Απόψεις Όταν μιλούμε για το 2013, ας μιλήσουμε για όλη την ιστορία. Όταν κάποιοι μιλούν για ευθύνες, καλό είναι να θυμούνται ολόκληρη την ιστορία — όχι μόνο το κομμάτι που τους βολεύει. Δεν θα πω ότι...
Απόψεις Όταν μιλούμε για το 2013, ας μιλήσουμε για όλη την ιστορία.
Όταν κάποιοι μιλούν για ευθύνες, καλό είναι να θυμούνται ολόκληρη την ιστορία — όχι μόνο το κομμάτι που τους βολεύει.
Δεν θα πω ότι η διακυβέρνηση ΑΚΕΛ δεν έχει καμία ευθύνη για την οικονομική κατάσταση στην οποία οδηγηθήκαμε το 2013.
Δεν είμαι ειδικός, αλλά ούτε και έχω δικαίωμα να δίνω συγχωροχάρτια σε κανέναν.
Από την άλλη όμως, δεν μπορούμε κάθε φορά που γίνεται συζήτηση για το 2013 να σβήνουμε τη μνήμη μας και να θυμόμαστε μόνο όσα βολεύουν πολιτικά.
Δυστυχώς για τους πολιτικάντηδές μας, πλέον υπάρχουν και τα social media.
Δεν υπάρχουν μόνο τα παραδοσιακά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τα οποία μπορούν με διάφορους τρόπους να ελέγχουν, να φιλτράρουν ή και να χειραγωγούν την πληροφόρηση.
Υπάρχει πλέον και η δυνατότητα να θυμόμαστε τι πραγματικά είχε συμβεί, ποιοι έλεγαν τι τότε, και ποιοι προσπαθούν σήμερα να ξαναγράψουν την ιστορία.
Πρώτα απ’ όλα, υπήρχε μια παγκόσμια οικονομική κρίση που συγκλόνισε ολόκληρο τον πλανήτη.
Υπήρχε η ελληνική κρίση.
Υπήρχε το κούρεμα του ελληνικού χρέους.
Και, κυρίως, υπήρχε ένα κυπριακό τραπεζικό σύστημα που είχε φουσκώσει πέρα από κάθε λογική.
Δεν το λέω εγώ.
Το είπε ο Όλι Ρεν, τότε Ευρωπαίος Επίτροπος Οικονομικών, όταν ανέφερε ουσιαστικά ότι τα προβλήματα των τραπεζών ήταν εκείνα που προκάλεσαν τα προβλήματα του κράτους και την οικονομική πτώση της Κύπρου — όχι το αντίστροφο.
Και στον ίδιο πυρήνα συμπεράσματος κατέληξαν, με διαφορετικές διατυπώσεις, και διεθνείς θεσμοί όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, το Eurogroup και η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών.
Όλοι μιλούσαν για υπερμεγέθη τραπεζικό τομέα, κακή διαχείριση κινδύνου, τεράστια έκθεση στην Ελλάδα, προβληματικά δάνεια και ανεπαρκή εποπτεία.
Και όταν μιλούμε για ανεπαρκή εποπτεία, ας μη μπερδεύουμε τις χρονολογίες.
Το φαινόμενο των υπερμεγέθων τραπεζών δεν εμφανίστηκε επί Δημητριάδη.
Χτίστηκε κυρίως τα προηγούμενα χρόνια, επί διοίκησης Χριστοδούλου και Ορφανίδη, οι οποίοι διορίστηκαν αντίστοιχα επί διακυβερνήσεων ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ.
Και εδώ μπαίνει ένα πολύ σοβαρό ερώτημα: γιατί ο Δημητριάδης, που παρέλαβε ένα ήδη φουσκωμένο και προβληματικό τραπεζικό σύστημα, βρέθηκε τόσο γρήγορα σε σύγκρουση με τη διακυβέρνηση ΔΗΣΥ και, σύμφωνα με δημοσιεύματα του κυπριακού και διεθνούς Τύπου, αλλά και με όσα έχουν καταγραφεί σε βιβλία και προσωπικές μαρτυρίες, εξωθήθηκε τελικά σε παραίτηση; Ήταν απλώς θέμα ανικανότητας, όπως βολεύει κάποιους να λένε, ή υπήρχαν και βαθύτερα συμφέροντα γύρω από τον έλεγχο της Κεντρικής Τράπεζας και των κρίσιμων αποφάσεων για την Τράπεζα Κύπρου; Άρα ας είμαστε λίγο σοβαροί.
Δεν μπορεί σήμερα κάποιοι να παρουσιάζονται σαν να μην είχαν καμία σχέση με το οικονομικό μοντέλο που κατέρρευσε.
Όταν ο Χριστόφιας μιλούσε για τους τραπεζίτες, θυμόμαστε όλοι τι γινόταν.
Δεχόταν σκληρή επίθεση από ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ, οι οποίοι μας έλεγαν ότι έχουμε τους καλύτερους τραπεζίτες στον κόσμο.
Μετά, όταν κατέρρευσαν οι τράπεζες, ξαφνικά έφταιγε μόνο η κυβέρνηση.
Και πάμε και στα φορολογικά.
Όταν η κυβέρνηση τότε προσπάθησε να αυξήσει προσωρινά τον εταιρικό φόρο από 10% σε 11%, ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ το καταψήφισαν, με το γνωστό επιχείρημα ότι θα φύγουν οι εταιρείες και θα καταρρεύσει η οικονομία.
Λίγα χρόνια μετά, με άλλοθι πλέον το μνημόνιο, ψήφισαν αύξηση στο 12,5%. Άρα εδώ υπάρχουν δύο ενδεχόμενα: είτε το μόνο που τους ενδιέφερε τότε ήταν να φθείρουν μέχρι τέλους τη διακυβέρνηση Χριστόφια, είτε δεν είχαν ιδέα από οικονομία.
Γιατί δεν γίνεται από τη μια να παρουσιάζεσαι ως δύναμη υπεύθυνης πολιτικής και από την άλλη να καταψηφίζεις το 11%, για να ψηφίσεις λίγο μετά το 12,5%. Το ίδιο μοτίβο είδαμε και με τη φορολογία της ακίνητης ιδιοκτησίας.
Όταν έγινε προσπάθεια να φορολογηθεί κυρίως η μεγάλη ακίνητη περιουσία, με τρόπο που άφηνε εκτός φορολογίας περίπου το 98,5% των μικροϊδιοκτητών, και πάλι αντέδρασαν και την καταψήφισαν.
Μετά, όταν ήρθε το μνημόνιο, η φορολογία πέρασε πολύ πιο πλατιά και άγγιξε πολύ περισσότερους πολίτες.
Και όταν πλέον δεν υπήρχε η ίδια μνημονιακή πίεση, αντί να κρατήσουν μια δίκαιη φορολογία πάνω στη μεγάλη ακίνητη περιουσία και να απαλλάξουν τους μικροϊδιοκτήτες, φρόντισαν να την κουρέψουν δραστικά και τελικά να την καταργήσουν.
Άρα και εδώ το ερώτημα είναι απλό: όταν η φορολογία αφορούσε κυρίως τους μεγάλους, την πολέμησαν· όταν απλώθηκε στους πολλούς, πέρασε· και όταν μπορούσε να μείνει μόνο για τους μεγάλους, την κατάργησαν.
Άρα ναι, να μιλήσουμε για ευθύνες.
Αλλά να μιλήσουμε για όλες τις ευθύνες.
Όχι μόνο για εκείνες που βολεύουν σήμερα στην προεκλογική περίοδο.
Και υπάρχει ακόμη ένα ερώτημα που σχεδόν κανείς δεν θέλει να συζητήσει: μετά το 2013, ποιοι πραγματικά κέρδισαν από το οικονομικό μοντέλο που εφαρμόστηκε; Ένα μοντέλο που η σημερινή διακυβέρνηση Χριστοδουλίδη, με έναν Πρόεδρο που προέρχεται πολιτικά από τον ΔΗΣΥ και υπήρξε βασικό στέλεχος της διακυβέρνησης Αναστασιάδη, δεν φαίνεται να αμφισβητεί· αντίθετα, φαίνεται να το συνεχίζει με άλλο περιτύλιγμα.
Γιατί όταν μας μιλούν για «οικονομικές επιτυχίες», ας είμαστε σοβαροί.
Δεν μπορείς να συγκρίνεις μια χώρα που βρισκόταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, μετά από κούρεμα, μνημόνιο και τραπεζική κατάρρευση, με την ίδια χώρα δέκα χρόνια μετά, και να παρουσιάζεις την ανάκαμψη σαν θαύμα δικής σου σοφίας.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η οικονομία ανέκαμψε από τον πάτο.
Το ερώτημα είναι ποιοι κέρδισαν από αυτή την ανάκαμψη.
Γιατί όταν το πλουσιότερο 1% στην Κύπρο βλέπει το μερίδιό του στον εθνικό πλούτο να πηγαίνει από περίπου 13% σε πάνω από 33% — μια αύξηση που καταγράφεται ως η μεγαλύτερη όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και παγκοσμίως — αυτό δεν είναι απλώς ένας αριθμός.
Είναι πολιτική.
Είναι κοινωνική επιλογή.
Είναι ένα μοντέλο που μεταφέρει δύναμη, περιουσία και ευκαιρίες προς την κορυφή.
Με απλά λόγια, κάποια δισεκατομμύρια δεν εξαφανίστηκαν. Μετακινήθηκαν.
Έφυγαν από τα μεσαία και χαμηλά στρώματα και συγκεντρώθηκαν ακόμη περισσότερο στα πλουσιότερα στρώματα της κοινωνίας.
Ποιοι είδαν την περιουσία τους να αυξάνεται; Ποιοι ωφελήθηκαν από τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν; Ποιοι πλήρωσαν τελικά τον λογαριασμό; Γιατί αν αυτή είναι η ανάπτυξη που μας παρουσιάζουν ως επιτυχία — μια ανάπτυξη όπου οι λίγοι γίνονται πολύ πλουσιότεροι και οι πολλοί παλεύουν με ενοίκια, δάνεια, ακρίβεια και ανασφάλεια — τότε συγγνώμη, αλλά αυτή η ανάπτυξη δεν είναι για όλους.
Και αν δεν είναι για όλους, τότε ας μην την παρουσιάζουν σαν εθνικό επίτευγμα.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ποιος έφταιξε για το 2013. Το ερώτημα είναι και ποιοι κέρδισαν μετά το 2013 Από Διαφάνεια (Glasnost)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους