[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΛΙΟ, O ΣΚΩΡΟΣ ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΥ © Νικολέτα Τσοκαρίδου Λέγομαι Λίο. Ναι, από τη λέξη βιβλίο. Είναι το χαϊδευτικό μου. Γεννήθηκα εδώ, σε αυτό το επαρχιακό παλιό βιβλιοπωλείο, πριν από πάρα πολύ...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΛΙΟ, O ΣΚΩΡΟΣ ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΥ © Νικολέτα Τσοκαρίδου Λέγομαι Λίο. Ναι, από τη λέξη βιβλίο.

Είναι το χαϊδευτικό μου.

Γεννήθηκα εδώ, σε αυτό το επαρχιακό παλιό βιβλιοπωλείο, πριν από πάρα πολύ καιρό.

Άλλωστε, ο χρόνος, για μας, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία.

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είμαι μόνος.

Μα πού πήγαν όλοι; Όχι, δεν ζω σε μια ερημιά.

Συγκατοικώ με χιλιάδες είδη, μόνο που δεν θα τα χαρακτήριζε κανείς εύκολα και πολύ κοινωνικά αυτά τα είδη.

Εκτός από τα βιβλία.

Αυτά είναι οι καλύτεροι φίλοι μου.

Τα βράδια, «κουβεντιάζουμε» ατελείωτες ώρες για πάρα πολλά θέματα, της επικαιρότητας και διαχρονικά.

Ό,τι μας απασχολεί ενίοτε.

Πριν, όμως, σας μιλήσω για τους φίλους μου, τα βιβλία, θα σας πω για τους υπόλοιπους συγκατοίκους μου: χαρτικά, στυλό, τετράδια, μπογιές, μαρκαδόρους, ντοσιέ, χαρτόνια κάθε είδους και χρώματος, μπλοκάκια, ετικέτες και άλλα είδη που δεν συμπαθώ, όπως μπαταρίες, κατσαβίδια, σφυριά – απορώ τι γυρεύουν αυτά εδώ! Αυτά, όλα τους, είναι άψυχα όντα.

Ούτε μιλούν, ούτε λαλούν.

Σκονίζονται, σκουριάζουν, πεθαίνουν μέρα με την ημέρα.

Μπελάς δηλαδή.

Με τα βιβλία, όμως, περνάμε τέλεια.

Ο πιο κολλητός μου φίλος είναι … μμμ! Δεν ξέρω.

Μάλλον δεν υπερτερεί ένας έναντι κάποιου άλλου.

Λησμόνησα να σας πω ότι δεν είμαι κάτι άλλο παρά ένας πανέμορφος και πανέξυπνος σκώρος! Δεν ξέρω αν αυτό έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία για κανέναν.

Πάντως, σίγουρα σηματοδοτεί τις σχέσεις μου με τους καλύτερους φίλους μου, που σας προανέφερα, τα βιβλία.

Τους αγαπώ τόσο πολύ, ερχόμαστε τόσο κοντά, ώστε δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να τους δοκιμάσω λίγο, να τους γευτώ.

Κατά τη διάρκεια της δοκιμής, βέβαια, ρίχνω και μια ματιά στο περιεχόμενο.

Πρώτα, διαβάζω τον τίτλο.

Για παράδειγμα, «Φιλόσοφοι στο ντιβάνι». Έπειτα, αν υπάρχει υπότιτλος: «Ο Φρόυντ συναντά τους Πλάτωνα, Καντ και Σαρτρ». Φυσικά, παράλληλα, ελέγχω και το ποιόν του συγγραφέα: Σαρλ Πεπάν, καθηγητής φιλοσοφίας και συγγραφέας.

Χμ, η βιογραφία του συγγραφέα μπορεί να καθορίσει το μέλλον του βιβλίου, για μένα.

Φιλοσοφίες, ψυχολογίες και τα συναφή είναι τα αγαπημένα μου θέματα.

Βιβλία που αναλύουν συναισθήματα και συμπεριφορές ανθρώπων.

Με βοηθούν να εξηγώ τις αλλόκοτες, πολλές φορές συμπεριφορές τους.

Νιώθω και εγώ λίγο άνθρωπος, κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Αν, λοιπόν, ήμουν στην πραγματικότητα άνθρωπος, θα ήμουν μάλλον γυναίκα.

Αυτό το παρεξηγημένο και ταλαιπωρημένο αλλά παντοδύναμο ανθρώπινο ον. Η γυναίκα ζει για τους άλλους, όπως λέει χαρακτηριστικά ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στη «Φόνισσα». Ο αγαπημένος και διαχρονικός αυτός συγγραφέας τονίζει μέσα από τα λόγια της γριάς Χαδούλας ή Φραγκογιαννούς ότι η γυναίκα, ως παιδί υπακούει στους γονείς, ως σύζυγος στον άνδρα της, ως μητέρα στα παιδιά της και ως γιαγιά στα εγγόνια της.

Μια ζωή δούλα δηλαδή.

Πόσο συμπάσχω με αυτή τη φύση της.

Παρόλα αυτά, μια γυναίκα δεν σταματά ποτέ να ονειρεύεται ότι θα ζήσει τον μεγάλο έρωτα.

Συνήθως είναι σε γάμο ή σε σχέση, αλλά την πραγματική συγκίνηση μπορεί να της την προσφέρει μόνο το άγνωστο, το καινούριο, το αγνό και παράλληλα παθιασμένο αρσενικό που θα την αγαπά και θα την σέβεται και θα την περιμένει.

Αυτό το επιβεβαίωσα, όταν διάβασα «Τις γέφυρες του Μάντισον» του Ουώλλερ Ρόμπερτ.

Ταυτίστηκα με την ηρωίδα, Φραντσέσκα Τζόνσον.

Ωστόσο, την παραδέχτηκα για την ακεραιότητά της, διότι, παρόλο που ερωτεύτηκε βαθιά, δεν την άφησε η λογική της να παρασυρθεί και να διαλύσει την οικογένειά της.

Άλλωστε, εκείνος ο φωτογράφος, ο Ρόμπερτ Κινκάιντ, μάλλον ήταν μοναχικός σαν άνθρωπος.

Να φανταστείτε, έζησε με την ανάμνησή της, χωρίς ποτέ να την διεκδικήσει.

Κι αυτός πολύ λογικός.

Άλλωστε στους άντρες υπερισχύει η λογική του συναισθήματος.

Θα το διαπιστώσετε διαβάζοντας άνδρες συγγραφείς.

Αντίθετα με τις γυναίκες, οι οποίες, ακόμα κι όταν ψυχογραφούν άνδρες, τους παρουσιάζουν μαλθακούς και συναισθηματικούς, όπως στο «Μικρό Παριζιάνικο Βιβλιοπωλείο», της Νίνα Τζωρτζ.

Τους παρουσιάζουν, συνήθως, ως άνδρες που ζουν για χρόνια πικραμένοι από την εγκατάλειψη της μιας και μοναδικής, χωρίς πραγματικό ενδιαφέρον για άλλες γυναίκες, όπως ο κ. Περντί.

Άνδρες που μισούν και αγαπούν με πάθος τη μια γυναίκα που έχασαν.

Αυτό δεν το βρίσκω καθόλου ρεαλιστικό.

Θεωρώ ότι στην ουσία, οι άνδρες, συνήθως, αφήνουν το παρελθόν σε μια άκρη, μερικοί μάλιστα το διαγράφουν εντελώς και συνεχίζουν ως άγραφοι πίνακες.

Όχι ότι αυτό δεν το κάνουν και κάποιες γυναίκες.

Αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό.

Για παράδειγμα, μια ώριμη γυναίκα πάντα έχει να σας διηγηθεί ιστορίες ερωτικού περιεχομένου από το παρελθόν.

Ακόμα κι αυτές οι γυναίκες που εξασκούν το αρχαιότερο επάγγελμα.

Και αυτές οι ιστορίες έχουν πολύ πόνο.

Η γυναίκα δεν ξεχνά ποτέ κανένα ερωτικό σύντροφο, ακόμα και τους πλατωνικούς.

Είτε, όμως πρόκειται για άνδρα ή για γυναίκα, όταν υπερισχύει η λογική, το τονίζω, η λογική, η ζωή προχωρά χωρίς τραγωδίες και δράματα.

Κάπως πικρά ναι, αλλά δεν διατρέχει κίνδυνο το οικογενειακό και το κοινωνικό περιβάλλον.

Δεν χαλούν ζωές, δεν διαλύονται οικογένειες, δεν ορφανεύουν παιδιά.

Πικρά ναι, επικίνδυνα όχι.

Ο χρόνος είναι σύμμαχος και γιατρός σε αυτές τις περιπτώσεις.

Στις «Μέρες Εγκατάλειψης» της Νίνα Φερράντε, για παράδειγμα, η Όλγα, εγκαταλείπεται από τον σύζυγό της μετά από δεκαπέντε χρόνια γάμου, κατά τα οποία τη διαβεβαίωνε ότι θα ήταν πάντα μαζί και δεν της επέτρεψε, μάλιστα να εργαστεί, όταν της δόθηκε μια πολύ ωραία ευκαιρία.

Ήταν σαν υιοθετημένος γιος για την Όλγα, η οποία τον στήριξε, ώστε να δημιουργηθεί ως προσωπικότητα και επαγγελματικά.

Ταυτίστηκε, κατά τη γνώμη μου, με την εικόνα της μάνας τόσο, ώστε αυτός δεν δίστασε να την εγκαταλείψει για μια πολύ - πολύ μικρότερή της επικαλούμενος ένα δήθεν «συνειδησιακό κενό». Η Όλγα κατέρρευσε.

Για αρκετό καιρό φρόντιζε μηχανικά τα παιδιά της, άφησε τον σκύλο τους να πεθάνει και η ίδια περιφερόταν μισότρελη, έχοντας σαν «πρότυπο» την «κακομοίρα» των παιδικών της χρόνων, μια εγκαταλελειμμένη από τον άντρα της γυναίκα, που όλοι, και η ίδια, την απαξίωναν για την κατάντια της.

Στην πορεία, βέβαια, έμαθε να ζει αρμονικά με τα παιδιά της και με τον πρώην και τη μικρή του, άρχισε να εργάζεται και να βλέπει ερωτικά έναν μουσικό, τον οποίο κάποτε οίκτιρε.

Καθώς παρακολουθούσα την πτώση της Όλγας αισθανόμουν απέχθεια για τις παρατημένες γυναίκες, πόσο χαμηλή αυτοεκτίμηση αποκτούν και πόσο αντιπαθητικές γίνονται.

Το ίδιο ένιωσα και για τον σύζυγο που αποφάσισε απροειδοποίητα να εγκαταλείψει τα παιδιά του, όχι τη γυναίκα του, και να ζήσει σαν να μην υπήρχε χθες ή αύριο.

Αυτό που οι άντρες γίνονται κοινωνικά αποδεκτοί, όταν εγκαταλείπουν τα παιδιά τους, ενώ οι γυναίκες, μπορούν ή δεν μπορούν, τα «φορτώνονται» δεν το καταλαβαίνω στους ανθρώπους.

Αυτός δεν τα γέννησε; Δεν τους είναι απαραίτητος; Τότε, γιατί η συνείδησή τους δεν τους ελέγχει από το να τα πληγώνουν εγκαταλείποντάς τα; Δυστυχώς, πολλές φορές αυτή η εγκατάλειψη συμβαίνει και μέσα στον γάμο.

Εκεί που ο άντρας παθαίνει ηλικιακό σοκ στα πενήντα και αποφασίζει ότι η συνομήλικη γυναίκα του είναι πολύ γριά γι’ αυτόν αλλά δεν την εγκαταλείπει για πολλούς λόγους, κυρίως βολέματος.

Τότε η οικογένεια πλήττεται, τα παιδιά γίνονται νευρικά και ανασφαλή, η δε γυναίκα καταντά ζωντανή νεκρή.

Για να το υποστηρίξω αυτό, δεν χρειάζεται να διαβάσω κάποιο βιβλίο.

Διαβάζω την ίδια τη ζωή! Θα σας πω παρακάτω για την Κωνσταντίνα και θα καταλάβετε.

Εξεπλάγην, επίσης, όταν διάβασα την «Κατάσκοπο», του Έκο, που μιλάει για τη γνωστή ως Μάτα Χάρι, την κατάσκοπο.

Πάντα πίστευα ότι η γυναίκα αυτή ήταν ένας μεγάλος θηλυκός εγκέφαλος και τώρα έμαθα πως δεν ήταν παρά μια πόρνη πολυτελείας, η οποία για να κρατηθεί σε μια κοινωνική επιφάνεια, άρχισε να πουλάει πληροφορίες για πολιτικά πρόσωπα και πράγματα και για τον λόγο αυτό είχε και ένα πολύ κακό τέλος.

Εκτελέστηκε με την κατηγορία της διπλής κατασκόπου, χωρίς, όμως ακράδαντα αποδεδειγμένες κατηγορίες.

Τώρα διαβάζω Μάρω βαμβουνάκη.

Πολύ μου αρέσει αυτή, γιατί παρουσιάζει τη γυναίκα δυναμική στο «Γενέθλια Ξανά» και ποθητή ακόμα και στα εβδομήντα χρόνια της, αν είναι κάτι τέτοιο ποτέ δυνατό! Μα, για σταθείτε! Κάποιος μπαίνει στο βιβλιοπωλείο.

Είναι η φιλενάδα της υπαλλήλου, μιας ώριμης αδιόριστης φιλόλογου, επίδοξης συγγραφέως, τρομάρα της! Η φιλενάδα της, παντρεμένη με παιδιά, περνά τώρα τη δεύτερη εφηβεία της μέσης ηλικίας και γκρινιάζει διαρκώς, γιατί ο γάμος της βρίσκεται σε τέλμα.

Ακούστε τι λέει πάλι.

Λέει, λοιπόν, πως κάποτε πίστευε ότι δεν υπάρχει παντοτινός έρωτας.

Το έβλεπε άλλωστε στις συμπεριφορές τόσο τις δικές της όσο και των συντρόφων της πραγματικών ή πιθανών. Η Κωνσταντίνα, έτσι την λένε, σας προανέφερα ότι θα σας μιλήσω γι αυτήν, έζησε σε μια οικογένεια, στην οποία η αγάπη θεωρείτο αδυναμία ή και ντροπή.

Τη σχέση των γονιών της, στην οποία επιρρίπτει και τις κατηγορίες για τη συναισθηματική της κατρακύλα, πλέον, με ευκολία θα την χαρακτήριζε ως σαδομαζοχιστική.

Ένας πατέρας – κουβαλητής, φωνακλάς, απολυταρχικός, ο οποίος θεωρούσε τον εαυτό του ως τον μόνο έξυπνο στην οικογένεια και γενικά.

Είχε, βέβαια, και καλά στοιχεία.

Ήταν, όντως, έξυπνος άνθρωπος και εργατικός και ευρηματικός, «έπιαναν τα χέρια του». Υπάλληλος της ΔΕΗ, με έντονη συνδικαλιστική δράση, «κατόρθωσε», λόγω απαράδεκτης συμπεριφοράς, να απολυθεί δυο φορές και άλλες τόσες να επαναπροσληφθεί, λόγω ανεπαρκών κατηγοριών, ωσότου τον ξαπέστειλε η Διεύθυνση, με μειωμένη σύνταξη, στα σαράντα χρόνια του και με χαρτί ψυχίατρου.

Η μητέρα, προερχόμενη από μια ήσυχη, αγαπημένη, αλλά φτωχή οικογένεια δεν μπόρεσε ποτέ να εγκλιματιστεί στη βαρβαρότητα της οικογένειας του συζύγου της.

Ειδικά, όταν εκείνος άρχισε να της επιβάλλεται με βία, να τη χτυπά και να την τρομοκρατεί, εκείνη μετατράπηκε σε έναν κρυψίνου και πονηρό άνθρωπο, που με ψέματα και αναβολές προσπαθούσε να αισθάνεται κάπως ελεύθερη.

Εκείνος όμως, έξυπνος καθώς ήταν, πάντα την ανακάλυπτε και την τιμωρούσε.

Της στερούσε οικονομική, σωματική ακόμα και συναισθηματική ελευθερία.

Δεν την άφηνε να βλέπει τους δικούς της, ούτε φυσικά να εργαστεί, παρόλο που είχε μάθει μοδιστρική.

Για διαζύγιο ούτε λόγος.

Η οικονομική ανεπάρκεια της μητέρας και το δήθεν αμείωτο ενδιαφέρον του πατέρα για την οικογένειά του, «να μη τους λείψει τίποτα» - υλικό εννοείται-, την έκαναν να δέχεται την κατάσταση και να φυτοζωεί στο πλάι του.

Έκαναν τρεις κόρες.

Η μη γέννηση αρσενικού παιδιού τους αποξένωσε ακόμα περισσότερο.

Ο πατέρας απομονώθηκε στον φαλλοκρατικό κόσμο του και οι γυναίκες τέθηκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο.

Και εκεί ακόμα κατόρθωσαν να διαχωριστούν.

Η μητέρα λάτρεψε την πρωτότοκη κόρη της και συγκρίνοντάς της σε όλα με την δεύτερη, απομόνωσε την τελευταία και την παραμέλησε.

Παραμέλησε και την μικρότερη, με τη διαφορά ότι αυτή δεν αισθανόταν την ανάγκη να την αποδεχτεί μια μάνα μη πρότυπο.

Αντιθέτως χαιρόταν που δε χρειαζόταν να έχει πολλές σχέσεις μαζί της, ώστε να μπορεί να συλλέγει εικόνες και να προσπαθεί να χτίσει ένα μέλλον ελεύθερο.

Αυτή ήταν η Κωνσταντίνα.

Στα σαράντα επτά της χρόνια, λοιπόν, η Κωνσταντίνα αναρωτιόταν πώς τόσα χρόνια πίστευε στον έρωτα.

Πίστευε ακράδαντα πως ο άντρας που τη νυμφεύτηκε την αγάπησε όσο τίποτα, πως της δόθηκε ολοκληρωτικά και πως θα κρατούσε αυτό για πάντα.

Ξαφνικά, λοιπόν, τώρα, συνειδητοποίησε πως όλα αυτά τα οποία νόμιζε, ως τώρα, θεμέλια της σχέσης της με τον σύζυγό της, δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση, μια αυταπάτη.

Έτσι τη βόλευε και τα πίστευε.

Άλλωστε μέχρι πριν κάποια χρόνια ήταν φρέσκια, όμορφη, ευδιάθετη και πάντα διαθέσιμη, μα πάνω από όλα ανεξάρτητη, οικονομικά και πνευματικά.

Παρόλο που αποφάσισε να παντρευτεί και να γίνει μητέρα, κράτησε την ανεξαρτησία της, ή έτσι νόμιζε και, εκείνα τα προηγούμενα χρόνια, ο Μιχάλης έδειχνε να κρέμεται από τα χείλη της, να την θαυμάζει και να την δέχεται με τις αλλαγές στο σώμα της.

Έτσι κι αυτή τον θαύμαζε για το μυαλό του, για τον ήπιο χαρακτήρα του, μα, πάνω από όλα, τον αγαπούσε, γιατί ένιωθε ότι αυτός την αγαπά πιο πολύ.

Και να που εδώ και δυο τρία χρονάκια την κατηγορεί για τα κιλά που πήρε και για έναν «αρνητισμό», όπως τον χαρακτηρίζει.

Τι είναι ο αρνητισμός; Είναι η αγανάκτηση που η Κωνσταντίνα άρχισε να νιώθει γι’ αυτόν τον άντρα, ο οποίος ξεγυμνώθηκε πια στα μάτια της και τι αντίκρισε: έναν νωθρό, καταθλιπτικό τύπο, ο οποίος εργάζεται σαν διευθυντής και πληρώνεται σαν χαμάλης, ο οποίος ζει την κάθε μέρα πανομοιότυπα με την άλλη, ο οποίος αδυνατεί να στηρίξει τον εαυτό του οικονομικά, πόσο μάλλον την οικογένεια που κάνανε μαζί.

Αυτά τα συμπτώματα άρχισαν να διαφαίνονται, όταν ξεκίνησε η οικονομική κρίση και ο Μιχάλης, που εργαζόταν σε μια βιομηχανία σε μια μεθοριακή επαρχιακή πόλη, εδώ και δεκαεπτά χρόνια, άρχισε να μη πληρώνεται κανονικά και παράλληλα, να μην ενδιαφέρεται να βρει μια άλλη εργασία. Η Κωνσταντίνα, ανέκαθεν, εργαζόταν λίγες ώρες, λόγω της ανατροφής των παιδιών, γιατί δεν είχαν κανένα συγγενή κοντά τους.

Στην αρχή η Κωνσταντίνα δεν πτοήθηκε.

Αποφάσισε ότι θα κινητοποιεί συναισθηματικά και σωματικά και τους δυο τους και πως δεν θα το βάλουν κάτω.

Σιγά τη δυσκολία.

Τα οικονομικά ξεπερνιούνται.

Η αγάπη και η συνεννόηση μετρούν.

Έτσι κι έγινε.

Τον αγάπησε πολύ, τον έκανε να νιώθει ένας και μοναδικός.

Τον παρακάλεσε για ένα παιδί, το οποίο με δυσκολία δέχτηκε να της δώσει.

Τον απείλησε και έκαναν και δεύτερο.

Αλλά, αν ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα, όπως λένε, τα παιδιά σκοτώνουν τον γάμο.

Αυτό ήταν.

Ο πόθος του γι’ αυτήν έσβησε.

Από τότε, δεκατρία χρόνια πριν, δεν την ξαναπόθησε ποτέ.

Μόνο, όταν αυτή τον παρακινούσε, έκαναν έρωτα.

Έναν έρωτα σύντομο, στεγνό, χωρίς καρδιά, στον οποίο η ίδια ήταν βοηθητικό προσωπικό, όχι ισότιμο μέλος.

Το ένιωθε μα δεν αντιδρούσε.

Ίσως γιατί φοβόταν να αντικρίσει την αλήθεια.

Στα σαράντα πέντε της χρόνια αποφάσισε ότι ήθελε να ζήσει το πάθος! Τότε συνέβη μέσα της ο μεγαλύτερος πόλεμος που θα μπορούσε να φανταστεί.

Πάλευαν η ηθική, χριστιανική και κοινωνική, με το ένστικτο και την ανάγκη για σωματική έκφραση και εκτόνωση.

Από τη μια καταλάβαινε ότι ο χρόνος της τελείωνε και, αν ήθελε να ζήσει κάτι δυνατό, έπρεπε να το κάνει γρήγορα.

Από την άλλη δεν ήθελε να εξαπατήσει κανέναν, ούτε τον εαυτό της, ούτε τον κατά τα άλλα υπέροχο σύζυγό της, ούτε τα παιδιά της.

Τώρα αυτά πώς ξεπηδούσαν σε όλο αυτό; Το ένστικτο της μάνας πάντα αναδυόταν πιο δυνατό από το γυναικείο και δεν επέτρεπε μια συναισθηματική καταστροφή και εγκατάλειψη των αναγκών των παιδιών της για ήρεμη οικογενειακή γαλήνη.

Καταλάβαινε ότι αυτός ήταν ο ρόλος της: να κρατήσει ένα πολιτισμένο επίπεδο στην οικογένεια.

Όλα τα άλλα ήταν δευτερεύοντα, αμφίρροπα και μάλλον ανισόρροπα και για έναν ακόμα λόγο.

Στον ορίζοντα, κανένας άντρας δεν φάνταζε πιο άξιος από τον Μιχάλη.

Με ευκολία θα έβρισκε λίγο σεξ, που τόσο της έλειπε, θα έπρεπε όμως να θυσιάσει την ψυχή της, να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης και αυτό δεν το ήθελε! Ούτε η ίδια μπορούσε να αγαπήσει άλλον από τον πατέρα των παιδιών της, αυτόν που την έμαθε να αγαπά αλλά ούτε και κανένας άλλος άνδρας φαινόταν ικανός να την αγαπήσει πραγματικά.

Μάλιστα όλοι την αντιμετώπιζαν κυνικά αντιλαμβανόμενοι τη σωματική της μόνο ανάγκη και την ψυχική της απομόνωση.

Έτσι, αποφάσισε να μιλήσει στον Μιχάλη.

Κατά κοινή ομολογία, η Κωνσταντίνα πρέπει να τα είχε χάσει για τα καλά.

Πώς ήταν δυνατό να ξεστομίζει παράπονα για παραμέληση στον άντρα που έδινε τη ζωή του για αυτήν; Αυτό το υποστήριζε ο Μιχάλης αλλά συμφωνούσε και ο κοινωνικός περίγυρος βλέποντάς τον να της συμπεριφέρεται με τόση τρυφερότητα, αγάπη και υπομονή.

Μέχρι και ανίατα ερωτευμένος φαινόταν μπροστά σε τρίτους.

Φαινόταν ασυγκράτητος να τη στριμώξει και να… Αλίμονο! Όταν έμεναν μόνοι, πάγος απλωνόταν παντού.

Δεν της μιλούσε καν, κοιμόταν πολύ και την κατηγορούσε έμμεσα ως χοντρή και άμεσα ως αρνητική. Η Κωνσταντίνα είχε τρελαθεί ή το ζούσε αυτό στ’ αλήθεια; Αδυνατούσε κι ίδια να πει με βεβαιότητα. Διχάστηκε. Δυστύχησε.

Κυριεύτηκε από κατάθλιψη.

Ούτε με τις επιτυχίες των παιδιών της δεν μπορούσε να χαρεί πια.

Άρχισαν τα ψυχοσωματικά προβλήματα: νευρόπονοι, στομαχόπονοι, αναπνευστικά, πόνοι στο σώμα, κούραση, εξάντληση.

Έπιασε, όπως λένε τον πάτο.

Αυτά λέει η Κωνσταντίνα.

Και η αγαπημένη της φίλη, η υπάλληλος του βιβλιοπωλείου, η Νίκη, την ακούει υπομονετικά και την παρηγορεί.

Είναι τόσο απορροφημένες, που δεν με βλέπουν που έχω πλησιάσει πολύ, για να ακούω καλύτερα.

Αν μπορούσα να επέμβω, θα τους έλεγα ότι τα έχει αυτά η ζωή και ότι κανένας άνθρωπος, σύμφωνα και με τα βιβλία, δεν βρήκε ποτέ την απόλυτη ευτυχία όσα υλικά πράγματα κι αν απέκτησε.

Μόνο οι υπομονετικοί διαλογιστές, οι μοναχοί και οι φιλόσοφοι κατάφεραν, ίσως, να βρουν τη γαλήνη.

Το «ίσως» αυτό το τονίζω, μάλιστα.

Είμαι ο Λίο, ένας σκώρος, μόνιμος κάτοικος βιβλιοπωλείου και επιμένω πως, έχοντας διαβάσει τόσα βιβλία και ακούσει τόσες ανθρώπινες ιστορίες, αποφαίνομαι ότι η ζωή είναι γλυκιά, αλμυρή, πικρή, ξινή, μερικές φορές υφάλμυρη, αλλά είναι ωραία και κανείς, είτε άνθρωπος, είτε σκώρος δεν θα την άλλαζε με τίποτα.

Εγώ αγάπες και έρωτες δεν ένιωσα, αλλά έζησα χίλιες ζωές εδώ μέσα.

Ανθρώπινες ζωές! Τη στιγμή αυτή, ατενίζοντας τον υπέροχο χώρο, αυτόν τον ναό του βιβλίου, από την οροφή, θαρρώ, μη νιώθοντας πόνο, έχοντας σώας τας φρένας, αποφαίνομαι ότι η ζωή είναι ωραία αλλά μικρή.

Πολύ μικρή! Διότι: Πριν από λίγο, η Νίκη με είδε ξαφνικά, καθώς εστίαζε στα ράφια των βιβλίων, για να ακούει τη φίλη της πιο προσεκτικά.

Στην αρχή, γούρλωσε τα καστανά, μικρά κατά τα άλλα, μάτια της, έπειτα τσίριξε με όλη της την παραφωνία, πήδηξε επί τόπου, άρπαξε ένα βιβλίο, το οποίο μάλλον, δεν είχε σε πολλή εκτίμηση και με χτύπησε με όλη της δύναμη. Έλιωσα.

Βλέπω το άτυχο κορμί μου, χαλκομανία στο λευκό ράφι, καθώς η ψυχή μου αιωρείται στο υπέροχο σπίτι μου.

Το πνεύμα μου υπάρχει ακόμα, αλλά είναι άυλο.

Βλέπω, μα δεν ακούω τίποτα πια.

Και τα μάτια μου, σιγά – σιγά θολώνουν.

Φεύγω για πάντα.

Επιλέγω να βυθιστώ στους «αναλφάβητους έρωτες» της Εύας Ομηρόλη.

Επέζησα στη μικρή ζωή μου, ναι, απλά επέζησα, όπως όλοι οι σκώροι, μα έζησα πολλές ζωές διαβάζοντας βιβλία και ανθρώπους.

Φεύγω πλήρης, εγώ ο Λίο, που έζησα χίλιες ζωές μέσα στο βιβλιοπωλείο. Αντίο σας, υγιαίνετε και μακροημερεύετε! Nikoleta Tsokaridou

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences