Τι να κρύψουμε, που δεν είναι ήδη φανερό στον Θεό; Μας τρομάζει η ειλικρίνεια. Μας τρομάζει ο καθρέφτης. Όχι τόσο ο καθρέφτης του προσώπου μας, αλλά εκείνος ο άλλος, ο βαθύτερος. Ο καθρέφτης της...
Τι να κρύψουμε, που δεν είναι ήδη φανερό στον Θεό; Μας τρομάζει η ειλικρίνεια.
Μας τρομάζει ο καθρέφτης.
Όχι τόσο ο καθρέφτης του προσώπου μας, αλλά εκείνος ο άλλος, ο βαθύτερος.
Ο καθρέφτης της ψυχής.
Εκείνος που δεν δείχνει ρυτίδες, αλλά πληγές.
Δεν δείχνει ηλικία, αλλά αλήθεια.
Δεν δείχνει την εικόνα που φτιάξαμε για να μας θαυμάζουν οι άνθρωποι, αλλά αυτό που πραγματικά είμαστε όταν κλείνει η πόρτα, όταν σβήνουν τα φώτα, όταν μένουμε μόνοι με τον εαυτό μας και με τον Θεό.
Και εκεί αρχίζει ο φόβος.
Γιατί μπροστά στους ανθρώπους μάθαμε να στεκόμαστε καλοφτιαγμένοι.
Με λόγια μετρημένα.
Με χαμόγελα έτοιμα.
Με απαντήσεις προσεγμένες.
Με μια εικόνα που λέει: «είμαι καλά», ενώ μέσα μας μπορεί να γίνεται πόλεμος.
Μπορεί να πονάμε.
Μπορεί να ζηλεύουμε.
Μπορεί να θυμώνουμε.
Μπορεί να φοβόμαστε.
Μπορεί να κουβαλάμε ενοχές, πτώσεις, αδυναμίες, μυστικές μάχες που κανείς δεν γνωρίζει.
Και όμως επιμένουμε να βάζουμε φίλτρα.
Φίλτρα στο πρόσωπο.
Φίλτρα στα λόγια.
Φίλτρα στις σχέσεις.
Φίλτρα ακόμη και στην πίστη μας.
Να δείχνουμε πιο δυνατοί από όσο είμαστε.
Πιο ήρεμοι από όσο νιώθουμε.
Πιο πνευματικοί από όσο ζούμε.
Πιο καθαροί από όσο είναι η καρδιά μας.
Πιο φωτεινοί από όσο αντέχει η αλήθεια μας.
Μα ας σταθούμε λίγο τίμια.
Τι να κρύψουμε; Και από ποιον να το κρύψουμε; Από τους ανθρώπους ίσως κάτι να κρύψουμε.
Για λίγο.
Με τέχνη.
Με σιωπή.
Με ένα χαμόγελο.
Με μια καλή δικαιολογία.
Με μια προσεγμένη εικόνα.
Από τον Θεό όμως; Από Εκείνον που βλέπει τα βάθη της καρδιάς; Από Εκείνον που γνωρίζει τον λογισμό πριν γίνει λέξη; Από Εκείνον που ακούει τον αναστεναγμό πριν γίνει προσευχή; Τι να κρύψουμε από τον Θεό; Την αμαρτία μας; Την ξέρει.
Την πτώση μας; Την είδε.
Τον φόβο μας; Τον αισθάνεται.
Τη μοναξιά μας; Την έχει αγγίξει.
Την υποκρισία μας; Την αντέχει, αλλά θέλει να μας ελευθερώσει από αυτήν.
Την πληγή μας; Περιμένει να Του την ανοίξουμε για να τη θεραπεύσει.
Εμείς φοβόμαστε να φανερωθούμε, γιατί νομίζουμε πως αν φανεί η αλήθεια μας, θα χαθεί η αξία μας.
Νομίζουμε πως αν οι άλλοι δουν ποιοι πραγματικά είμαστε, δεν θα μας αγαπήσουν.
Και αυτόν τον φόβο τον μεταφέρουμε πολλές φορές και στον Θεό.
Πλησιάζουμε τον Θεό σαν να χρειάζεται πρώτα να διορθωθούμε, να καθαριστούμε, να τακτοποιηθούμε, να γίνουμε άξιοι και ύστερα να Του παρουσιαστούμε.
Μα αυτό δεν είναι το Ευαγγέλιο. Ο Χριστός δεν είπε: «Ελάτε σε Μένα όταν γίνετε τέλειοι». Είπε: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι». Ελάτε όλοι εσείς που κουραστήκατε.
Ελάτε όλοι εσείς που βαρεθήκατε να υποκρίνεστε.
Ελάτε όλοι εσείς που δεν αντέχετε άλλο το προσωπείο.
Ελάτε όλοι εσείς που χαμογελάτε έξω και αιμορραγείτε μέσα.
Ελάτε όπως είστε.
Όχι όπως παριστάνετε πως είστε.
Αυτό είναι το θαύμα της Ορθοδοξίας.
Δεν μας καλεί σε μια ψεύτικη ευσέβεια.
Δεν μας καλεί να γυαλίσουμε το προσωπείο μας.
Δεν μας καλεί να φαινόμαστε άγιοι.
Μας καλεί να γίνουμε αληθινοί.
Γιατί εκεί αρχίζει η αγιότητα.
Όχι στο φαίνεσθαι, αλλά στο φως.
Όχι στην εικόνα, αλλά στη μετάνοια.
Όχι στο «είμαι καλά», αλλά στο «Κύριε, ελέησόν με». Ο τελώνης δεν είχε τίποτα να δείξει.
Δεν είχε κατορθώματα.
Δεν είχε ωραία λόγια.
Δεν είχε πνευματική βιτρίνα.
Είχε όμως κάτι πολύτιμο: αλήθεια.
Στάθηκε μακριά, χτύπησε το στήθος του και είπε: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Και αυτή η μικρή, ταπεινή, γυμνή προσευχή ανέβηκε πιο ψηλά από όλα τα μεγάλα λόγια του Φαρισαίου.
Γιατί ο Θεός δεν συγκινείται από την εικόνα μας.
Συγκινείται από τη συντριβή μας.
Δεν ζητά να Του παρουσιάσουμε βιογραφικό αρετών.
Ζητά να Του ανοίξουμε την καρδιά μας.
Δεν περιμένει από εμάς να σταθούμε μπροστά Του αψεγάδιαστοι.
Περιμένει να σταθούμε αληθινοί.
Και εκεί είναι που δυσκολευόμαστε.
Διότι η αλήθεια πονάει.
Πονάει να παραδεχθώ ότι δεν είμαι τόσο καλός όσο νόμιζα.
Πονάει να δω ότι μέσα μου υπάρχει εγωισμός.
Πονάει να ομολογήσω ότι ζηλεύω.
Ότι κατακρίνω.
Ότι θυμώνω.
Ότι κρατώ κακίες.
Ότι πληγώνω ανθρώπους που αγαπώ.
Ότι προσεύχομαι με τα χείλη, αλλά η καρδιά μου είναι αλλού.
Ότι κοινωνώ, αλλά δεν συγχωρώ.
Ότι μιλώ για αγάπη, αλλά δεν ανέχομαι τον αδελφό μου.
Ναι, πονάει ο καθρέφτης.
Αλλά πιο πολύ πονάει το ψέμα.
Γιατί το ψέμα μας κουράζει.
Η μάσκα βαραίνει.
Το φίλτρο στραγγίζει την ψυχή.
Δεν μπορεί ο άνθρωπος να ζει για πάντα παριστάνοντας κάτι που δεν είναι.
Κάποια στιγμή η καρδιά ζητά αέρα.
Ζητά φως.
Ζητά αλήθεια. Ζητά Θεό.
Και ο Θεός δεν φοβάται αυτό που εμείς φοβόμαστε να αντικρίσουμε.
Εμείς βλέπουμε την αμαρτία μας και απελπιζόμαστε. Ο Θεός βλέπει την πληγή και θέλει να τη θεραπεύσει.
Εμείς βλέπουμε το σκοτάδι μας και ντρεπόμαστε. Ο Θεός βλέπει ένα παιδί Του που χάθηκε και περιμένει να επιστρέψει.
Εμείς βλέπουμε τα λάθη μας και λέμε «δεν αξίζω». Ο Θεός βλέπει τη δυνατότητα της αναστάσεώς μας.
Αυτό είναι το βλέμμα του Χριστού.
Δεν είναι βλέμμα καταδίκης.
Είναι βλέμμα αλήθειας και αγάπης μαζί.
Γιατί αλήθεια χωρίς αγάπη γίνεται σκληρότητα.
Και αγάπη χωρίς αλήθεια γίνεται ψεύτικη παρηγοριά. Ο Χριστός όμως έχει και τα δύο.
Μας δείχνει ποιοι είμαστε, όχι για να μας συντρίψει, αλλά για να μας σώσει.
Η εξομολόγηση είναι ακριβώς αυτό.
Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος πετάει τα φίλτρα.
Η στιγμή που λέει: «Κύριε, κουράστηκα να κρύβομαι.
Κουράστηκα να δικαιολογούμαι.
Κουράστηκα να παριστάνω τον δυνατό, ενώ είμαι αδύναμος.
Κουράστηκα να φαίνομαι καθαρός, ενώ μέσα μου έχω λεκέδες.
Κουράστηκα να λέω ότι δεν έχω ανάγκη, ενώ διψάω για έλεος». Και τότε ανοίγει ο ουρανός.
Όχι επειδή είπαμε κάτι που δεν ήξερε ο Θεός.
Αλλά επειδή επιτέλους Του επιτρέψαμε να μπει εκεί που Τον κρατούσαμε έξω.
Στην πληγή.
Στην ντροπή.
Στον φόβο.
Στο μυστικό.
Στο αληθινό μας πρόσωπο. Ο Θεός δεν μπαίνει βίαια στην καρδιά. Περιμένει.
Στέκεται στην πόρτα και κρούει.
Και πολλές φορές εμείς Του ανοίγουμε μόνο το σαλόνι της ψυχής μας, εκεί που όλα είναι τακτοποιημένα. Δεν Τον αφήνουμε να μπει στην αποθήκη, εκεί που έχουμε κρύψει όσα μας πονάνε. Δεν Τον αφήνουμε να δει το χάος μας. Μα Εκείνος δεν ήρθε για το τακτοποιημένο μας σαλόνι.
Ήρθε για την πληγωμένη μας καρδιά.
Τι να κρύψουμε λοιπόν; Αφού όλα είναι φανερά μπροστά Του.
Και ίσως αυτό που μας σώζει δεν είναι να έχουμε κάτι όμορφο να Του δείξουμε, αλλά να έχουμε το θάρρος να Του παραδώσουμε αυτό που ντρεπόμαστε να δούμε. Να Του πούμε: «Χριστέ μου, αυτός είμαι.
Μη με αφήσεις έτσι.
Δεν θέλω άλλο να ζω με μάσκες.
Δεν θέλω άλλο να προσποιούμαι.
Δεν θέλω άλλο να κρύβω τη λάσπη κάτω από χαλιά ευσέβειας.
Θέλω να με πλύνεις.
Θέλω να με φωτίσεις.
Θέλω να με κάνεις αληθινό». Γιατί, τελικά, αυτό ζητά ο Θεός: όχι να Του παρουσιάσουμε μια τέλεια εικόνα, αλλά μια καρδιά που θέλει να σωθεί.
Ο κόσμος μάς λέει: «φτιάξε την εικόνα σου». Ο Χριστός μάς λέει: «δώσε Μου την καρδιά σου». Ο κόσμος μάς λέει: «μη δείξεις την αδυναμία σου». Ο Χριστός μάς λέει: «η δύναμή Μου φανερώνεται μέσα στην αδυναμία σου». Ο κόσμος μάς λέει: «κρύψε τις πληγές σου». Ο Χριστός μάς δείχνει τις δικές Του πληγές και μας λέει: «από εδώ περνά η Ανάσταση». Αυτό είναι συγκλονιστικό. Ο Αναστημένος Χριστός δεν έκρυψε τα σημάδια των καρφιών.
Δεν εμφανίστηκε στους μαθητές Του σαν να μη συνέβη τίποτα.
Τους έδειξε τις πληγές Του.
Γιατί οι πληγές, όταν περάσουν μέσα από την αγάπη του Θεού, δεν είναι πια ντροπή.
Γίνονται μαρτυρία.
Γίνονται δρόμος.
Γίνονται φως.
Έτσι και οι δικές μας πληγές.
Αν τις κρύψουμε, θα μας δηλητηριάσουν.
Αν τις παραδώσουμε στον Χριστό, θα γίνουν τόπος θεραπείας.
Θα γίνουν σημείο όπου θα συναντήσουμε το έλεός Του.
Γι’ αυτό μη φοβάσαι την ειλικρίνεια.
Μη φοβάσαι τον καθρέφτη.
Να φοβάσαι μόνο την ψευτιά που σε κρατά μακριά από τη θεραπεία.
Να φοβάσαι την υπερηφάνεια που σου λέει «δεν έχεις ανάγκη». Να φοβάσαι την υποκρισία που σου ψιθυρίζει «κράτα την εικόνα σου, μη φανείς». Γιατί εκεί, πίσω από την εικόνα, μπορεί να χαθεί ο άνθρωπος. Ο Θεός δεν αγαπά το φίλτρο μας.
Αγαπά το πρόσωπό μας.
Το πρόσωπο που κλαίει.
Το πρόσωπο που μετανοεί.
Το πρόσωπο που παλεύει.
Το πρόσωπο που πέφτει και ξανασηκώνεται.
Το πρόσωπο που λέει μέσα στη νύχτα: «Κύριε, μη με εγκαταλείψεις». Και να θυμόμαστε κάτι: η μετάνοια δεν είναι απελπισία.
Δεν είναι να μισήσω τον εαυτό μου.
Δεν είναι να πνιγώ στις ενοχές.
Η μετάνοια είναι επιστροφή στην αγκαλιά του Πατέρα.
Είναι να πάψω να τρέχω μακριά από το φως.
Είναι να σταθώ μπροστά στον Θεό και να πω: «Δεν έχω να σου δώσω καθαρότητα, αλλά σου δίνω την αλήθεια μου.
Κάνε την εσύ αρχή σωτηρίας». Και ο Θεός μπορεί.
Μπορεί να πάρει το σκοτάδι και να το κάνει αυγή.
Μπορεί να πάρει τη συντριβή και να την κάνει ταπείνωση.
Μπορεί να πάρει την αμαρτία που ομολογείται και να τη σβήσει με το έλεός Του.
Μπορεί να πάρει ένα πρόσωπο κουρασμένο από τις μάσκες και να το κάνει πρόσωπο φωτεινό.
Ας πάψουμε λοιπόν να κρυβόμαστε.
Δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε που να μην το ξέρει ήδη ο Θεός.
Έχουμε όμως πολλά να Του παραδώσουμε.
Και όσο τα κρατάμε κρυμμένα, μας βαραίνουν.
Όταν όμως τα αφήσουμε στα πόδια Του, αρχίζει η ελευθερία.
Γιατί η αλήθεια δεν ήρθε να μας ντροπιάσει.
Ήρθε να μας ελευθερώσει.
Και ο Χριστός δεν στέκεται απέναντί μας σαν αυστηρός δικαστής που περιμένει να μας εκθέσει.
Στέκεται σαν Πατέρας, σαν Ιατρός, σαν Σωτήρας.
Μας κοιτάζει βαθιά, πιο βαθιά από όσο αντέχουμε να κοιτάξουμε εμείς τον εαυτό μας, και μας λέει: «Σε ξέρω.
Σε βλέπω.
Ξέρω την πληγή σου.
Ξέρω την πτώση σου.
Ξέρω τον πόνο σου.
Μη φοβάσαι.
Δεν ήρθα να σε καταστρέψω.
Ήρθα να σε αναστήσω». Αυτό είναι το μεγαλύτερο θάρρος του χριστιανού: να σταθεί γυμνός από δικαιολογίες μπροστά στον Θεό, αλλά ντυμένος με την ελπίδα του ελέους Του.
Και τότε ο καθρέφτης δεν γίνεται τρόμος.
Γίνεται αρχή.
Η ειλικρίνεια δεν γίνεται καταδίκη.
Γίνεται θεραπεία.
Η μετάνοια δεν γίνεται τέλος.
Γίνεται δρόμος επιστροφής.
Και το αληθινό μας πρόσωπο, αυτό που τόσο φοβόμασταν να φανερώσουμε, αρχίζει σιγά σιγά να φωτίζεται από τη χάρη του Θεού.
Γιατί μπροστά στον Χριστό δεν σωζόμαστε επειδή φαινόμαστε καθαροί.
Σωζόμαστε όταν τολμήσουμε να Του πούμε αληθινά: «Κύριε, είμαι πληγωμένος. Είμαι αδύναμος. Είμαι αμαρτωλός. Αλλά είμαι δικός Σου. Μη με αφήσεις».
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους