[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Χάραμα στο Καΐκι Το ξυπνητήρι δεν χτύπησε ποτέ. Στις τέσσερις, η θάλασσα σε ξυπνάει μόνη της. Ένα ανεπαίσθητο τράβηγμα στο στήθος, σαν να σε καλεί κάποιος με το όνομά σου από μακριά. Φόρεσα το...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Χάραμα στο Καΐκι Το ξυπνητήρι δεν χτύπησε ποτέ. Στις τέσσερις, η θάλασσα σε ξυπνάει μόνη της.

Ένα ανεπαίσθητο τράβηγμα στο στήθος, σαν να σε καλεί κάποιος με το όνομά σου από μακριά.

Φόρεσα το μάλλινο που μύριζε πετρέλαιο και αλάτι.

Ο παππούς το έλεγε "δεύτερο δέρμα του ψαρά". Στο λιμανάκι της Περαίας, τα φώτα ήταν ακόμη κίτρινα και νυσταγμένα.

Το "Αγία Μαρίνα" λικνιζόταν δεμένο, ήσυχο σαν ζώο που κοιμάται.

Ξύλινο καΐκι, δώδεκα μέτρα, βαμμένο μπλε και άσπρο.

Το χρώμα ξεφλουδισμένο στα πλευρά του από τριάντα χρόνια μελτέμια. Ο Μιχάλης έλυνε ήδη τους κάβους. "Αργήσες," μουρμούρισε χωρίς να με κοιτάξει. "Ήρθα στην ώρα μου." "Η ώρα η δική σου δεν είναι η ώρα της θάλασσας." Γέλασε και πήδηξε μέσα.

Η μηχανή γκρίνιαξε, έβηξε, και τελικά πήρε μπροστά.

Ένας βαρύς, τίμιος ήχος που τον νιώθεις στο στομάχι.

Βγήκαμε από τον ντόκο.

Πίσω μας η Θεσσαλονίκη κοιμόταν ακόμη, μια σειρά από πορτοκαλί φώτα που έτρεμαν στο νερό.

Το χάραμα δεν έχει χρώμα.

Είναι μια υπόσχεση ανάμεσα στο μαύρο και το μπλε.

Ο ουρανός προς την ανατολή άρχισε να ξεπλένεται, να γίνεται γαλάζιος σαν το εσωτερικό ενός όστρακου.

Ο αέρας μύριζε ιώδιο και παγωνιά.

Καθόλου κύμα.

Η θάλασσα ήταν λάδι, όπως λένε.

Μόνο η πλώρη του καϊκιού άφηνε πίσω της μια ρυτίδα που αμέσως σιδερωνόταν ξανά.

Πήγαμε στα σίγουρα, έξω από το Μεγάλο Έμβολο.

Εκεί που ο βυθός πέφτει απότομα και τα μελανούρια μαζεύονται. Ο Μιχάλης έσβησε τη μηχανή. Ακουσες; Σιωπή.

Όχι η σιωπή της στεριάς, που πάντα έχει έναν βόμβο.

Η σιωπή της θάλασσας, που είναι γεμάτη.

Ακούς την ανάσα σου, ακούς το νερό που γλείφει τα ξύλα, ακούς κάτι μακριά που μπορεί να είναι δελφίνι ή η σκέψη σου.

Ρίξαμε τα παραγάδια.

Η πετονιά έφευγε από τα δάχτυλα παγωμένη, βυθιζόταν και χανόταν.

Κάθε αγκίστρι και μια μικρή προσμονή. Ο Μιχάλης άναψε τσιγάρο.

Ο καπνός ανέβαινε ίσια, ούτε πνοή αέρα. "Θυμάσαι τι έλεγε ο γέρος;" ρώτησε. "Πολλά έλεγε ο γέρος." "Έλεγε πως το ψάρεμα δεν είναι για να γεμίσεις την ψαροκασέλα.

Είναι για να αδειάσεις το κεφάλι." Είχε δίκιο.

Εκείνη την ώρα, με την πόλη πίσω σβησμένη και τον ήλιο να μην έχει βγει ακόμη, όλα τα βάρη μένουν στην προβλήτα.

Τα χρέη, οι καβγάδες, ο λογαριασμός της ΔΕΗ.

Εδώ είσαι μόνο εσύ, το ξύλο κάτω από τα πόδια σου, και αυτό το τεράστιο, ζωντανό πράγμα που ανασαίνει γύρω σου.

Τότε το ένιωσα.

Ένα τράβηγμα.

Όχι βίαιο. Επίμονο.

Σαν να σου πιάνει κάποιος το χέρι κάτω από το νερό και να σε τραβάει να του πεις ένα μυστικό.

Κάρφωσα και άρχισα να τυλίγω.

Η πετονιά έκαιγε τις παλάμες.

Το καΐκι πήρε μια κλίση. Ο Μιχάλης πετάχτηκε, άρπαξε την απόχη. "Μην το ζορίζεις.

Άστο να κουραστεί." Το κουράσαμε μαζί, εγώ και ό,τι ήταν κάτω.

Όταν φάνηκε, ήταν μια συναγρίδα. Μεγάλη.

Το λέπι της άρπαξε την πρώτη αχτίδα του ήλιου που μόλις ξεμύτιζε πίσω από τον Χορτιάτη και έγινε χρυσάφι.

Για μια στιγμή, κρεμασμένη ανάμεσα στο νερό και τον αέρα, ήταν το πιο όμορφο πράγμα που είχα δει.

Την ανεβάσαμε στο κατάστρωμα.

Χτυπιόταν για λίγο και μετά ησύχασε.

Το μάτι της, στρογγυλό και υγρό, καθρέφτιζε τον ουρανό που τώρα είχε γίνει ροζ και πορτοκαλί. Ο Μιχάλης δεν είπε μπράβο.

Έκοψε μόνο μια φέτα ψωμί, έβαλε πάνω λίγο αλάτι και μου την έδωσε. "Φάε.

Η θάλασσα σε κέρασε." Καθίσαμε στην πλώρη.

Μπροστά μας ο Θερμαϊκός είχε πάρει φωτιά.

Πίσω μας, η Θεσσαλονίκη ξυπνούσε.

Ακούγονταν τα πρώτα λεωφορεία στην παραλιακή.

Εμείς είχαμε ήδη ζήσει μια ολόκληρη μέρα.

Το καΐκι πήρε πάλι μπροστά. Γυρίζαμε. Η ψαροκασέλα είχε ένα ψάρι. Το κεφάλι μου ήταν άδειο και γεμάτο ταυτόχρονα. Γεμάτο φως.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences