Η Απόσταση Στέγη Το πιο συγκλονιστικό θεατρικό μήνυμα αγάπης που στάλθηκε ποτέ από τη Γη στον Άρη. Η Απόσταση του Τιάγκο Ροντρίγκες είναι ένα βαθιά ανθρώπινο requiem για όσα χάνουμε ως είδος, αλλά...
Η Απόσταση Στέγη Το πιο συγκλονιστικό θεατρικό μήνυμα αγάπης που στάλθηκε ποτέ από τη Γη στον Άρη. Η Απόσταση του Τιάγκο Ροντρίγκες είναι ένα βαθιά ανθρώπινο requiem για όσα χάνουμε ως είδος, αλλά και για όσα εξακολουθούν πεισματικά να μας κρατούν ζωντανούς, τη μνήμη, την αγάπη, την ανάγκη να ανήκουμε ο ένας στον άλλον.
Στη σκηνή της Στέγης ο Ροντρίγκες παραδίδει ένα από τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης ευρωπαϊκής δραματουργίας, ένα έργο που κοιτάζει κατάματα το μέλλον για να μιλήσει τελικά για το πιο αρχέγονο ανθρώπινο τραύμα, την απόσταση ανάμεσα σε έναν γονιό και το παιδί του.
Το έτος είναι 2077. Η Γη καταρρέει, ο Άρης κατοικείται πλέον από εκείνους που επιχειρούν να θεμελιώσουν έναν νέο κόσμο.
Κι ανάμεσα σε δύο πλανήτες, ένας πατέρας και μια κόρη προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή τη φωνή τους μέσα στο κενό του σύμπαντος, από την πρώτη στιγμή, η παράσταση δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με τη φουτουριστική της επιφάνεια, αλλά να διεισδύσει αργά και βασανιστικά μέσα στον θεατή, μέχρι να μετατραπεί σε προσωπικό βίωμα.
Η σκηνοθεσία του Τιάγκο Ροντρίγκες στην Απόσταση αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα επιτεύγματα σύγχρονης ευρωπαϊκής σκηνικής γραφής, ακριβώς επειδή κατορθώνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο, να μετατρέψει μια φουτουριστική, σχεδόν επιστημονικοφανή συνθήκη σε μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία. Ο Ροντρίγκες δεν σκηνοθετεί ποτέ το μέλλον ως θέαμα, δεν ενδιαφέρεται να εντυπωσιάσει με τεχνολογικές φαντασιώσεις ή με μερικές εικόνες εντυπωσιασμού.
Αντίθετα, χρησιμοποιεί το έτος 2077 σαν έναν καθρέφτη που επιστρέφει με βίαιο τρόπο το βλέμμα στο παρόν, η σκηνοθεσία του λειτουργεί σαν μια αργή, σχεδόν υπνωτιστική κατάδυση στον πυρήνα της ανθρώπινης μοναξιάς.
Και από την πρώτη στιγμή, αυτό που επιβάλλεται δεν είναι η δράση αλλά ο χρόνος.
Ο τρόπος με τον οποίο ο Ροντρίγκες διαχειρίζεται τη διάρκεια, τις παύσεις και την αναμονή είναι συγκλονιστικός.
Σε μια εποχή όπου το θέατρο συχνά υποκύπτει στην ταχύτητα και στην υπερπληροφόρηση της εικόνας, εκείνος επιλέγει το αντίθετο, αφήνει χώρο στο κενό.
Και αυτό το κενό γίνεται οργανικό στοιχείο της δραματουργίας, είναι το κενό ανάμεσα στη Γη και τον Άρη.
Το κενό ανάμεσα στις γενιές το κενό ανάμεσα σε όσα νιώθουμε και σε όσα τελικά κατορθώνουμε να πούμε, ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς μια ιστορία αναγκάζεται να κατοικήσει μέσα σε αυτή.
Η μεγάλη δύναμη της σκηνοθεσίας βρίσκεται ακριβώς στην αφαίρεση, ο Ροντρίγκες αφαιρεί συνεχώς αντί να προσθέτει, δεν φορτώνει την παράσταση με συναισθηματικούς μηχανισμούς, ούτε επιδιώκει να καθοδηγήσει βίαια τη συγκίνηση του θεατή.
Αντιθέτως, επιτρέπει στο συναίσθημα να γεννηθεί οργανικά μέσα από την απλότητα, ένα βλέμμα, μια καθυστέρηση στην απάντηση, μια φωνή που ακούγεται σαν να έρχεται από το τέλος του σύμπαντος.
Αυτή η απόλυτη εμπιστοσύνη στην ανθρώπινη παρουσία είναι που κάνει τη σκηνοθεσία του τόσο βαθιά συγκινητική, ο Ροντρίγκες γνωρίζει πως το θέατρο δεν χρειάζεται να κραυγάσει για να συγκλονίσει, χρειάζεται μόνο να φέρει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με την αλήθεια του. Στην Απόσταση, η σκηνοθεσία λειτουργεί σαν μια διαρκής χορογραφία της αποξένωσης.
Οι δύο ηθοποιοί κινούνται πάνω στην περιστρεφόμενη σκηνή σαν σώματα εγκλωβισμένα σε διαφορετικές τροχιές, χωρίς ποτέ να μπορούν πραγματικά να συναντηθούν.
Και όμως, όσο περισσότερο απομακρύνονται χωροχρονικά, τόσο περισσότερο πλησιάζουν συναισθηματικά, αυτή η αντίφαση είναι η καρδιά της σκηνοθετικής του σύλληψης. Ο Ροντρίγκες μετατρέπει την απόσταση σε μια μορφή εγγύτητας.
Οι φωνές ταξιδεύουν μέσα στο κενό, καθυστερούν, χάνονται, επιστρέφουν αλλοιωμένες κι όμως αποκτούν μεγαλύτερη ένταση από μια φυσική παρουσία, είναι σαν να λέει πως ο άνθρωπος καταλαβαίνει πραγματικά τον άλλον μόνο όταν κινδυνεύει να τον χάσει.
Η χρήση της περιστροφικής σκηνής αποτελεί σκηνοθετικό επίτευγμα σπάνιας ευφυΐας.
Η συνεχής περιστροφή παράγει μια αίσθηση μιας κοσμικής αναπόφευκτης κίνησης, οι Adama Diop και Alison Deschamps μοιάζουν να μην μπορούν να σταματήσουν ποτέ, σαν να έχουν παγιδευτεί σε έναν χρόνο που προχωρά αδιάκοπα προς την απώλεια.
Ο θεατής βιώνει σχεδόν σωματικά αυτή την αίσθηση αποσταθεροποίησης.
Το έδαφος μοιάζει να φεύγει διαρκώς κάτω από τα πόδια των ηρώων, όπως ακριβώς φεύγει και η ίδια η έννοια της σταθερότητας στον κόσμο που περιγράφει ο Ροντρίγκες.
Η αποσύνθεση της Γης, η μετανάστευση στον Άρη, η διαγραφή της μνήμης, η ιδέα μιας κοινωνίας που επιβιώνει μόνο μέσα από τη λήθη, όλα αυτά σκηνοθετούνται όχι ως άμεσες υπαρξιακές απειλές. Ο Ροντρίγκες μιλά για την κλιματική κρίση, για την τεχνοκρατική βαρβαρότητα, για την αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου.
Η πολιτική του ματιά γεννιέται μέσα από την ανθρώπινη εμπειρία μέσα από τον πόνο ενός πατέρα που βλέπει την κόρη του να απομακρύνεται όχι μόνο στον χώροζ αλλά και στην ίδια τη δυνατότητα του συναισθήματος.
Και εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η μεγάλη ποιητικότητα της σκηνοθεσίας του, παρότι το έργο μιλά για την τεχνολογία, το διαστημικό εποικισμό και το δυστοπικό μέλλον, η παράσταση μοιάζει βαθιά ρομαντική με την πιο ουσιαστική έννοια του όρου. Ο Ροντρίγκες επαναφέρει στη σκηνή τη δύναμη της εξομολόγησης, της επιστολής, της ανθρώπινης φωνής.
Οι ήρωες επικοινωνούν σαν να γράφουν ο ένας στον άλλον ποιήματα μέσα στο τέλος του κόσμου και ο Ροντρίγκες τους αφήνει να υπάρξουν με απόλυτη ευαισθησία και εκείνος επαναφέρει το συναίσθημα ως πράξη αντίστασης.
Η σκηνοθεσία του κορυφώνεται στο τελευταίο μήνυμα του πατέρα προς την κόρη, εκεί ο χρόνος μοιάζει να σταματά. Ο Ροντρίγκες αφήνει μόνο τη φωνή, το σώμα και τη σιωπή, είναι μια στιγμή σχεδόν αβάσταχτης θεατρικής αλήθειας.
Ο θεατής δεν παρακολουθεί πια μια παράσταση βιώνει μια προσωπική απώλεια, αυτή είναι η τεράστια δύναμη του Ροντρίγκες, η ικανότητα του να μετατρέπει το ατομικό σε συλλογικό βίωμα.
Ολόκληρη η σκηνοθεσία της Απόστασης μοιάζει να οικοδομείται πάνω σε μια βαθιά πίστη στη δύναμη του θεάτρου ως χώρου συνύπαρξης. Ο Ροντρίγκες δημιουργεί έναν χώρο όπου οι θεατές μπορούν να νιώσουν μαζί την αγωνία, τη θλίψη, την τρυφερότητα, τον φόβο απέναντι στο μέλλον.
Και αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο πολιτικό στοιχείο της τέχνης του, η πίστη ότι το θέατρο μπορεί ακόμη να δημιουργήσει κοινότητες ανθρώπων που συγκινούνται συλλογικά.
Σε μια εποχή όπου η εικόνα καταναλώνεται γρήγορα και ξεχνιέται ακόμα γρηγορότερα, ο Ροντρίγκες δημιουργεί εικόνες που μένουν χαραγμένες μέσα στη μνήμη σαν προσωπικά τραύματα του θεατή.
Η σκηνοθεσία του στην Απόσταση δεν είναι μόνο μια σπουδαία αισθητική κατάκτηση, είναι μια υπενθύμιση του γιατί το θέατρο εξακολουθεί να είναι αναγκαίο, γιατί μπορεί ακόμη να φέρνει τους ανθρώπους αντιμέτωπους με αυτό που φοβούνται περισσότερο την απώλεια, τη μοναξιά, τον χρόνο και ταυτόχρονα να τους θυμίζει πως, όσο μεγάλη κι αν είναι η απόσταση, η ανάγκη για αγάπη παραμένει το τελευταίο αληθινό ανθρώπινο καταφύγιο.
Οι ερμηνείες στην Απόσταση του Τιάγκο Ροντρίγκες αποτελούν τον ίδιο τον παλμό του έργου, σε μια παράσταση χτισμένη πάνω στη στη σχέση την αγάπη και στην απουσία, οι δύο ηθοποιοί καλούνται να πετύχουν κάτι σχεδόν αδύνατο, να κάνουν το συναίσθημα να υπάρξει μέσα στο απόλυτο κενό.
Και το κατορθώνουν με τρόπο συγκλονιστικό. Ο Adama Diop και η Alison Dechamps δεν ερμηνεύουν απλώς έναν πατέρα και μια κόρη, ενσαρκώνουν δύο κόσμους που απομακρύνονται αργά και βασανιστικά ο ένας από τον άλλον, χωρίς ποτέ να σταματούν να αναζητούν τη δυνατότητα της επαφής. Ο Adama Diop παραδίδει μία από εκείνες τις σπάνιες ερμηνείες που δεν βασίζονται στη θεατρική εξωστρέφεια αλλά στη δύναμη της εσωτερικής καύσης και από την πρώτη στιγμή που εμφανίζεται στη σκηνή, κουβαλά στο σώμα του ολόκληρο το βάρος ενός κόσμου που καταρρέει.
Δεν χρειάζεται μεγάλες εκρήξεις ούτε δραματικές κορυφώσεις για να συγκλονίσει, η παρουσία του λειτουργεί σαν μια συνεχής διάβρωση της ψυχής που αποτυπώνεται πάνω στο πρόσωπο και στη φωνή του και κάθε του λέξη μοιάζει να περνά πρώτα μέσα από τη μνήμη, την απώλεια και τη συντριβή πριν ειπωθεί.
Ο πατέρας που ερμηνεύει ο Diop δεν είναι ένας ήρωας τραγωδίας με την παραδοσιακή έννοια, είναι ένας άνθρωπος βαθιά της τραγικής καθημερινότητας.
Ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να αποδεχτεί ότι το μέλλον απαιτεί την εγκατάλειψη όσων θεωρούσε θεμελιώδη, της μνήμης, της ιστορίας, της συναισθηματικής συνέχειας και προπάντων της κόρης του. Ο Diop ενσαρκώνει με συγκλονιστική λεπτότητα αυτή τη διάλυση του παλιού ανθρωπισμού, το βλέμμα του κουβαλά διαρκώς την αγωνία κάποιου που νιώθει ότι χάνει όχι μόνο την κόρη του αλλά και ολόκληρο τον κόσμο όπως τον γνώριζε.
Το σπουδαιότερο όμως στοιχείο της ερμηνείας του είναι η τρυφερότητα του, μια τρυφερότητα σχεδόν επώδυνη.
Ο τρόπος που προφέρει τις λέξεις, οι μικρές παύσεις, οι δισταγμοί, οι στιγμές όπου μοιάζει να φοβάται ακόμη και να μιλήσει μήπως διαλύσει οριστικά τη σύνδεση με την κόρη του, όλα δημιουργούν έναν χαρακτήρα σπαρακτικά ανθρώπινο. Ο Diop αφήνει το συναίσθημα να αναδυθεί οργανικά μέσα από τη σιωπή του και αυτό κάνει την ερμηνεία του τόσο βαθιά αληθινή.
Καθώς η παράσταση προχωρά, ο Diop μετατρέπεται σχεδόν σε ένα ζωντανό αρχείο μνήμης κρατά μέσα του τη Γη, το παρελθόν, τη γλώσσα της αγάπης, όλα όσα ο κόσμος της κόρης μοιάζει σταδιακά να απορρίπτει.
Απέναντι στην ψυχρότητα της νέας πραγματικότητας, εκείνος επιμένει να μιλά σαν ένας άνθρωπος που πιστεύει ακόμη ότι η συναισθηματική επαφή μπορεί να σώσει κάτι από την καταστροφή.
Αυτή η εμμονή του στην ανθρώπινη σύνδεση κάνει τον χαρακτήρα του σπαρακτικό, δεν είναι απλώς ένας πατέρας που χάνει το παιδί του, είναι ένας άνθρωπος που βλέπει τον ίδιο τον πολιτισμό να απογυμνώνεται από την ψυχή του. Η Alison Dechamps, από την άλλη πλευρά, κινείται σε ένα εντελώς διαφορετικό υποκριτικό πεδίο και ακριβώς εκεί αποκαλύπτεται το μέγεθος της ερμηνείας της.
Αν ο Diop εκπροσωπεί τη μνήμη, εκείνη εκπροσωπεί τη ρήξη εδώ πέρα. Η Dechamps υποδύεται μια γυναίκα που έχει επιλέξει συνειδητά να απομακρυνθεί όχι μόνο από τη Γη, αλλά και από τον ίδιο τον ψυχισμό που συνδέεται με το παρελθόν.
Η ερμηνεία της είναι χτισμένη πάνω σε μια εξαιρετικά δύσκολη ισορροπία, πρέπει να αποδώσει τη σταδιακή αποξένωση χωρίς να χάσει ποτέ τον ανθρώπινο πυρήνα του χαρακτήρα.
Και το καταφέρνει με εντυπωσιακή ακρίβεια, από τις πρώτες σκηνές διακρίνεται ήδη μια εσωτερική απόσταση στον τρόπο που κινείται και μιλά. Η Dechamps χτίζει σταδιακά έναν άνθρωπο που εκπαιδεύεται να απαρνηθεί τη μνήμη, να απελευθερωθεί από το βάρος του συναισθήματος, να μετατραπεί σχεδόν σε μια νέα μορφή ύπαρξης.
Η φωνή της αλλάζει ανεπαίσθητα όσο προχωρά το έργο, γίνεται πιο επίπεδη, πιο ψυχρή, σχεδόν μηχανική.
Οι κινήσεις της αποκτούν μια αυστηρή οικονομία, σαν το σώμα της να απομακρύνεται σιγά σιγά από κάθε ανθρώπινη μεριά.
Κι όμως, πίσω από αυτή τη φαινομενική ψυχρότητα, η Dechamps αφήνει συνεχώς να διαρρέει μια κρυφή αγωνία, στιγμές μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες, ένα βλέμμα που λυγίζει για δευτερόλεπτα, μια ανάσα που χάνεται, μια φράση που μοιάζει να βγαίνει δυσκολότερα απ' όσο θα έπρεπε.
Αυτές οι στιγμές είναι που κάνουν την ερμηνεία της βαθιά συγκλονιστική, γιατί η κόρη δεν παύει ποτέ να αγαπά τον πατέρα της, απλώς ανήκει πλέον σε έναν κόσμο που θεωρεί την αγάπη εμπόδιο για την επιβίωση. Η Dechamps αποτυπώνει αριστουργηματικά αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη της αυτονομίας και στη βαθιά, ανομολόγητη ανάγκη για σύνδεση.
Και παρουσιάζει τον χαρακτήρα της και τον αντιμετωπίζει σαν μια τραγική μορφή που θυσιάζει σταδιακά την ίδια της την ανθρωπιά στο όνομα ενός μέλλοντος που ίσως δεν μπορεί να υπάρξει αλλιώς.
Και αυτή η τραγικότητα γίνεται όλο και πιο επώδυνη όσο βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα στους δύο ηθοποιούς.
Η μεγαλύτερη επιτυχία όμως των δύο ηθοποιών βρίσκεται στη μεταξύ τους χημεία ή, πιο σωστά, στην τρομακτική αίσθηση της αδυναμίας τους να συναντηθούν πραγματικά.
Παρότι μοιράζονται την ίδια σκηνή, μοιάζουν διαρκώς να βρίσκονται σε διαφορετικά σύμπαντα και όμως, κάθε τους φράση είναι γεμάτη από την παρουσία του άλλου.
Αυτή η παράδοξη συνθήκη δημιουργεί μια από τις πιο συγκινητικές θεατρικές σχέσεις των τελευταίων χρόνων, οι δύο ηθοποιοί κατορθώνουν να κάνουν το θεατή να νιώσει την απόσταση ως σωματική εμπειρία και το κενό ανάμεσα τους γίνεται σχεδόν απτό.
Οι ερμηνείες τους μοιάζουν σαν δύο διαφορετικές μουσικές γραμμές που συγκρούονται και ταυτόχρονα αλληλοσυμπληρώνονται. Ο Diop κουβαλά τη θερμότητα της μνήμης, η Dechamps την ψυχρή έλξη του μέλλοντος.
Εκείνος μιλά με την αγωνία του ανθρώπου που φοβάται να χάσει, εκείνη με τη βεβαιότητα κάποιου που πιστεύει ότι για να προχωρήσεις πρέπει πρώτα να κόψεις τους δεσμούς και ανάμεσα σε αυτές τις δύο αντιθετικές δυνάμεις γεννιέται όλη η τραγική ομορφιά της παράστασης. Η Απόσταση δεν θα είχε αυτή τη συναισθηματική δύναμη χωρίς αυτές τις δύο ερμηνείες. Ο Adama Diop και η Alison Dechamps δεν παίζουν απλώς δύο ρόλους, μετατρέπουν τη σκηνή σε τόπο μνήμης, απώλειας και αγάπης.
Καταφέρνουν να κάνουν το θεατή να αισθανθεί ότι παρακολουθεί κάτι βαθιά προσωπικό και ταυτόχρονα πανανθρώπινο και όταν πέφτει το φως, οι μορφές τους παραμένουν χαραγμένες στο μυαλό σαν δύο μοναχικά σώματα που συνεχίζουν να στέλνουν μηνύματα ο ένας στον άλλον μέσα στο αχανές σκοτάδι του σύμπαντος.
Η σκηνογραφία του Fernando Ribeiro είναι αριστουργηματική, η περιστρεφόμενη σκηνή δεν λειτουργεί μόνο ως σκηνικό εύρημα αλλά ως ο ίδιος ο πυρήνας της δραματουργίας, από τη μία πλευρά, ο Άρης, ένας κόκκινος, βραχώδης, σχεδόν αφιλόξενος τόπος, σαν ένα κομμάτι παρατημένο από έναν άγνωστο πλανήτη.
Από την άλλη, η Γη, τα ξερά κλαδιά των δέντρων, τα ίχνη μιας φύσης που πεθαίνει, ένας κόσμος που κουβαλά ακόμη μνήμη και φθορά.
Και ανάμεσα στους δύο κόσμους, εκείνη η μικρή σφαίρα με το μοναχικό δέντρο ίσως η τελευταία εικόνα ζωής, ίσως η τελευταία ελπίδα συμφιλίωσης.
Η συνεχής περιστροφή της σκηνής δημιουργεί την αίσθηση πως ολόκληρο το σύμπαν βρίσκεται σε μια αέναη κίνηση, πως οι χαρακτήρες δεν πατούν ποτέ πραγματικά σε σταθερό έδαφος, είναι σαν να παρακολουθούμε δύο ανθρώπους παγιδευμένους στην τροχιά της ίδιας τους της αγάπης.
Η μουσική και ο ηχητικός σχεδιασμός του Pedro Costa λειτουργούν καταλυτικά.
Οι ήχοι μοιάζουν να έρχονται από το εσωτερικό του διαστήματος, μεταλλικοί παλμοί, απόηχοι μοναξιάς, ηλεκτρονικές αναπνοές που θυμίζουν ότι οι ήρωες επικοινωνούν μέσα από ένα τεχνολογικό σύμπαν το οποίο σταδιακά καταπίνει την ανθρώπινη φωνή.
Και όμως, όταν ακούγεται η μελαγχολική μελωδία του Sonhos του Caetano Veloso, ο χρόνος μοιάζει να σταματά, εκεί, για μια στιγμή, όλη η παράσταση γίνεται μια ανάμνηση της Γης, μια ανάμνηση ανθρωπιάς.
Οι φωτισμοί του Rui Monteiro είναι εξίσου σπουδαίοι, χτίζοντας διαρκώς τη μετάβαση από το οικείο στο άγνωστο.
Το ψυχρό φως του Άρη έρχεται σε αντίθεση με τις πιο γήινες, σχεδόν ξεθωριασμένες αποχρώσεις της Γης.
Οι σκιές μεγαλώνουν όσο βαθαίνει η αποξένωση των χαρακτήρων, ενώ στο φινάλε, όταν εμφανίζεται ο ήλιος, η εικόνα αποκτά μια σχεδόν μεταφυσική διάσταση.
Δεν είναι ένας ήλιος ελπίδας, είναι ένας ήλιος μνήμης, ένα τελευταίο φως πριν από το σκοτάδι.
Τα νοήματα της Απόστασης του Tiago Rodrigues απλώνονται πολύ πέρα από τη φαινομενική ιστορία ενός πατέρα στη Γη και μιας κόρης στον Άρη.
Το έργο λειτουργεί σαν μια βαθιά υπαρξιακή αλληγορία για τον σύγχρονο άνθρωπο, για την κατάρρευση του ανθρωπισμού, για την κρίση της μνήμης, για την αποσύνθεση της συναισθηματικής εμπειρίας σε έναν κόσμο που προχωρά τεχνολογικά αλλά αδειάζει ψυχικά. Ο Ροντρίγκες χρησιμοποιεί το μέλλον όχι ως προφητεία αλλά ως καθρέφτη του παρόντος.
Και μέσα από αυτή τη δυστοπική συνθήκη μιλά τελικά για κάτι τρομακτικά οικείο, για την αδυναμία των ανθρώπων να παραμείνουν κοντά ο ένας στον άλλον. Η Απόσταση είναι πρωτίστως ένα έργο για τη μνήμη, για την ανάγκη του ανθρώπου να θυμάται ώστε να εξακολουθεί να υπάρχει, στον κόσμο του έργου, η κόρη επιλέγει ένα πρωτόκολλο λήθης προκειμένου να μπορέσει να ενσωματωθεί στον νέο κόσμο του Άρη.
Αυτή η επιλογή όμως δεν αφορά μόνο την προσωπική της μνήμη, αφορά τη συνολική αποκοπή από το παρελθόν, από τις ρίζες, από τη συναισθηματική ιστορία του ανθρώπου. Ο Ροντρίγκες θέτει ένα βαθιά πολιτικό και φιλοσοφικό ερώτημα, μπορεί να υπάρξει μέλλον χωρίς μνήμη; ή μήπως κάθε κοινωνία που επιχειρεί να επιβιώσει διαγράφοντας το παρελθόν της είναι καταδικασμένη να χάσει τελικά και την ίδια της την ανθρωπιά; Ο πατέρας, αντίθετα, λειτουργεί σαν ένα ζωντανό αρχείο της ανθρώπινης εμπειρίας, κρατά μέσα του τις αναμνήσεις, τις ήττες, τις ενοχές, τις αγάπες, όλα εκείνα που η νέα εποχή θεωρεί βάρος.
Δεν υπερασπίζεται απλώς τη Γη, υπερασπίζεται την έννοια της συναισθηματικής συνέχειας και μέσα από τη σύγκρουση αυτών των δύο χαρακτήρων, ο Ροντρίγκες συγκρούει ουσιαστικά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την επιβίωση, τη μια που πιστεύει ότι ο άνθρωπος σώζεται μόνο αν θυμάται και την άλλη που θεωρεί ότι ίσως χρειάζεται να ξεχάσει για να συνεχίσει.
Αυτό ακριβώς κάνει το έργο τόσο τρομακτικά επίκαιρο. Η Απόσταση μιλά για έναν κόσμο που μοιάζει όλο και περισσότερο με τον δικό μας.
Έναν κόσμο όπου η ταχύτητα της τεχνολογίας υπερβαίνει την ικανότητα του ανθρώπου να επεξεργαστεί συναισθηματικά την πραγματικότητα.
Έναν κόσμο όπου η πληροφορία αντικαθιστά τη μνήμη και η επικοινωνία αντικαθιστά την ουσιαστική επαφή.
Οι ήρωες επικοινωνούν αδιάκοπα μέσα από φωνητικά μηνύματα που ταξιδεύουν στο διάστημα, κι όμως δεν παύουν να είναι μόνοι, ο Ροντρίγκες δείχνει πως η τεχνολογία μπορεί να μικραίνει τις αποστάσεις πρακτικά αλλά να τις μεγαλώνει υπαρξιακά.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα νοήματα του έργου, η απόσταση είναι ψυχική.
Τα 225 εκατομμύρια χιλιόμετρα ανάμεσα στη Γη και τον Άρη δεν είναι παρά η εξωτερική μορφή ενός βαθύτερου χάσματος του χάσματος ανάμεσα στις γενιές, ανάμεσα στις διαφορετικές αντιλήψεις για τον κόσμο, ανάμεσα σε όσους εξακολουθούν να πιστεύουν στη μνήμη και σε όσους θεωρούν ότι το μέλλον απαιτεί ριζική αποκοπή από αυτήν. Ο Ροντρίγκες δεν αντιμετωπίζει όμως αυτή τη σύγκρουση με απλοϊκό τρόπο, δεν εξιδανικεύει το παρελθόν ούτε δαιμονοποιεί το μέλλον.
Αντιθέτως, κατανοεί βαθιά και τις δύο πλευρές, η κόρη δεν είναι ένα ψυχρό πλάσμα χωρίς συναίσθημα είναι το αποτέλεσμα μιας γενιάς που μεγάλωσε μέσα στην κατάρρευση.
Μιας γενιάς που είδε τη Γη να αποτυγχάνει και θεωρεί ότι ίσως η μόνη ελπίδα βρίσκεται στην πλήρη επανεκκίνηση.
Και μέσα από αυτή τη φιγούρα, ο Ροντρίγκες θέτει ένα οδυνηρό ερώτημα προς τις προηγούμενες γενιές, με ποιο δικαίωμα ζητούν από τα παιδιά τους να διατηρήσουν έναν κόσμο που οι ίδιες κατέστρεψαν; Η κλιματική κρίση στο έργο είναι η ηθική πληγή ολόκληρης της παράστασης. Η Γη παρουσιάζεται σαν ένας πλανήτης εξαντλημένος, σχεδόν ετοιμοθάνατος, και αυτή η εικόνα αντανακλά την αποτυχία του ανθρώπου να προστατεύσει όχι μόνο το φυσικό περιβάλλον αλλά και την ίδια την έννοια της συλλογικής ευθύνης. Ο Ροντρίγκες συνδέει άμεσα την οικολογική κατάρρευση με την υπαρξιακή κατάρρευση, η καταστροφή της φύσης οδηγεί αναπόφευκτα και στην καταστροφή της ανθρώπινης συνείδησης.
Γι’ αυτό και το έργο αποκτά έντονη πολιτική διάσταση.
Η μετάβαση στον Άρη παρουσιάζεται σαν ένα νέο είδος ταξικού διαχωρισμού.
Ποιοι θα μπορέσουν να φύγουν; Ποιοι θα επιλεγούν για να οικοδομήσουν τον νέο κόσμο; Ποιοι θα μείνουν πίσω; Η δυστοπία του Ροντρίγκες δεν βασίζεται σε φανταστικά τέρατα αλλά στις ίδιες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες που ήδη υπάρχουν σήμερα.
Η ιδέα ότι μιας νέας ελίτ θα εγκαταλείψει τη Γη μεταφέροντας στον Άρη τις ίδιες δομές εξουσίας και αποκλεισμού γίνεται ένας σκοτεινός στοχασμός πάνω στο μέλλον του καπιταλισμού και της δημοκρατίας.
Ταυτόχρονα, η Απόσταση είναι ένα έργο βαθιά ποιητικό για τη γονεϊκότητα. Ο Ροντρίγκες προσεγγίζει τη σχέση πατέρα και κόρης όχι ως ένα οικογενειακό δράμα αλλά ως μία οικουμενική εμπειρία αποχωρισμού.
Η αγάπη εδώ δεν παρουσιάζεται ως κατοχή αλλά ως η οδυνηρή αποδοχή ότι ο άλλος θα ακολουθήσει τελικά τη δική του πορεία, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πως θα χαθεί για πάντα από τη ζωή μας.
Ο πατέρας πρέπει να μάθει να αγαπά χωρίς να κρατά και αυτή η διαδικασία γίνεται σχεδόν τραγική.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η αγάπη αποκτά στον Ροντρίγκες μια σχεδόν πολιτική σημασία, σε έναν κόσμο που βασίζεται στην αποξένωση, στην ταχύτητα, στη λήθη και στην παραγωγικότητα, η τρυφερότητα μετατρέπεται σε μια πράξη αντίστασης.
Το γεγονός ότι οι δύο ήρωες συνεχίζουν να στέλνουν ο ένας στον άλλον φωνητικά μηνύματα, παρότι γνωρίζουν πως η απόσταση γίνεται όλο και πιο αξεπέραστη, αποτελεί ίσως την πιο βαθιά ανθρώπινη πράξη της παράστασης, συνεχίζουν να μιλούν γιατί συνεχίζουν να ελπίζουν πως η φωνή μπορεί ακόμη να διασχίσει αυτό το κενό μεταξύ τους.
Η θεατρική γλώσσα του Ροντρίγκες αντλεί δύναμη ακριβώς από αυτή την αντίφαση από τη συνύπαρξη της απελπισίας και της ελπίδας.
Το έργο μοιάζει διαρκώς να βρίσκεται ανάμεσα στο τέλος και στην ανάγκη για επανεκκίνηση.
Ο κόσμος καταρρέει, οι δεσμοί διαλύονται, η μνήμη σβήνει κι όμως κάτι επιμένει, κάτι συνεχίζει να αντιστέκεται και αυτό το κάτι είναι η ανθρώπινη ανάγκη για σύνδεση.
Γι' αυτό η Απόσταση δεν είναι τελικά ένα έργο για το διάστημα αλλά για την ανθρώπινη κατάσταση. Ο Άρης και η Γη είναι σύμβολα δύο διαφορετικών τρόπων ύπαρξης, από τη μία η πλευρά, ένας κόσμος που κουβαλά το βάρος της ιστορίας και της μνήμης, από την άλλη, ένας κόσμος που θέλει να απελευθερωθεί από αυτές.
Ανάμεσα τους, ο άνθρωπος προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να συνεχίσει να αγαπά. Ο Ροντρίγκες καταφέρνει κάτι εξαιρετικά σπάνιο να μιλήσει για τα μεγάλα συλλογικά τραύματα της εποχής μας μέσα από μια βαθιά προσωπική ιστορία.
Η οικολογική κρίση, η αποσύνθεση της δημοκρατίας, η κυριαρχία της τεχνολογίας, η απώλεια της μνήμης, η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, όλα συμπυκνώνονται μέσα στη σχέση ενός πατέρα και μιας κόρης.
Και έτσι το έργο αποκτά τελικά μια σχεδόν σαιξπηρική διάσταση, γιατί πίσω από το μέλλον, πίσω από το διάστημα και πίσω από τη δυστοπία, μιλά για το πιο παλιό και πιο οδυνηρό ανθρώπινο βίωμα, τον φόβο ότι κάποια στιγμή οι άνθρωποι που αγαπάμε θα γίνουν ξένοι.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγαλύτερο επίτευγμα του Ροντρίγκες, ότι μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει να συνηθίζει ολοένα περισσότερο πλέον την απώλεια, τη βία και την αποξένωση, επιμένει να υπερασπίζεται τη συγκίνηση ως την μεγαλύτερη μορφή αντίστασης. Η Απόσταση προσφέρει κάτι πολύ σπάνιο την υπενθύμιση ότι όσο ο άνθρωπος εξακολουθεί να θυμάται, να πενθεί και να αγαπά, δεν έχει ακόμη χαθεί ολοκληρωτικά. Η Απόσταση και αυτό που αφήνει πίσω της δεν είναι απλώς η ανάμνηση μιας σπουδαίας θεατρικής εμπειρίας, αλλά ένα βαθύ υπαρξιακό αποτύπωμα.
Μια αίσθηση ότι για λίγη ώρα κοιτάξαμε όχι το μέλλον της ανθρωπότητας, αλλά την πιο ευάλωτη πλευρά της ψυχής μας. Ο Ροντρίγκες κατορθώνει με σπάνια θεατρική γενναιοδωρία να μετατρέψει μια ιστορία σε μια συγκλονιστική ελεγεία για την ανθρώπινη συνθήκη. Η Γη που καταρρέει, ο Άρης που μοιάζει με την τελευταία ουτοπία, οι φωνές που ταξιδεύουν μέσα στο χάος του σύμπαντος, όλα αυτά λειτουργούν τελικά σαν μεταφορές για τη βαθύτερη ανθρώπινη αγωνία, τον φόβο της απώλειας, της λήθης και της οριστικής απομάκρυνσης από εκείνους που αγαπάμε. Η Απόσταση μιλά για το μέλλον, αλλά πονάει σαν κάτι αρχαίο και διαχρονικό, σαν μια τραγωδία γραμμένη για όλους τους ανθρώπους που κάποτε προσπάθησαν να κρατήσουν ζωντανή μια σχέση ενώ ο κόσμος γύρω τους διαλυόταν.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται το πραγματικό μεγαλείο της παράστασης, στο γεγονός ότι, ενώ μιλά για το τέλος ενός κόσμου, στην ουσία υπερασπίζεται με πείσμα ό,τι μας κάνει ακόμη ανθρώπους.
Και σε μια εποχή όπου όλα μοιάζουν να επιταχύνονται η τεχνολογία, η πληροφορία, η αποξένωση, η βία ο Ροντρίγκες επιμένει να στρέφει το βλέμμα στη μνήμη, στην τρυφερότητα, στη σιωπή, στην ανάγκη του ανθρώπου να ακουστεί από έναν άλλον άνθρωπο.
Δεν τον ενδιαφέρει η θεαματικότητα της καταστροφής, τον ενδιαφέρει η στιγμή που μια φωνή συνεχίζει να ταξιδεύει μέσα στο σκοτάδι μόνο και μόνο επειδή ελπίζει ότι κάπου υπάρχει ακόμη κάποιος που θα την ακούσει.
Και έπειτα έρχεται το τελευταίο μήνυμα, εκεί, η ερμηνεία του Diop αγγίζει σχεδόν μεταφυσικές διαστάσεις, η φωνή του μοιάζει να έρχεται από έναν τόπο πέρα από τον χρόνο.
Ο τρόπος που κοιτάζει το κενό, σαν να προσπαθεί να φτάσει την κόρη του μέσα από το σκοτάδι του σύμπαντος, είναι από εκείνες τις σπάνιες θεατρικές στιγμές που χαράσσονται ανεξίτηλα στη μνήμη του θεατή. Ο Diop κατορθώνει να συμπυκνώσει σε λίγα λεπτά όλη την αγωνία της ανθρώπινης ύπαρξης, τον φόβο της λήθης, την ανάγκη να αγαπηθούμε, την αδυναμία να κρατήσουμε κοντά μας όσους αγαπάμε.
Το τελευταίο μήνυμα του πατέρα προς την κόρη λειτουργεί σαν ένας ηθικός και συναισθηματικός πυρήνας ολόκληρου του έργου, δεν είναι απλώς μια εξομολόγηση αγάπης, είναι μια απέλπιδα προσπάθεια του ανθρώπου να αφήσει πίσω του κάτι που να αντέξει στον χρόνο, σαν να προσπαθεί να νικήσει τη λήθη μέσα από τη μνήμη της φωνής.
Και εκεί, μέσα σε αυτή τη σχεδόν αβάσταχτη σιωπή που ακολουθεί, το θέατρο αποκτά την πιο καθαρή του μορφή, γίνεται ένας κοινός χώρος, ένας τόπος όπου άγνωστοι άνθρωποι αναγνωρίζουν ο ένας στον άλλον τον ίδιο φόβο, την ίδια μοναξιά, την ίδια ανάγκη για αγάπη. Η Απόσταση είναι μια παράσταση για όλα όσα κινδυνεύουμε να χάσουμε, για τη μνήμη που διαγράφεται, για τις γενιές που αδυνατούν να επικοινωνήσουν, για την ανθρωπότητα που φτάνει τεχνολογικά στα άκρα του σύμπαντος αλλά παραμένει ανίκανη να συμφιλιωθεί με τον εαυτό της.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη βαθιά μελαγχολία, υπάρχει και κάτι βαθιά παρηγορητικό αν το σκεφτείς, η επιμονή της αγάπης.
Η ιδέα ότι ακόμη και όταν όλα μοιάζουν κατεστραμμένα, ακόμη κι όταν οι άνθρωποι χωρίζονται από πλανήτες, από ιδεολογίες, από μνήμη και χρόνο, εξακολουθεί να υπάρχει ένα αόρατο νήμα που τους ενώνει. Ο Ροντρίγκες δεν υπόσχεται ότι ο άνθρωπος θα σωθεί.
Αντίθετα, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο της αποτυχίας, της λήθης, της πλήρους αποξένωσης, αλλά μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα αναδεικνύει κάτι ίσως πιο σημαντικό, ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια βρίσκεται ακριβώς στην προσπάθεια να συνεχίζεις να αγαπάς ακόμη κι όταν γνωρίζεις πως δεν μπορείς να αλλάξεις το τέλος.
Και γι' αυτό η Απόσταση παραμένει χαραγμένη μέσα στον θεατή σαν μια εμπειρία σχεδόν σωματική, αλλά επειδή αγγίζει κάτι βαθιά υπαρξιακό και δύσκολα κατονομαζόμενο, κάτι που αφορά όλους, την αγωνία να μη χαθεί η φωνή μας μέσα στο χάος του κόσμου, την ανάγκη να αφήσουμε ένα ίχνος πίσω μας, την ανάγκη να αγαπηθούμε πριν σβήσει αυτό το φως.
Όταν τελειώνει η Απόσταση δεν αισθάνεσαι ότι είδες απλώς μια παράσταση, αισθάνεσαι ότι συμμετείχες σε μια συλλογική εμπειρία πένθους, μνήμης και αγάπης.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κατόρθωμα του θεάτρου του Ροντρίγκες, μέσα σε έναν κόσμο που εκπαιδεύεται ολοένα περισσότερο στη λήθη, εκείνος δημιουργεί ένα έργο που απαιτεί να θυμηθείς.
Να θυμηθείς τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, να θυμηθείς τι σημαίνει να φοβάσαι την απώλεια, να θυμηθείς τι σημαίνει να αγαπάς κάποιον τόσο βαθιά, ώστε ακόμη και 225 εκατομμύρια χιλιόμετρα να μην είναι αρκετά για να σβήσουν τη φωνή του μέσα σου. Η Απόσταση συνεχίζει να περιστρέφεται μέσα σου για ώρες, σαν ένας μακρινός πλανήτης που εξακολουθεί να εκπέμπει σήματα αγάπης μέσα στο σκοτάδι αυτού του σύμπαντος.
Συγχαρητήρια σε όλους: Tiago Rodrigues, Adama Diop, Allison Deschamps, Thomas Resendes, Λουίζα Μητσάκου, Daniel Hahn, Fernando Ribeiro, Jose Antonio Tenente, Rui Monteiro, Pedro Costa, Sophie Bricaire, Andre Pato, Thomas Medioni.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους