[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η άνοδος του «Δημοκρατικού Φασισμού» C. Amlinger, O. Nachtway Η σύγχρονη ακροδεξιά δεν εμφανίζεται πλέον με τη μορφή του ανοιχτά αντιδημοκρατικού φασισμού του Μεσοπολέμου. Αντί να απορρίπτει ευθέως...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η άνοδος του «Δημοκρατικού Φασισμού» C. Amlinger, O. Nachtway Η σύγχρονη ακροδεξιά δεν εμφανίζεται πλέον με τη μορφή του ανοιχτά αντιδημοκρατικού φασισμού του Μεσοπολέμου.

Αντί να απορρίπτει ευθέως τη δημοκρατία, επιχειρεί να την επαναπροσδιορίσει, να την αδειάσει από το φιλελεύθερο περιεχόμενό της και να τη μετατρέψει σε εργαλείο πλειοψηφικής κυριαρχίας.

Μέσα από αυτή τη μετάλλαξη αναδύεται η έννοια του «δημοκρατικού φασισμού»: Eνός πολιτικού ρεύματος που δρα εντός των δημοκρατικών θεσμών, αξιοποιώντας τους για να περιορίσει σταδιακά τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τους μηχανισμούς ελέγχου της εξουσίας.

Η διαφοροποίηση από τον ιστορικό φασισμό είναι κυρίως στρατηγική και όχι ουσιαστική.

Οι πρώτοι φασίστες του 20ού αιώνα φορούσαν την ταυτότητα του φασισμού με υπερηφάνεια και δήλωναν ανοιχτά την εχθρότητά τους προς τον κοινοβουλευτισμό.

Μετά τη φρίκη του Ολοκαυτώματος, όμως, η ανοιχτή αντιδημοκρατική ρητορική έγινε πολιτικά δυσλειτουργική.

Όπως είχε επισημάνει ήδη ο Τέοντορ Αντόρνο, η ακροδεξιά άρχισε να επικαλείται τη «γνήσια δημοκρατία» και να κατηγορεί τους αντιπάλους της ως αντιδημοκράτες.

Η σημερινή ακροδεξιά δεν επιδιώκει άμεσα πραξικοπήματα ή την άμεση κατάλυση των εκλογών.

Η εμπειρία δείχνει άλλωστε ότι ιστορικά ο φασισμός αναπτύχθηκε μέσα από τη δημοκρατική διαδικασία πριν τη διαλύσει εκ των έσω. Ο Αδόλφος Χίτλερ εξελέγη νόμιμα πριν αποκτήσει υπερεξουσίες με τον «Νόμο περί Πληρεξουσιοδότησης», ενώ ο Μπ. Μουσολίνι χρειάστηκε αρκετά χρόνια για να μετατρέψει την εξουσία του σε ανοιχτή δικτατορία.

Στη σημερινή συγκυρία, η διαδικασία είναι πιο σταδιακή, πιο θεσμικά επεξεργασμένη και πιο συμβατή με τις εκλογικές διαδικασίες.

Το παράδειγμα του Ντόναλντ Τραμπ θεωρείται χαρακτηριστικό αυτής της μετάλλαξης.

Η αμερικανική περίπτωση δεν περιγράφεται ως πλήρης φασιστικό καθεστώς, αλλά ως μορφή «ανταγωνιστικού αυταρχισμού», σύμφωνα με τους πολιτικούς επιστήμονες Στίβεν Λεβίτσκι και Λούκαν Γουέι.

Οι εκλογές συνεχίζουν να διεξάγονται και η αντιπολίτευση παραμένει νόμιμη, αλλά η ισορροπία του πολιτικού ανταγωνισμού αλλοιώνεται συστηματικά μέσω της πίεσης στη Δικαιοσύνη, τα μέσα ενημέρωσης και τους θεσμούς ελέγχου.

Ιδεολογικά, αυτή η νέα ακροδεξιά αντλεί σημαντική επιρροή από τον Καρλ Σμιτ, τον Γερμανό θεωρητικό και νομικό του Τρίτου Ράιχ, ο οποίος θεωρούσε ότι η αληθινή δημοκρατία δεν βασίζεται στον κοινοβουλευτικό διάλογο αλλά στην «ταύτιση κυβερνώντων και κυβερνωμένων» μέσω ενός εθνικού ηγέτη που εκφράζει τη βούληση του «ομοιογενούς λαού». Για τον Σμιτ, η δημοκρατία απαιτεί όχι μόνο ομοιογένεια αλλά και «εξάλειψη της ετερογένειας» όταν αυτή κρίνεται απειλητική.

Η σύγχρονη εκδοχή αυτής της λογικής εκφράζεται μέσα από τον πλειοψηφισμό: Tην μετατροπή της δημοκρατίας σε μηχανισμό αποκλειστικής προστασίας της «γηγενής πλειοψηφίας», η οποία θεωρεί ότι απειλείται από τα δικαιώματα των μειονοτήτων, τη μετανάστευση ή τις πολιτισμικές αλλαγές.

Η πολιτική της μαζικής απέλασης μεταναστών, η εχθρότητα απέναντι στα τρανς άτομα και η επίθεση στις φιλελεύθερες αξίες παρουσιάζονται ως μέσα αποκατάστασης της «εθνικής συνοχής». Σε αντίθεση με τον ιστορικό φασισμό, ο «δημοκρατικός φασισμός» δεν επιδιώκει ένα ολοκληρωτικό κράτος που ελέγχει πλήρως την οικονομία και την κοινωνία.

Αντίθετα, συνδυάζεται με ακραίες μορφές νεοφιλελευθερισμού.

Το κράτος καλείται να ενισχύει τις επιχειρήσεις, να προστατεύει την αγορά και να καταστέλλει τους πολιτικούς αντιπάλους, αλλά όχι να ρυθμίζει ουσιαστικά την οικονομική δραστηριότητα.

Η λογική είναι περισσότερο εκείνη ενός απορρυθμισμένου κράτους που λειτουργεί ως σύμμαχος του μεγάλου κεφαλαίου παρά ως μηχανισμός ολοκληρωτικής κοινωνικής οργάνωσης.

Η νέα αυτή ακροδεξιά δεν συγκροτείται γύρω από ένα ενιαίο κόμμα ή μια αυστηρή ιδεολογία, αλλά γύρω από ένα ευρύ δίκτυο πολιτικών και πολιτισμικών συμμαχιών: Τραμπιστές Ρεπουμπλικάνοι, υπερσυντηρητικοί Ευαγγελικοί, τεχνολογικοί δισεκατομμυριούχοι της Silicon Valley, εθνικιστές, ομάδες όπως οι Proud Boys και διάφορα αντικρατικά ή αντισυστημικά κινήματα.

Το κοινό τους σημείο είναι η αντίθεση στην ισότητα, στον κοσμοπολιτισμό και στις πολιτικές συμπερίληψης.

Παράλληλα, η νέα ακροδεξιά δεν απορρίπτει πλήρως ορισμένες κοινωνικές αλλαγές, αλλά επιχειρεί να τις ενσωματώσει υπό ιεραρχικούς όρους.

Δεν αντιτίθεται κατ’ ανάγκη στην παρουσία των γυναικών στην εργασία ή των ομοφυλόφιλων στη δημόσια ζωή, αρκεί να μην αμφισβητούνται οι παραδοσιακές δομές εξουσίας και οι κοινωνικές ανισότητες.

Η επίθεση επικεντρώνεται κυρίως απέναντι σε ό,τι θεωρείται ότι διαλύει τις σαφείς πολιτισμικές και έμφυλες κατηγορίες πάνω στις οποίες στηρίζεται η εθνική και κοινωνική τάξη.

Έτσι, ο «δημοκρατικός φασισμός» εμφανίζεται όχι ως επιστροφή στο παρελθόν με την ίδια μορφή, αλλά ως μια νέα πολιτική σύνθεση: Αυταρχισμός χωρίς κατάργηση των εκλογών, εθνικισμός χωρίς πλήρη κρατικό έλεγχο της οικονομίας και δημοκρατική νομιμοποίηση χωρίς φιλελεύθερες εγγυήσεις. K REPORT

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences