Στο άρθρο που δημοσιεύθηκε στο τελευταίο Economic Reviews and Analysis επιχειρώ να προσεγγίσω ένα θέμα το οποίο συνοδεύει διαχρονικά την ελληνική φορολογική πραγματικότητα και επηρεάζει καθοριστικά...
Στο άρθρο που δημοσιεύθηκε στο τελευταίο Economic Reviews and Analysis επιχειρώ να προσεγγίσω ένα θέμα το οποίο συνοδεύει διαχρονικά την ελληνική φορολογική πραγματικότητα και επηρεάζει καθοριστικά τη σχέση κράτους, επιχειρήσεων, λογιστών και πολιτών εδώ και δεκαετίες τη φιλοσοφία των φορολογικών προστίμων και τον πραγματικό τους ρόλο μέσα σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο οικονομικό και τεχνολογικό περιβάλλον.
Πρόκειται για μια προσέγγιση που δεν στηρίζεται μόνο στη θεωρία ή στη νομοθετική ανάλυση, αλλά κυρίως στην προσωπική εμπειρία τεσσάρων δεκαετιών συνεχούς επαγγελματικής παρουσίας μέσα στην καθημερινή λειτουργία της αγοράς, των επιχειρήσεων και της φορολογικής συμμόρφωσης.
Από τα πρώτα χρόνια των χειρόγραφων βιβλίων, των θεωρημένων τιμολογίων, των καρμπόν, των διορθώσεων με μπλάνκο, των χειρόγραφων συγκεντρωτικών καταστάσεων και των ατελείωτων φυσικών αρχείων με φακέλους και παραστατικά, μέχρι τη σημερινή εποχή της πλήρους ψηφιοποίησης, των ηλεκτρονικών βιβλίων myDATA, των online διασταυρώσεων, της διασύνδεσης ταμειακών μηχανών, της ηλεκτρονικής τιμολόγησης και των ελέγχων σε πραγματικό χρόνο, η φορολογική πραγματικότητα έχει αλλάξει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περίοδο στην ιστορία της ελληνικής οικονομικής διοίκησης.
Μέσα σε αυτά τα σαράντα χρόνια άλλαξαν κυβερνήσεις, άλλαξαν φορολογικοί νόμοι, άλλαξαν κώδικες βιβλίων και στοιχείων, άλλαξαν τεχνολογίες, άλλαξαν διαδικασίες, άλλαξαν οι απαιτήσεις της αγοράς και μεταβλήθηκε πλήρως η ταχύτητα με την οποία λειτουργεί πλέον η οικονομία.
Εκείνο όμως που σε μεγάλο βαθμό φαίνεται να παραμένει σχεδόν αμετάβλητο είναι η φιλοσοφία με την οποία το κράτος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την έννοια της συμμόρφωσης μια φιλοσοφία που παραδοσιακά βασίστηκε περισσότερο στην επιβολή κυρώσεων και λιγότερο στην οικοδόμηση σχέσης εμπιστοσύνης και συνεργασίας.
Αυτός ακριβώς είναι και ο πυρήνας του προβληματισμού που καταθέτω.
Μήπως έχει φτάσει πλέον η στιγμή να επαναπροσδιορίσουμε συνολικά όχι απλώς το ύψος ή τη μορφή των προστίμων αλλά την ίδια τη φιλοσοφία πάνω στην οποία οικοδομήθηκε διαχρονικά το σύστημα φορολογικών κυρώσεων; Διότι είναι προφανές ότι το σημερινό ψηφιακό περιβάλλον δεν έχει καμία απολύτως σχέση με εκείνο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν οι περισσότερες λογικές επιβολής προστίμων προηγούμενων δεκαετιών.
Στο παρελθόν, η φορολογική διοίκηση λειτουργούσε σε μεγάλο βαθμό με καθυστερημένη πληροφόρηση.
Οι έλεγχοι πραγματοποιούνταν μήνες ή ακόμη και χρόνια μετά τις συναλλαγές.
Τα δεδομένα βρίσκονταν σε φυσική μορφή, οι διασταυρώσεις απαιτούσαν τεράστιο χρόνο και η πραγματική εικόνα μιας επιχείρησης πολλές φορές γινόταν αντιληπτή μόνο μετά από εκτεταμένους επιτόπιους ελέγχους.
Μέσα σε εκείνο το περιβάλλον, το πρόστιμο λειτουργούσε ως βασικό εργαλείο πίεσης και επιβολής συμμόρφωσης.
Σήμερα όμως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική.
Η πληροφορία διαβιβάζεται ηλεκτρονικά σε πραγματικό χρόνο.
Τα δεδομένα είναι άμεσα διαθέσιμα.
Οι αποκλίσεις εντοπίζονται αυτοματοποιημένα μέσα από αλγοριθμικές διασταυρώσεις.
Οι συναλλαγές παρακολουθούνται ψηφιακά.
Η φορολογική διοίκηση διαθέτει πλέον μηχανισμούς που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητοι.
Και ακριβώς επειδή το τεχνολογικό περιβάλλον έχει αλλάξει τόσο ριζικά, προκύπτει εύλογα το ερώτημα αν μπορεί να παραμένει ίδια και η φιλοσοφία της αντιμετώπισης των λαθών, των αποκλίσεων και των παραβάσεων.
Η προσωπική μου εμπειρία μέσα από χιλιάδες περιπτώσεις επιχειρήσεων, επαγγελματιών και φορολογικών διαδικασιών με έχει οδηγήσει σε ένα βαθύ και σταθερό συμπέρασμα η ουσιαστική συμμόρφωση δεν επιβάλλεται αποκλειστικά μέσω της τιμωρίας.
Η συμμόρφωση δεν είναι προϊόν μόνο φόβου.
Δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην αγωνία ενός πιθανού προστίμου, ιδιαίτερα όταν το νομοθετικό και τεχνολογικό περιβάλλον γίνεται όλο και πιο σύνθετο, όλο και πιο απαιτητικό και όλο και πιο δύσκολο στη διαχείρισή του από τον μέσο επαγγελματία.
Η πραγματική συμμόρφωση οικοδομείται μέσα από τη σταθερότητα, τη σαφήνεια, τη λογική, την αναλογικότητα και κυρίως μέσα από την αίσθηση δικαιοσύνης.
Ο πολίτης και ο επαγγελματίας συμμορφώνονται ουσιαστικά όταν αισθάνονται ότι λειτουργούν μέσα σε ένα πλαίσιο κανόνων το οποίο είναι ξεκάθαρο, εφαρμόσιμο και δίκαιο.
Όταν αντιλαμβάνονται ότι το κράτος ξεχωρίζει τη συνειδητή φοροδιαφυγή από το ανθρώπινο ή τεχνικό λάθος.
Όταν κατανοούν ότι υπάρχει πραγματική διάθεση πρόληψης και όχι μόνο καταστολής.
Όταν αισθάνονται ότι ο ρόλος της διοίκησης δεν είναι αποκλειστικά εισπρακτικός αλλά και θεσμικά υποστηρικτικό.
Στη σημερινή πραγματικότητα, οι λογιστές και οι φοροτεχνικοί λειτουργούν μέσα σε ένα περιβάλλον ακραίας πολυπλοκότητας.
Οι συνεχείς αλλαγές νόμων, εγκυκλίων, πλατφορμών και ψηφιακών διαδικασιών δημιουργούν ένα καθεστώς διαρκούς πίεσης.
Οι επιχειρήσεις καλούνται να προσαρμόζονται σε συνεχείς τεχνολογικές μεταβολές, πολλές φορές χωρίς επαρκή μεταβατική περίοδο, χωρίς σταθερότητα διαδικασιών και χωρίς επαρκή τεχνική υποστήριξη.
Οι λογιστές δεν περιορίζονται πλέον στον παραδοσιακό τους ρόλο αλλά λειτουργούν ταυτόχρονα ως φορολογικοί σύμβουλοι, διαχειριστές ψηφιακών συστημάτων, τεχνικοί υποστήριξης, σύμβουλοι συμμόρφωσης και ενδιάμεσοι μεταξύ επιχειρήσεων και κρατικών πλατφορμών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, είναι αναπόφευκτο να προκύπτουν λάθη, αποκλίσεις, τεχνικές δυσλειτουργίες, καθυστερήσεις διαβίβασης ή ερμηνευτικές διαφοροποιήσεις.
Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι πώς επιλέγει να αντιμετωπίσει αυτές τις περιπτώσεις το σύστημα.
Με απόλυτα αυτοματοποιημένη επιβολή κυρώσεων ή με μηχανισμούς έγκαιρης ειδοποίησης, διόρθωσης και αναλογικής αντιμετώπισης; Η τεχνολογία από μόνη της δεν αποτελεί εγγύηση δικαιοσύνης.
Μπορεί να προσφέρει ταχύτητα, ακρίβεια και διαφάνεια, όμως ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιείται καθορίζει και τον χαρακτήρα του ίδιου του συστήματος.
Ένα πλήρως ψηφιοποιημένο φορολογικό μοντέλο θα μπορούσε να λειτουργεί ως μηχανισμός πρόληψης και όχι μόνο ως μηχανισμός τιμωρίας.
Θα μπορούσε να ειδοποιεί εγκαίρως για αποκλίσεις πριν αυτές εξελιχθούν σε παραβάσεις.
Θα μπορούσε να παρέχει εύλογο χρόνο διόρθωσης χωρίς άμεση οικονομική επιβάρυνση όταν δεν υπάρχει πρόθεση φοροδιαφυγής.
Θα μπορούσε να αξιολογεί τη συχνότητα, τη σοβαρότητα και τη φύση κάθε παράβασης πριν ενεργοποιήσει δυσανάλογες κυρώσεις.
Θα μπορούσε να λειτουργεί περισσότερο με λογική συνεργασίας και λιγότερο με λογική φόβου.
Διότι όταν το σύστημα αντιμετωπίζει με την ίδια αυστηρότητα τον οργανωμένο φοροφυγά και τον συνεπή επαγγελματία που υπέπεσε σε μια τεχνική αστοχία ή σε μια καθυστέρηση διαβίβασης λίγων ωρών ή ημερών, τότε χάνεται η έννοια της αναλογικότητας και τελικά αποδυναμώνεται η ίδια η αξιοπιστία του φορολογικού μηχανισμού.
Σε αυτά τα σαράντα χρόνια επαγγελματικής παρουσίας είχα τη δυνατότητα να δω όλες τις μεταμορφώσεις της ελληνικής φορολογικής διοίκησης.
Είδα περιόδους ακραίας γραφειοκρατίας όπου η διαδικασία πολλές φορές ήταν σημαντικότερη από την ουσία.
Είδα ελέγχους που διαρκούσαν μήνες μέσα σε αποθήκες γεμάτες φακέλους και χειρόγραφα βιβλία.
Είδα τη σταδιακή μηχανογράφηση των επιχειρήσεων, την έλευση των πρώτων λογιστικών προγραμμάτων, την ανάπτυξη των ηλεκτρονικών υποβολών και τελικά τη μετάβαση στην πλήρη ψηφιοποίηση.
Είδα όμως και κάτι ακόμη σημαντικότερο ότι η συντριπτική πλειονότητα των επαγγελματιών επιθυμεί πραγματικά να λειτουργεί νόμιμα και οργανωμένα.
Οι περισσότεροι δεν αναζητούν τρόπους σύγκρουσης με το σύστημα.
Αντίθετα, αναζητούν σταθερότητα, σαφείς κανόνες και ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο θα μπορούν να εργάζονται με ασφάλεια και προβλεψιμότητα.
Όταν όμως οι κανόνες αλλάζουν διαρκώς, όταν οι υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς και όταν η ψηφιακή πολυπλοκότητα μεταφέρεται σχεδόν αποκλειστικά στις πλάτες επιχειρήσεων και λογιστών, τότε η συνεχής διεύρυνση της λογικής των προστίμων δεν οδηγεί απαραίτητα σε ουσιαστικότερη συμμόρφωση.
Συχνά οδηγεί σε εξάντληση, ανασφάλεια και αίσθημα μόνιμης πίεσης.
Δεν υποστηρίζω φυσικά ότι τα πρόστιμα πρέπει να καταργηθούν.
Κάθε οργανωμένο κράτος οφείλει να διαθέτει μηχανισμούς ελέγχου και κυρώσεων απέναντι στη συστηματική φοροδιαφυγή και στη συνειδητή παραβατικότητα.
Όμως άλλο πράγμα είναι η στοχευμένη και αυστηρή αντιμετώπιση της πραγματικής παρανομίας και άλλο η γενικευμένη λογική επιβολής κυρώσεων ανεξαρτήτως συνθηκών, πρόθεσης και πραγματικής βαρύτητας.
Η αναλογικότητα αποτελεί βασική προϋπόθεση ενός σύγχρονου και αξιόπιστου φορολογικού συστήματος.
Και η αναλογικότητα δεν είναι ένδειξη επιείκειας ή αδυναμίας.
Είναι ένδειξη θεσμικής ωριμότητας, σοβαρότητας και πραγματικής κατανόησης του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η οικονομία στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή.
Ίσως λοιπόν σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, να είναι η κατάλληλη στιγμή για έναν ουσιαστικό και ειλικρινή επαναπροσδιορισμό της συνολικής φιλοσοφίας των φορολογικών προστίμων.
Όχι μόνο ως προς το ύψος τους αλλά κυρίως ως προς τον σκοπό που καλούνται να υπηρετήσουν μέσα σε ένα πλήρως ψηφιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον.
Θέλουμε ένα σύστημα που θα λειτουργεί κυρίως ως μηχανισμός διαρκούς φόβου και αυτόματης τιμωρίας ή ένα σύστημα που θα αξιοποιεί την τεχνολογία για να ενισχύει την πρόληψη, τη συνεργασία, τη διαφάνεια και την ουσιαστική συμμόρφωση; Θέλουμε ένα μοντέλο που θα αντιμετωπίζει τον συνεπή επαγγελματία ως διαρκή ύποπτο ή ένα μοντέλο που θα αναγνωρίζει ότι η υγιής λειτουργία της οικονομίας απαιτεί εμπιστοσύνη, σταθερότητα και θεσμική ισορροπία; Η ψηφιακή εποχή μάς δίνει πλέον τη δυνατότητα να σχεδιάσουμε ένα πολύ πιο αποτελεσματικό, πιο δίκαιο και πιο σύγχρονο πλαίσιο λειτουργίας.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν είμαστε έτοιμοι να αλλάξουμε όχι μόνο τα εργαλεία αλλά και τη βαθύτερη φιλοσοφία που συνοδεύει εδώ και δεκαετίες τη σχέση κράτους και φορολογούμενου.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους