Το Ρεπορτάζ «Το Ρεπορτάζ» της Ελίζας Τριανταφύλλου Eliza Triantafyllou (ΕΤ) είναι ένας οδηγός αναμέτρησης του δημοσιογράφου με τη συνείδησή του και τα καθήκοντα του δημοσιογραφικού λειτουργήματος...
Το Ρεπορτάζ «Το Ρεπορτάζ» της Ελίζας Τριανταφύλλου Eliza Triantafyllou (ΕΤ) είναι ένας οδηγός αναμέτρησης του δημοσιογράφου με τη συνείδησή του και τα καθήκοντα του δημοσιογραφικού λειτουργήματος.
Είναι συγχρόνως και μία δυσάρεστη απεικόνιση των συνθηκών άσκησης της δημοσιογραφίας στη σημερινή Ελλάδα, με τις πάσης φύσεως εξαρτήσεις ή εμπόδια να ελλοχεύουν σε κάθε γωνία και συχνά να εμποδίζουν, φανερά ή υπόρρητα, την ελεύθερη άσκηση ενός λειτουργήματος που είναι τόσο ζωτικής σημασίας σε μία φιλελεύθερη δημοκρατία.
Τις δυσκολίες αυτές, εξάλλου, μαρτυρούν και οι διεθνείς δείκτες: στο “World Press Freedom Index”, που μετράει την ελευθερία του Τύπου διεθνώς, η Ελλάδα βρίσκεται φέτος στην 86η θέση ανάμεσα σε 180 χώρες, παραμένοντας τελευταία από όλες τις χώρες της ΕΕ, πίσω ακόμη και από την Ουγγαρία.
Βιβλία όπως το «Ρεπορτάζ» της ΕΤ φανερώνουν σε μεγάλο βαθμό γιατί συμβαίνει αυτό, αλλά και πώς μπορεί να ενισχυθεί η ελευθερία και η αξιοπιστία του Τύπου στη χώρα μας.
Από το βιβλίο αυτό όμως αξίζει να κρατήσει κανείς όχι τόσο τις δυστοπικές περιστάσεις, αλλά την ελπίδα.
Την ελπίδα ότι η ερευνητική και γενικότερα η ανεξάρτητη δημοσιογραφία παραμένει ζωντανή στη χώρα, ότι, μεταξύ άλλων, συνέβαλε καθοριστικά στην ανάδειξη και διατήρηση στην επιφάνεια του μεγάλου σκανδάλου των υποκλοπών.
Ο δημοσιογραφικός έλεγχος στα πεπραγμένα και ιδίως τις αυθαιρεσίες της εκάστοτε κυβερνητικής εξουσίας είναι απολύτως επιβεβλημένος, προκειμένου να αποτραπούν φαινόμενα αυταρχισμού, διαφθοράς ή ακόμη και υπονόμευσης της εθνικής ασφάλειας της χώρας.
Για έναν τέτοιο έλεγχο ωστόσο χρειάζονται θάρρος, ανθεκτικότητα, ευσυνειδησία και ετοιμότητα για θυσίες.
Και οι αρετές αυτές διαγράφονται καθαρά στο βιβλίο της ΕΤ, χαρακτηρίζοντας τόσο την ίδια όσο και τα υπόλοιπα μέλη της γενναίας δημοσιογραφικής ομάδας που ασχολήθηκαν, με επιμονή, με το σκάνδαλο των υποκλοπών.
Φυσικά υπάρχει στη χώρα μας και πλήθος άλλων άξιων δημοσιογράφων που ακολουθούν αντίστοιχες πορείες, εργαζόμενοι σε διάφορα μέσα, «συστημικά» ή μη. Αξίζει να βλέπει κανείς και την αισιόδοξη πλευρά των πραγμάτων.
Το συγγραφικό ύφος της ΕΤ είναι αρκετά στεγνό, καταγραφικό, όπως πρέπει δηλαδή για ένα τέτοιο βιβλίο, χωρίς φτιασιδώματα, διάθεση εντυπωσιοθηρίας ή συναισθηματικές εξάρσεις.
Το χαρακτηριστικό αυτό, μάλιστα, φαίνεται να συνδέει σαν αδιόρατο νήμα τα τρία πρόσφατα βιβλία κοινωνικο-πολιτικής παρέμβασης των εκδόσεων Αντίποδες: τη Φυλακή του Τάσου Θεοφίλου, το Άσυλο της Ειρήνης Βλάχου Eirini Blaxou και το Ρεπορτάζ της ΕΤ. Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη: το πρώτο αφορά εν γένει την άσκηση της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα και το δεύτερο είναι ένα συναρπαστικό χρονικό της υπόθεσης των υποκλοπών, στο οποίο όμως συχνά-πυκνά δεν λείπει και η αναγωγή σε γενικότερες αρχές άσκησης της δημοσιογραφίας και της δημοσιογραφικής δεοντολογίας.
Στο πρώτο μέρος η ΕΤ αναδεικνύει πρωτίστως το μεγάλο πρόβλημα της αυτολογοκρισίας των δημοσιογράφων.
Όπως υπογραμμίζει χαρακτηριστικά, « ις περισσότερες φορές κανένας δεν έρχεται να σου πει «αυτά δεν τα γράφουμε». Καταλαβαίνεις από τα συμφραζόμενα πως είναι καλό για την καριέρα σου να μην προτείνεις μια έρευνα για τον μεγάλο χορηγό της εφημερίδας ή να μη γράψεις πως η τράπεζα που διαφημίζεται δημοσίευσε αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα στο τέλος της χρονιάς...» (σ. 39-40). Στο πλαίσιο αυτό η αυτολογοκρισία ορίζεται ως η «συνείδηση του ίδιου του δημοσιογράφου πως η πρόοδός του στη δουλειά θεμελιώνεται πάνω στον άγραφο κανόνα «μην κάνεις ποτέ κριτική στο χέρι που σε ταΐζει»» (σ. 46). Ασφαλώς αναφορά γίνεται εδώ και σε μεθόδους έμμεσης επιρροής, όπως οι περίφημες «λίστες Πέτσα», οι οποίες υποσκάπτουν την ελευθερία του Τύπου.
Από την άλλη πλευρά, ένας καλός δημοσιογράφος πρέπει να αφήνει την αλήθεια να χαλάει μια ωραία ιστορία (η επιταγή αυτή ισχύει άλλωστε γενικότερα, κατ’ εξοχήν δε στις επιστήμες): δουλειά του δημοσιογράφου να είναι να μη φτιάχνει «ωραίες ιστορίες που δεν αντιστοιχούν σε πραγματικά γεγονότα» (σ. 52). Τα γεγονότα μετράνε πριν και πάνω απ’ όλα.
Και αυτό που κάνει τον καλό δημοσιογράφο να αναζητεί την αλήθεια, η πυξίδα του δηλαδή, είναι το δημόσιο συμφέρον (σ. 59). Στο πλαίσιο επιμελούς επιτέλεσης της δημοσιογραφικής αποστολής, νευραλγική σημασία έχει και η ευλαβική τήρηση των λεγόμενων «συναλλακτικών υποχρεώσεων του Τύπου»: όταν δίδασκα Δίκαιο των ΜΜΕ στο μεταπτυχιακό της Νομικής Σχολής Αθηνών, επιμέναμε μεν ιδιαίτερα στην τήρηση των υποχρεώσεων αυτών, αλλά δεν φανταζόμουν ότι θα τις έβρισκα τόσο ζωντανά αποτυπωμένες σε ένα τέτοιο βιβλίο – το οποίο και για αυτόν τον λόγο θα άξιζε να ενταχθεί στην προτεινόμενη ύλη στις πανεπιστημιακές σχόλες ΜΜΕ και τις σχολές δημοσιογραφίας.
Εδώ πρωταρχικό ρόλο έχουν το καθήκον αληθείας, επιμελούς δηλαδή διασταύρωσης της είδησης, όπως και το καθήκον ακρόασης της γνώμης του θιγόμενου προσώπου (κατά το γνωστό γνωμικό audiatur et altera pars ή μηδενί δίκην δικάσης, πριν αμφοίν μύθον ακούσης). Και ύστερα από αυτά φτάνουμε σε έναν εύστοχο ορισμό του «σκανδάλου»: κατά την ΕΤ, «...σκάνδαλο γίνεται κάτι όταν ξεκινάει να συγκαλύπτεται, όταν η εξουσία ξεκινάει να το διαχειρίζεται... Σε σκάνδαλο μετατρέπεται καθώς η εξουσία έχει αρχίσει να παίρνει τα μέτρα της ενάντια στην πραγματικότητα που την εκθέτει... Σκάνδαλο είναι μια πραγματική είδηση συχνά με ποινικό ενδιαφέρον που μένει αδικαίωτη.
Το σκάνδαλο και η συγκάλυψή του είναι τόσο οργανικά δεμένα που ίσως τελικά και να ταυτίζονται: σκάνδαλο είναι η σκανδαλώδης συγκάλυψη του σκανδάλου» (σ. 61-62). Δυστυχώς πρόκειται για έναν απόλυτα ταιριαστό ορισμό και για το τρέχον σκάνδαλο των υποκλοπών. Η ΕΤ έχει επιλέξει συνειδητά μια μορφή δημοσιογραφίας που ανάγεται σε «ένα αξιακό σύστημα που τοποθετεί τη δημοσιογραφική έρευνα σε μια δομική ένταση με την κυβέρνηση ή πιο γενικά με την εξουσία» (σ. 66-67). Και έτσι αναπόφευκτα προκύπτει το ερώτημα: Να δημοσιεύσει κάτι ο ερευνητικός δημοσιογράφος που μπορεί να ρίξει μία κυβέρνηση ή να ευνοήσει την αντιπολίτευση; Η απάντηση είναι ναι.
Και τούτο διότι, κατά την προσέγγιση της ΕΤ, « εμπιστοσύνη στον Τύπο, στη διαδικασία ελέγχου της εξουσίας, είναι σημαντικότερη από την εκλογή της μιας ή της άλλης κυβέρνησης» (σ. 67). Το διακύβευμα, δηλαδή, είναι το κύρος της ίδιας της τέταρτης εξουσίας ως θεμελιώδους πυλώνα μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Στο δεύτερο μέρος περνάμε πλέον σε μία συναρπαστική, όσο και ανατριχιαστική, καταγραφή της υπόθεσης των υποκλοπών.
Έχουν συμβεί τόσα πολλά μέχρι σήμερα, έχει πραγματικά χαθεί το μέτρημα με τα συσσωρευμένα περιστατικά υπονόμευσης των θεσμών και του κράτους δικαίου.
Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς εδώ: από την περίεργη εκείνη ρύθμιση που θεσπίστηκε σε ανύποπτο χρόνο, τον Μάρτιο του 2021 (βλ. άρθ. 87 ν. 4790/2021), η οποία στερούσε από το πρόσωπο που είχε τεθεί σε παρακολούθηση για λόγους εθνικής ασφάλειας τη δυνατότητα να ενημερωθεί για τον λόγο της παρακολούθησής του (ρύθμιση που ερχόταν σε αντίθεση με το Σύνταγμα και τη νομολογία του ΕΔΔΑ και στην οποία, υπενθυμίζεται, αντέδρασαν άμεσα με άρθρο τους ο τότε Πρόεδρος της ΑΔΑΕ Χρ. Ράμμος Christos Rammos και τα μέλη της Στ. Γκρίτζαλης και Αικ.
Παπανικολάου: https://www.constitutionalism.gr/2021-04-07-rammos-gritzalis-papanikolaou-aporrito-epikinonion/), μέχρι την αποκάλυψη για τη θέση του Νικ.
Ανδρουλάκη σε καθεστώς νόμιμης επισύνδεσης από την ΕΥΠ κατά την περίοδο που διεκδικούσε την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ· και άλλα πολλά.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤ στέκεται ιδιαίτερα, και δικαίως, στις πρόδηλες παραλείψεις της έρευνας του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχ. Ζήση, σε αντιπαραβολή ιδίως με την παραγωγική δικαστική διαδικασία που διεξήχθη αργότερα (από το φθινόπωρο του 2025 και μετά) ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπου λόγω της επιμέλειας και της ευσυνειδησίας του Προέδρου Νικ.
Ασκιανάκη και του Εισαγγελέα Δημ.
Παυλίδη αποκαλύφθηκαν ένα σωρό κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης των υποκλοπών.
Για τις υπόλοιπες λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας του Predator –που, ως κατασκοπευτικό υπερόπλο, εισβάλλει απόλυτα στον ιδιωτικό βίο του προσώπου, βλέποντας και ακούγοντας τα πάντα–, τις πιθανές συνέπειες για πολιτικά πρόσωπα και τη χώρα, το συμπέρασμα περί ύπαρξης κοινού συντονιστικού κέντρου παρακολούθησης αξίζει να διαβάσει κανείς προσεκτικά τις σελίδες 102 επ., μέσα από τις οποίες θα αισθανθεί πόσο σοβαρό πλήγμα έχει δεχθεί με την υπόθεση αυτή η ομαλή θεσμική και δημοκρατική λειτουργία του τόπου.
Το τελευταίο ισχύει και σε σχέση με το κεφάλαιο «Δεν φοβάστε μ’ αυτά που γράφετε;», που περιγράφει και τους συγκεκριμένους κινδύνους που αντιμετώπισαν η ΕΤ και ο Τάσος Τέλλογλου κατά τη διάρκεια του Ρεπορτάζ.
Όλα αυτά στην Ελλάδα του σήμερα, τη στιγμή που κάποιοι ανατριχιάζουν, κάποιοι αδιαφορούν, και κάποιοι άλλοι ακόμη και δικαιολογούν – στην τελευταία περίπτωση ίσως παίζει κάποιον ρόλο το φαινόμενο της γνωστικής ασυμφωνίας.
Στη συνέχεια η ΕΤ θα αναχθεί και πάλι σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, μοιραζόμενη με τον αναγνώστη τον τρόπο με τον οποίον ελέγχει τον εαυτό της όταν γράφει: Ο επιμελής και ευσυνείδητος ερευνητικός δημοσιογράφος, όταν γράφει το ρεπορτάζ του, ταυτόχρονα λογοδοτεί ενώπιον ενός δικαστηρίου, γράφει με την έγνοια να μπορεί να υπεραπιστεί αυτά που γράφει ακόμη και ενώπιον ενός δικαστή· γι’ αυτό και η ΕΤ, όταν στάθηκε να καταθέσει ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ήταν σαν έτοιμη από καιρό. «Κάθε φορά που ετοιμάζω ένα ρεπορτάζ νιώθω ότι έχω απέναντί μου ένα δικαστήριο.
Έναν δικαστή που μπορεί να εξετάσει την υπόθεση και να εντοπίσει τα σημεία στα οποία εγώ παραβαίνω τη δημοσιογραφική δεοντολογία, υπερβάλλω, αδικώ κάποιον… Οι δημοσιογράφοι πρέπει να περνάμε μέσα από αυτήν κάθε φορά πριν πατήσουμε το πλήκτρο που δημοσιεύει ένα ρεπορτάζ . Ό,τι γράψεις πρέπει να το γράψεις με τρόπο που να μπορείς να το υπερασπιστείς σε ένα δικαστήριο» (σ. 137). Στο φαντασιακό αυτό δικαστήριο βοηθάει πολύ η «καλοσύνη των ξένων», δηλαδή των διαφόρων πηγών που συμβάλλουν στην εκάστοτε έρευνα: «…Συνέβη στην περίπτωση των υποκλοπών, συνέβη και σε άλλες υποθέσεις, μας μιλούσαν άνθρωποι λέγοντας «δεν το ανέχομαι αυτό», «δεν μπορώ να με κοροϊδεύουν» και τελικά το εννοούσαν.
Προσέρχονται εθελοντικά στο φαντασιακό μου δικαστήριο κομίζοντας αληθή στοιχεία, ως πραγματικοί μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος» (σ. 140-141). Εν τέλει, το θέμα είναι πώς επιλέγει κανείς να νοηματοδοτήσει τη ζωή του. Η ΕΤ έχει εδώ μία σαφή απάντηση: Ναι, η ανάγκη για επιβίωση ή άνετη διαβίωση κ.λπ. συχνά θα προβληθεί ως άλλοθι για τη σιωπή, την αποστασιοποίηση, και όσοι υιοθετούν τη στάση αυτή «εννοούν την επιβίωση στενά, χρήματα για να αγοράζουν αντικείμενα και υπηρεσίες, όχι την επιβίωση ως μια ζωή με νόημα, αξιοπρέπεια και συνείδηση» (σ. 148-149). Για εκείνην όμως έχει σημασία ακριβώς η επιβίωση ως μια ζωή με νόημα, αξιοπρέπεια και συνείδηση.
Αυτή η φράση είναι ίσως και η πιο πολύτιμη παρακαταθήκη του βιβλίου τη ΕΤ, που βαίνει ασφαλώς πέρα από το πεδίο άσκησης της δημοσιογραφίας και μπορεί να λειτουργήσει γενικότερα σαν ηθική πυξίδα ζωής.
Θερμά συγχαρητήρια στις εκδόσεις Αντίποδες και τον Κώστας Σπαθαράκης.
Η προάσπιση της δημοκρατίας και του ελεύθερου φρονήματος σε μία πολιτεία περνάει και μέσα από τις αποφάσεις των εκδοτών.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους