[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Το Χρυσό Ψαλίδι» Το «καλό δωμάτιο» του σπιτιού δεν ήταν πια για τους ξένους. Έγινε ατελιέ. Έγινε «ΜΟΔΙΣΤΡΑΔΙΚΟ ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΨΑΛΙΔΙ - ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΕΙΣ - ΑΤΕΛΙΕ». Το έγραφε η ταμπέλα στο παράθυρο, με μπλε και...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Το Χρυσό Ψαλίδι» Το «καλό δωμάτιο» του σπιτιού δεν ήταν πια για τους ξένους.

Έγινε ατελιέ.

Έγινε «ΜΟΔΙΣΤΡΑΔΙΚΟ ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΨΑΛΙΔΙ - ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΕΙΣ - ΑΤΕΛΙΕ». Το έγραφε η ταμπέλα στο παράθυρο, με μπλε και κόκκινα γράμματα.

Την είχε φτιάξει ο άντρας της ανιψιάς της, που έπιανε το χέρι του στα γράμματα.

Η θεία δεν το είχε όνειρο.

Το είχε ανάγκη.

Ο άντρας της έφυγε νωρίς.

Στα πενήντα της, με τρία παιδιά και ένα σπίτι που ήθελε στόματα να ταΐσει.

Τα χωράφια δεν έφταναν.

Η σύνταξη του ΟΓΑ αργούσε ακόμα.

Είχε όμως δυο χέρια που ήξεραν βελονιά.

Από κορίτσι, της έμαθε η μάνα της. «Να έχεις μια τέχνη, κορίτσι μου.

Ο άντρας φεύγει, η τέχνη μένει». Είχε και μια Singer, προίκα από τον γάμο της.

Μαύρη, βαριά, με το χρυσό «Singer» στο πλάι.

Την έστησε στο καλό δωμάτιο.

Έβγαλε τα σεμέν, τα καλοκαιρινά σερβίτσια, τις φωτογραφίες του γάμου.

Έβαλε μέσα τη ζωή.

Το 1968 γράφει το ημερολόγιο στον τοίχο.

Το πάτωμα, ξύλινο, τρίζει σε κάθε της βήμα.

Φθαρμένο εκεί που πατάει το πόδι της στη μηχανή, χρόνια τώρα.

Οι τοίχοι, με την ταπετσαρία τα λουλούδια, έχουν κιτρινίσει από τον χρόνο και τον καπνό του μαγκάλι τον χειμώνα.

Στο ράφι, τα υφάσματα διπλωμένα με ευλάβεια.

Τόπια από ποπλίνες, μάλλινα, μετάξια για τα νυφικά του χωριού.

Από πάνω, τα κουτιά γράφουν «ΚΟΥΡΤΙΝΕΣ». Και οι κούκλες.

Επτά κούκλες με τις φορεσιές της Ελλάδας. Τσολιαδάκια, Αμαλίες, Κρητικοπούλες.

Τις έφτιαχνε τα βράδια, όταν τελείωνε η δουλειά. «Να θυμούνται τα κορίτσια», έλεγε.

Στον τοίχο, η φωτογραφία.

Ο άντρας της, εκείνη νέα, τα παιδιά μικρά.

Τους κοίταζε κάθε φορά που κουραζόταν.

Και συνέχιζε.

Έκανε μεταποιήσεις.

Από ένα παλιό παλτό του πατέρα, έφτιαχνε σακάκι για τον γιο.

Από το νυφικό της μάνας, φόρεμα για την κόρη που παντρευόταν. «Τίποτα δεν πετιέται», έλεγε. «Όλα έχουν μια δεύτερη ζωή». Έκανε και προίκες.

Σεντόνια με κοφτό κέντημα, πετσέτες με μονόγραμμα, κουρτίνες με δαντέλα.

Όλο το χωριό πέρασε από τα χέρια της.

Η ανιψιά της καθόταν δίπλα.

Μαύρα μαλλιά πιασμένα κότσο, μαύρο φόρεμα.

Είχε μείνει νωρίς χωρίς μάνα.

Η θεία την πήρε κοντά της.

Της έμαθε τη βελονιά. «Να μετράς δυο φορές, να κόβεις μια». Της έμαθε να βάζει φόδρες, να γυρίζει γιακάδες, να κρύβει το λάθος με μια πινελιά.

Της έμαθε και τα φουντάκια.

Κόκκινα, μπλε, άσπρα.

Για τα τσολιαδάκια που έραβε τα αποκριάτικα.

Το ρολόι έδειχνε πάντα δέκα παρά τέταρτο.

Είχε σταματήσει χρόνια πριν.

Ο χρόνος στο ατελιέ μετριόταν αλλιώς.

Με τις παραγγελίες.

Με τα Χριστούγεννα που ήθελαν όλοι καινούργιο ρούχο.

Με τους γάμους του καλοκαιριού.

Με το φως που έμπαινε από το παράθυρο με τις δαντελωτές κουρτίνες.

Το πρωί έραβαν.

Το μεσημέρι έτρωγαν πάνω στο τραπέζι της δουλειάς, ένα πιάτο φακές.

Το απόγευμα, ξανά η Singer να χτυπάει.

Η ταμπέλα έγραφε «ΑΤΕΛΙΕ». Δεν έγραφε ότι εκεί μέσα η θεία μεγάλωσε ανίψια.

Ότι κράτησε μυστικά.

Νύφες που έρχονταν να φαρδύνουν το νυφικό γιατί «έτυχε». Χήρες που έβαφαν τα μαύρα τους μπλε σκούρο, να μην τις κουτσομπολεύουν.

Κορίτσια που έφευγαν για την Αθήνα με μια βαλίτσα και ένα ταγέρ ραμμένο από τα χέρια της.

Δεν έγραφε ότι τα βράδια, όταν έσβηνε η λάμπα, η θεία έκλαιγε.

Για τον άντρα της.

Για τον γιο που πήγε στη Γερμανία και δεν γύρισε.

Για τα μάτια της που θόλωναν από τη δουλειά.

Το πρωί όμως, έβαζε το μαντήλι της, έφτιαχνε τον κότσο, και καθόταν ξανά στη μηχανή. «Η δουλειά είναι προσευχή», έλεγε στην ανιψιά.

Το ατελιέ έκλεισε τη δεκαετία του '80. Ήρθαν τα έτοιμα ρούχα.

Ήρθε η τηλεόραση.

Τα κορίτσια δεν ήθελαν πια προίκα.

Ήθελαν να σπουδάσουν.

Η ανιψιά έφυγε για την πόλη.

Έγινε μοδίστρα σε μεγάλο οίκο.

Η θεία έμεινε. Η Singer σώπασε.

Τα υφάσματα τα έφαγε ο σκόρος.

Οι κούκλες ξεθώριασαν.

Μόνο η ταμπέλα έμεινε στο παράθυρο για χρόνια. «ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΨΑΛΙΔΙ». Σκούριασε από τη βροχή.

Οι άνθρωποι περνούσαν και ρωτούσαν: «Τι ήταν εδώ;». Κι οι παλιές απαντούσαν: «Εδώ ήταν η θεία.

Έραβε ζωές». Γιατί αυτό έκανε.

Δεν έραβε μόνο υφάσματα.

Έραβε τα ξηλωμένα των ανθρώπων.

Μπάλωνε τις φτώχειες, τις ντροπές, τους αποχωρισμούς.

Με μια κλωστή, μια βελονιά, μια ευχή και το ψαλίδι της; Ήταν πραγματικά χρυσό.

Γιατί έκοβε και έφτιαχνε.

Χώριζε το παλιό για να γεννηθεί το καινούργιο.

Αυτή ήταν η ιστορία της.

Μιας γυναίκας που έκανε το «καλό δωμάτιο» καταφύγιο.

Που έμαθε στη σιωπή να μιλάει με τη βελονιά. Που δεν υπέγραψε ποτέ τα έργα της, μα όλη η επαρχιακή πόλη τα φορούσε.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences