει καινούριους φίλους.
Ήταν τότε που βρήκε, κοντά στο σχολείο της, τη Βιρονούλα.
Μια γάτα ρημαγμένη από την αδέσποτη ζωή, αλλά με ανοιχτό βλέμμα.
Κι όπως η μοίρα φρόντιζε, έτσι βρήκε πάλι η Έλενα νέο μέλος για την οικογένεια.
Ο λογαριασμός στο κτηνιατρείο τεράστιος, δραχμές που θα επαρκούσαν για δυο γάτες περσικές.
Και πάλι, η Κατερίνα τα κατέβαλε όλα χωρίς δεύτερη σκέψη.
Στο σπίτι πια, έβγαλε τα τελευταία ευρώ από το πορτοφόλι και σκεφτόταν… «Μέχρι το τέλος του μήνα δεν τα βγάζουμε», αναλογίστηκε.
Είχαν έξοδα για τη γάτα, φάρμακα για τη γιαγιά, και η γενέθλια γιορτή της Έλενας να φροντίσουν να μη λείψει τίποτα. – Μαμά, να μη θέλω δώρο φέτος; Μπορώ να κρατήσω τη Βιρονούλα; Αυτή θα είναι το δώρο μου… Κι όμως, το παλιό αυτό γατί προσαρμόστηκε γρήγορα στο καλό σπιτικό, αγαπούσε αφάνταστα την γιαγιά, δε χόρταινε το χάδι και, παρά την ταλαιπωρημένη εμφάνιση, γέμισε το σπίτι με ευτυχία.
Πήρε κουράγιο από όλο αυτό και η Κατερίνα.
Κουράγιο να κάνει νέα ξεκινήματα, να αλλάξει δουλειά, να γίνει νταντά και ν’ αρχίσει να τα πηγαίνει καλύτερα, φροντίζοντας παιδιά σε σπίτια και μεγαλώνοντας τ’ όνομά της.
Κι έτσι, κάθε βράδυ, χάιδευε το αφτί της γάτας: – Βιρονούλα, σε ευχαριστώ.
Αν δεν ήσουν εσύ... Η Τιτίκα της απαντούσε με ένα δυνατό γουργουρητό και γύριζε στα πόδια της Έλενας.
Μπορεί να αγαπούσε τη μεγάλη, μα το αφεντικό της ήταν η μικρή.
Μαζί περνούσαν τα χρόνια, μαζί βιώνανε λύπες και χαρές.
Όταν “έφυγε” η γιαγιά και λίγο μετά κι ο παππούς, η γάτα στάθηκε δίπλα στην Έλενα, όπως ποτέ κανείς άλλος.
Και όταν πια μεγάλωσε η Έλενα, γνώρισε τον Πέτρο.
Στην αρχή όλα φάνταζαν όμορφα, όμως λίγο μετά τη συγκατοίκηση, τα λόγια του Πέτρου τη γυρνούσαν πίσω, στα λόγια του πατέρα της: – Τι γυναίκα είσαι εσύ; Ούτε το φαγητό σου... Μέχρι που ήρθε καινούρια κρίση – η Τιτίκα αρρώστησε και πάλι και ο λογαριασμός στον κτηνίατρο ξεπέρασε τα 300 ευρώ. – Τι έχει πάλι αυτή; Θα μας τρελάνει το ζώο; Για μια γάτα τόσα λεφτά; – Είναι μέλος της οικογένειας! – Όχι της δικής μου! Αν ξαναγίνει αυτό, τη βγάζω στο δρόμο! Εκείνο το πρωί η Έλενα είχε κάθε λόγο να χαμογελά – περίμενε παιδί.
Αλλά κράτησε λόγια για αργότερα, όταν άκουσε τον άντρα της, να φωνάζει για το ζώο και να πετά τα παπούτσια στην πόρτα. – Τέλος! Δεν ανέχομαι άλλη σπατάλη για τριχωτά διακοσμητικά! Έξω από το σπίτι μου! – Μαζί με μένα θα φύγεις – αποκρίθηκε αποφασιστικά, πράγμα σπάνιο για εκείνη – Μόνη μου; Όχι πια! Και τότε, ήσυχα, μάζεψε τα δικά της κλειδιά, έβαλε την Τιτίκα στο κλουβί της και κοίταξε τον Πέτρο κατά πρόσωπο. – Ξέρεις, περιμένω παιδί και δεν μπορώ να έχω άλλο άγχος.
Η γάτα το καταλαβαίνει, εσύ όχι.
Φύγε για την ώρα.
Όταν ηρεμήσεις, τα λέμε.
Αλλά με όσους ξεφορτώνεσαι τόσο εύκολα, με αυτούς λείπει και ο σεβασμός, και το ενδιαφέρον.
Καλύτερα λοιπόν να μείνουμε χώρια.
Τα πράγματά σου τα παίρνεις αργότερα.
Τώρα πάω το ζώο στον γιατρό.
Είναι χρέος μου. Ο Πέτρος δε ζήτησε τίποτα, φεύγοντας με τον ίδιο τρόπο. Η Έλενα τσέκαρε τη μεταφορά, περίμενε την Τιτίκα να μπει – τώρα απρόθυμα, αλλά είχε καταλάβει.
Κι έτσι ξεκίνησαν για τον γιατρό.
Η γάτα ανάρρωσε, αν και επέστρεφαν συχνά στον κτηνίατρο.
Αλλά ήξεραν πως σύντομα η Τιτίκα θα είχε μια καινούρια παρέα – το κοριτσάκι της Έλενας.
Η μικρή Αγγελική, όταν γεννήθηκε, μεγάλωσε με τον ίδιο τρόπο.
Είχε για νταντά της την Τιτίκα, που τη νανούριζε αναπαυτικά με το μουρμουρητό της.
Του δόθηκε άφεση στις σκανδαλιές και άνοιξε το σπίτι ξανά στην αγάπη. Η Κατερίνα, σοφή πλέον, συμβούλευσε την κόρη της να μιλήσει με τον Πέτρο, σαν ενήλικες. – Είναι παιδί σας κι αυτό δεν αλλάζει.
Να ζήσει γνωρίζοντας κι εσένα κι εκείνον.
Κι ο Πέτρος, αν και με δυσκολία, τήρησε το λόγο του.
Έτσι, η μικρή Αγγελική έζησε σε δυο σπίτια, με δυο αγαπημένα λούτρινα και δυο γιαγιάδες – τη δικιά της και της μαμάς της.
Το κυριότερο – έμαθε από μικρή πως η αγάπη δεν έχει όρια, όταν θέλεις να το προσπαθήσεις.
Κι όπως είχε κάνει η μητέρα της, θα το μετέφερε … Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους