[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Υπάρχουν δημοτικά τραγούδια που σε αφήνουν άφωνο. Όμως κανένα δεν ξεπερνάει, νομίζω, αυτό το ανατριχιαστικό αριστούργημα. Η ΜΑΝΑ Η ΦΟΝΙΣΣΑ Ο Ανδρόνικος εκίνησε να πάει λαφοκυνήγι, εκίνησε κι ο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Υπάρχουν δημοτικά τραγούδια που σε αφήνουν άφωνο. Όμως κανένα δεν ξεπερνάει, νομίζω, αυτό το ανατριχιαστικό αριστούργημα. Η ΜΑΝΑ Η ΦΟΝΙΣΣΑ Ο Ανδρόνικος εκίνησε να πάει λαφοκυνήγι, εκίνησε κι ο Κωσταντής στο δάσκαλο να πάει, το καλαμάρι αστόχησε, γυρίζει να το πάρει.

Βρίσκει την πόρταν ανοιχτή, την πόρταν ανοιγμένη, βρίσκει τη μάνα του αγκαλιά με ξένο παλληκάρι. –Αν είναι ας είναι, μάνα μου, κι α δε σ’ ομολογήσω, κι α δεν το πω τ’ αφέντη μου, ν’ αδικοθανατίσω. –Τι ’δες, μωρέ, και τι θα πεις, και τι θα μολογήσεις; –Καλό ειδα εγώ, καλό θα ειπώ, καλό θα μολογήσω, κακό ειδα εγώ, κακό θα ειπώ, κακό θα μολογήσω.

Και με το μόσκο το πλανά και με το λεφτοκάρυ, και στο κελλάρι το ’μπασε και σαν τ’ αρνί το σφάζει, σα μακελάρης φυσικός τού βγάζει το συκώτι.

Σ’ εννιά νερά το ξέπλυνε και ξεπλυμούς δεν είχε, και πάλε το ξανάπλυνε και πάλιν αίμα στάζει, και στο τηγάνι τό ’βαλε για να το τηγανίσει.

Και νά σου κι ο Ανδρόνικος στους κάμπους καβαλλάρης, βροντομαχούν τα ρούχα του και λάμπουν τ’ άρματά του, φέρνει τα ’λάφια ζωντανά, τ’ αγρίμια μερωμένα, φέρνει κι ένα λαφόπουλο, του Κωσταντή παιχνίδι.

Κοντοκρατεί το μαύρο του και τήνε χαιρετάει. –Γεια σου, χαρά σου, ποθητή, και πού ’ναι ο Κωσταντής μας; –Τον έλουσα, τον άλλαξα, και στο σκολειό τον πήγα.

Φτερνιά δίνει τ’ αλόγου του και στο σκολειό πηγαίνει. –Δάσκαλε, πού ’ναι ο Κωσταντής και πού ’ναι το παιδί μου; –Δυο μέρες έχω να το ιδώ και τρεις να το διαβάσω.

Φτερνιά δίνει τ’ αλόγου του, στο σπίτι του πηγαίνει. –Γυναίκα, πού ’ναι ο Κωσταντής και πού ’ναι το παιδί μας; –Στης πεθεράς μου το ’στειλα, κι όπου κι αν είναι θά ’ρθει.

Φτερνιά δίνει τ’ αλόγου του, στης μάνας του πηγαίνει. –Μάνα μου, πού ’ναι ο Κωσταντής και πού ’ναι το παιδί μου; –Έχω δυο μέρες να το ιδώ και τρεις να το φιλήσω, κι α δεν το ιδώ ώς το βραδύ θε νά παραλοΐσω.

Φτερνιά δίνει τ’ αλόγου του, στο σπίτι του πηγαίνει. –Σκύλα, και πού ’ναι ο Κωσταντής, ο Μικροκωσταντίνος; –Κάπου παιγνίδιν εύρηκε και θέλα παιγνιδίζει. –Γυναίκα, βάλε μου να πιω, να φάω να γεματίσω, να πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα καταράχια, να πάω να βρω τον Κωσταντή, το φύτρο της καρδιάς μου.

Το συκωτάκι του ’βαλε σ’ ένα ασημένιο πιάτο.

Πρώτη μπουκιάν οπού ’βαλε, το συκωτάκι πήρε, το συκωτάκι μίλησε, το συκωτάκι λέει. –Αν είσαι σκύλος φάε με, κι Οβριός απέταξέ με, κι αν είσαι κι ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησέ με. Και τη μπουκιά του απέλυσε, τριγύρω του κοιτάει, εβούρκωσε η καρδούλα του, εμαύρισε το φως του, τα δάκρυα τρέξαν ποταμός κι εκόντεψε να πέσει.

Μα ν-αντρειώθη κι έσυρε το δαμασκί σπαθί του, και στο λαιμό της το ’βαλε, της κόβει το κεφάλι, λιανά λιανά την έκοψε, στον ήλιο την απλώνει, κι από τον ήλιο στο σακί, κι απ’ το σακί στο μύλο.

Κι ο μύλος εξεράλεθε κι η φτερωτή ετραγούδα. –Άλεθε, μύλο μου, άλεθε κακής κούρβας κεφάλι, κάνε τ’ αλεύρια κόκκινα και την πασπάλη μαύρη, για νά ’ρχουνται οι γραμματικοί να παίρνουν για μελάνι, για νά ’ρχουνται κι οι όμορφες να παίρνουν κοκκινάδι.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences