Όσο αβγατίζουν οι βιβλιεμπορικοί μας μηχανισμοί (εκδόσεις, εκθέσεις, φεστιβάλ, δημόσιοι και ιδιωτικοί θεσμοί) τόσο υποχωρεί η αναγνωστική μας κουλτούρα. Θα έλεγα μάλιστα ότι αυτό το πρώτο (η...
Όσο αβγατίζουν οι βιβλιεμπορικοί μας μηχανισμοί (εκδόσεις, εκθέσεις, φεστιβάλ, δημόσιοι και ιδιωτικοί θεσμοί) τόσο υποχωρεί η αναγνωστική μας κουλτούρα.
Θα έλεγα μάλιστα ότι αυτό το πρώτο (η γιγάντωση των μηχανισμών προβολής), είναι αλάθευτο σημάδι του δεύτερου (της υποχώρησης της πραγματικής ζήτησης του προβαλλόμενου προϊόντος). Επανειλημμένα το έχουμε δει αυτό ιστορικά: από τους τεράστιους καθεδρικούς που η Ευρώπη ανήγειρε μεταναγεννησιακά (όταν ο χριστιανισμός δηλαδή ήδη έχει πάρει την κάτω βόλτα) ώς τα πολυτελέστατα μουσικά μέγαρα και τις όπερες που ειδικά τα τελευταία χρόνια (όταν η λόγια μουσική παράδοση φθίνει παντού) φυτρώνουν σαν μανιτάρια σε όλον τον πλανήτη.
Δεν είναι παράξενο αυτό, οι θεσμοί και οι υποδομές πάντοτε έπονται: τον Αισχύλιο οι θεατές του καιρού του τον έβλεπαν καθισμένοι σε χωμάτινα στασίδια, τα ολομάρμαρα θέατρα που θαυμάζουμε σήμερα είναι κτίσματα μιας εποχής που η ίδια δράμα σημαντικό δεν έδωσε.
Ήδη η ταύτιση των όρων βιβλίο και τέχνη του λόγου θα πρέπει να μας προβληματίζει.
Στις μεγάλες κλασσικές της περιόδους, από τον Όμηρο ώς τον Σαίξπηρ, η λογοτεχνία ήταν προφερόμενη, αναπαριστώμενη, ακουστή.
Πόσοι διάβαζαν βιβλία στην Αθήνα του Περικλή ή την Αγγλία της Ελισάβετ; Τον 19ο και τον 20ό αιώνα, κύριος φορέας του ζεύγματος γραφή-ανάγνωση ήταν οι εφημερίδες και τα περιοδικά, όχι τα βιβλία.
Έως πρόσφατα σχεδόν, ο ελληνικός τύπος πουλούσε εκατομμύρια φύλλα, κάθε νοικοκυριό αγόραζε εφημερίδες κι αυτές με τη σειρά τους ήταν γραμμένες από επαγγελματίες συγγραφείς.
Το αίσθημα, την οικονομία, τη δυναμική της γλώσσας, αυτοί την έπλαθαν.
Οι μεγαλύτεροι γραφιάδες μας από τον Παπαδιαμάντη και τον Παλαμά ώς τον Καζαντζάκη και τον Τερζάκη, και από τον Γιανναρά ώς τον Παπαγιώργη από τις εφημερίδες πέρασαν.
Και ωφελήθηκαν τα μέγιστα. «Η εφημερίδα πρέπει να φάει λογοτέχνη για να βγει», έλεγε θυμόσοφα ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, όμως ισχύει και το ανάποδο, ο λογοτέχνης πρέπει να ζυμωθεί με την καθημερινότητα για να βρει, και για να φτιάξει, τους αναγνώστες του.
Τα κορυφαία ευρωπαϊκά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα ως επιφυλλίδες πρωτοβγήκαν, στις εφημερίδες δοκιμάστηκαν, και εκεί τα έβρισκαν και τα διάβαζαν αφειδώς οι υπάλληλοι της Αγίας Πετρούπολης και οι νοικοκυρές των Παρισίων, τον Ερωτόκριτο, που κυκλοφορούσε σε κακοτυπωμένες φυλλάδες, δεν υπήρχε, μας λένε, πλύστρα και υπηρέτρια του Πειραιά ή της Σμύρνης που να μην ήξερε μεγάλα του αποσπάσματα απέξω.
Θα παραξενέψει αυτό που θα πω. Πραγματικό σπίτι η γραφή και η ανάγνωση του καιρού μας έχει μόνο εδώ μέσα: στον φευγαλέο, σπασμωδικό, χαώδη, παραληρηματικό κόσμο του ίντερνετ.
Μόνο εδώ μπορείς να βρεις, και να φτιάξεις όσο μπορέσεις, το πραγματικό σου κοινό.
Όχι αυτό το επαγγελματικό και ολίγον σνομπ των βιβλιόφιλων, που κυνηγούν κομψεπίκομψες τέρψεις κι έχουν ξεχάσει και οι ίδιοι τι ακριβώς ψάχνουν να βρουν σ' ένα κείμενο.
Αλλά τον αναγνώστη τον απρόσμενο και γι' αυτό ανοιχτόν, που μπορεί να μην έχει ιδέα ποιος είσαι, αλλά έτσι ακριβώς δίνει βάση (και αξία) σ' αυτό που γράφεις και μόνον.
Ας αναλογιστούμε.
Εσχάτως πληροφορηθήκαμε τα νούμερα και πια ξέρουμε: ένα μικροδοκιμιάκι, τέτοιο που παριστάνει ότι είναι ετούτο εδώ, τυπωμένο σ' ένα βιβλίο θα το διάβαζαν μερικές εκατοντάδες άνθρωποι. "Πεταμένο" εδώ μέσα ωστόσο, θα το προσέξουν εκατό φορές περισσότεροι.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους