Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου Σήμερα στο γραφείο επικρατούσε ο συνήθης χαμηλόφωνος θόρυβος από τις κουβέντες και τα τηλέφωνα που χτυπάνε. Μπήκε η προϊσταμένη μας, η κυρία Παπαδάκη, συνοδεία μιας καινούριας...
Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου Σήμερα στο γραφείο επικρατούσε ο συνήθης χαμηλόφωνος θόρυβος από τις κουβέντες και τα τηλέφωνα που χτυπάνε.
Μπήκε η προϊσταμένη μας, η κυρία Παπαδάκη, συνοδεία μιας καινούριας κοπέλας, που φαινόταν κάπως… διακριτική, χωρίς έντονο βάψιμο ή φανταχτερά ρούχα. — Σας συστήνω τη Μαργαρίτα, κορίτσια, θα δουλεύει πλέον μαζί σας αντί για τον Κώστα, που πήρε προαγωγή.
Είμαι σίγουρη ότι θα τα πάτε περίφημα, είπε η κυρία Παπαδάκη και εξαφανίστηκε στο γραφείο της. Η Μαργαρίτα πήγε ήσυχα στο γραφείο που μέχρι χθες είχε ο Κώστας.
Έβγαλε από την τσάντα της μια όμορφη κούπα και ένα μικρό κάδρο με τη φωτογραφία ενός άνδρα.
Αμέσως ρίχτηκε στη δουλειά, λες και δούλευε χρόνια εκεί.
Όταν χτύπησε το κουδούνι για το μεσημεριανό διάλειμμα, όλες σηκώθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα για το business lunch-εκτός από εμένα, τη Χριστίνα.
Με έτρωγε η περιέργεια: ποιος ήταν ο ωραίος άνδρας στη φωτογραφία που είχε βάλει η καινούρια στο γραφείο της; Είχε ένα βλέμμα ιδιαίτερο και ένα όμορφο χαμόγελο. Δικηγόρος; Ηθοποιός; Κάποιος γνωστός; Πήρα βιαστικά μια φωτογραφία με το κινητό μου και βγήκα.
Στο τραπέζι, όλες οι κοπέλες άρχισαν να ρωτούν τη Μαργαρίτα για τη ζωή της. — Πώς γνωριστήκατε με το σύντροφό σου; ρώτησε γεμάτη ανυπομονησία η Ελισάβετ. — Τρεις χρόνια πίσω, σας φανούν απίστευτα τα περσινά, είπε χαμογελώντας η Μαργαρίτα και χάθηκε στις αναμνήσεις της.
Δούλευε τότε σε μια μεγάλη ναυτιλιακή εταιρεία.
Ένα μπέρδεμα στη μεταφορά προϊόντων την έστειλε στα κεντρικά γραφεία του μέλλοντα άντρα της, του Γιώργου. Η Μαργαρίτα ήταν πάντα ήρεμη, αξιοπρεπής, χωρίς να προκαλεί με εξωτερική εμφάνιση.
Στο γραφείο όλοι την θεωρούσαν "αφανή". Στις διαπραγματεύσεις όμως μεταμορφωνόταν: ήξερε να φέρνει τους συνομιλητές στα νερά της, διακριτικά αλλά μαεστρικά. Ο Διευθυντής της, γνωρίζοντας τις ικανότητές της, έστειλε αμέσως τη Μαργαρίτα.
Μπαίνοντας στη ρεσεψιόν, η γραμματέας της είπε: —412, ο κύριος Παπανικολάου.
Μπήκε χωρίς να χτυπήσει την πόρτα και σύστησε τον εαυτό της: —Είμαι η Μαργαρίτα, είχαμε ένα μπέρδεμα με τα εμπορεύματα. Ο Γιώργος την κοιτούσε, σα να την είχε ξαναδεί.
Ήταν η γυναίκα που είχε δει σε ένα παλιό του όνειρο: τα χάλκινα μαλλιά της, τα πράσινα μάτια, η ήρεμη φωνή της.
Όμως αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε ένταση. Ο Γιώργος της είπε κατευθείαν: —Δεν πειράζει, αρκεί να μην ξανασυμβεί.
Δεν θα γίνει καμία ένσταση.
Εκείνη ευχαρίστησε και έφυγε ευγενικά.
Δύο μέρες μετά, στο τέλος της εργάσιμης ημέρας, ο Γιώργος την περίμενε έξω απ’ το εταιρικό κτίριο. — Μαργαριτούλα, είπε χαμογελαστά, ήμουν σίγουρος πως θα βγω τελευταίος, τον θυμάσαι; Βρεθήκαμε πριν δυο μέρες. — Καλησπέρα, κύριε Παπανικολάου, φυσικά, του απάντησε με την ίδια ησυχία και ευγένεια. — Έχω δύο εισιτήρια για το Εθνικό Θέατρο απόψε.
Η μητέρα μου δυστυχώς αρρώστησε τελευταία στιγμή.
Θα ήθελες να με συνοδεύσεις; — Πότε ξεκινάει το έργο; ρώτησε η Μαργαρίτα με μια χαμηλότονη φωνή. — Σε δύο ώρες.
Αν θέλεις να πας σπίτι σου να αλλάξεις, μπορώ να σε περιμένω και να σε πάω με το αυτοκίνητο.
Τελικά συμφώνησε.
Την περίμενε με ανυπομονησία έξω από την πολυκατοικία.
Όταν βγήκε, δεν μπορούσε να πιστέψει στην αλλαγή της: ένα μαύρο φόρεμα που κολάκευε το καλλίγραμμο σώμα της, διακριτικό βραδινό μακιγιάζ και διακριτικά κοσμήματα.
Στο θέατρο ο Γιώργος σπανίως έπαιρνε τα μάτια του από πάνω της.
Κατάλαβε πως η Μαργαρίτα ήταν γυναίκα που ήξερε από κουλτούρα και σεβόταν εαυτό και συνοδοιπόρο.
Παρακάτω πρότεινε εστιατόριο, όμως εκείνη με ευγένεια αρνήθηκε.
Είχε σημαντική παρουσίαση στο γραφείο το επόμενο πρωί.
Έτσι ξεκίνησαν οι έξοδοι.
Μετά από δύο μήνες, ο Γιώργος της είπε μια μέρα: — Η μητέρα μου θέλει πολύ να σε γνωρίσει, υπάρχει πρόβλημα; — Καμία αντίρρηση.
Κι εγώ το ήθελα.
Τους υποδέχθηκε η μητέρα του Γιώργου με φιλόξενη ζεστασιά.
Καθίσαμε σε στρογγυλό τραπέζι, ήπιαμε τσάι με σπιτικό γλυκό βύσσινο και δοκιμάσαμε παραδοσιακή γαλατόπιτα και μαρμελάδα μανταρίνι. Η Μαργαρίτα μίλησε με τη Βέρα Παπαδοπούλου για συνταγές, τις αγαπημένες της γιαγιάς της, τον πατέρα της που είχε χαθεί πρόωρα, και τη μητέρα της που ήταν φιλόλογος στο σχολείο της γειτονιάς. Ο Γιώργος την επέστρεψε σπίτι. — Η μαμά σε λάτρεψε, της είπε χαμογελώντας.
Χαίρομαι πολύ.
Έτσι άρχισαν να βγαίνουν σχεδόν καθημερινά και, ύστερα από έναν χρόνο, παντρεύτηκαν.
Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο. Η Μαργαρίτα σταμάτησε να μιλάει.
Όλες άκουγαν με προσοχή.
Κρυφό φθόνο αισθάνθηκα κι εγώ η Χριστίνα, αν και δεν το παραδέχομαι εύκολα.
Σκεφτόμουν: τι βρήκε άραγε εκείνος ο άντρας σε αυτήν τη "διακριτική γυναίκα"; Με εμένα, που όλοι προσέχουν στα μαγαζιά, που δεν περνάω απαρατήρητη, οι άντρες πάντα κάτι θέλουν αλλά κανένας δε μένει. Οι περισσότεροι… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους