[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Για το πώς εκτίμησαν οι Σύμμαχοί μας τις ανείπωτες θυσίες του ελληνικού λαού στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η αφήγηση του Οδυσσέα Ελύτη τα λέει όλα: «Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Για το πώς εκτίμησαν οι Σύμμαχοί μας τις ανείπωτες θυσίες του ελληνικού λαού στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η αφήγηση του Οδυσσέα Ελύτη τα λέει όλα: «Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του ’48 με ’51. Ηταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί – πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος – δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα.

Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο.

Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ.

Ητανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια.

Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα.

Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών.

Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα.

Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλαιψε αιώνες για να υπάρξει.

Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη.

Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές.

Ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία.

Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία.

Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ” άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.

Ήτανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις.

Ητανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου – η πρώτη ήτανε στην Αλβανία – που έβγαινα από το ατόμό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου.

Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι.

Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα.

Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να “χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε.

Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Ελληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου...» Η Ελλάδα βρήκε καθημαγμένη από τον Πόλεμο και πετάχτηκε μετά από δικά μας λάθη, αλλά και σπρωγμένοι από τους συμμάχους μας, σ' έναν φρικτότερο Τριακονταετή Πόλεμο (ο χαρακτηρισμός του Αλέξανδρου Κοτζιά): Εμφύλιος, Κύπρος, Δικτατορία... 50 χρόνια Μεταπολίτευσης, παραισθητικού ευρωπαϊσμού και δάνειας ευμάρειας διέλυσαν και διαλύουν ό,τι απόμεινε.

Το μέγιστο βάρος της ευθύνης πέφτει κι εδώ πάνω μας και πάνω στην ηγεσία μας, όμως και πάλι οι εταίροι μας συνέβαλαν γενναία.

Άγγλοι και Σοβιετικοί είναι συνυπαίτιοι για τον Εμφύλιο, η στάση των Άγγλων στο Κυπριακό είναι γνωστή όπως και η αμερικανική υποστήριξη στη δικτατορία και οι εξευτελισμοί που μας επεφύλαξαν οι Ευρωπαίοι στην πικρή περιπέτεια της χρεοκοπίας μας, από την οποία ποτέ δεν συνήλθαμε. "Χαμένες νίκες" τιτλοφόρησε ο στρατάρχης Έριχ φον Μανστάιν τα περίφημα απομνημονεύματα που έγραψε για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Δυο λέξεις που θα μπορούσαν να επιγράψουν και ολόκληρη τη δική μας ιστορία από το 1940 έως σήμερα.

Ένα ακόμη παράθεμα, από διήγημα του Δημήτρη Σολδάτου δημοσιευμένο στο Νέο Πλανόδιον. «Η Αθήνα πεινούσε και πάγωνε.

Έξι βαθμούς υπό το μηδέν η θερμοκρασία.

Δύο εβδομάδες κράτησε το χιόνι. Στο Πεδίον του Άρεως έφτασε στο ένα μέτρο.

Ογδόντα χρόνια είχε να κάνει τέτοιο ψοφόκρυο στην Αττική. 700.000 άνθρωποι πέθαναν απ’ την πείνα και τα λοιμώδη νοσήματα τον χειμώνα του 1941-1942.

Οι νεκροί έφταναν καθημερινά τους τετρακόσιους.

Το δεύτερο εξάμηνο του 1941 οι γεννήσεις στην Αθήνα ήταν 5.400 και οι θάνατοι 20.300.

Πέθαναν 15.000 περισσότεροι άνθρωποι απ’ όσους γεννήθηκαν.

Το πρώτο εξάμηνο του 1942 η διαφορά εκτινάχθηκε στους 22.500 περισσότερους νεκρούς.

Οι θάνατοι δεν αναφέρονταν σκοπίμως επίσημα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν τα κουπόνια σίτισης των αποθανόντων απ’ τους συγγενείς τους.

Δημοσιεύονταν στις εφημερίδες οι συνταγές της πείνας: "Σέσκουλα πουρέ, χορτόσουπα με χθεσινά αποφάγια, κρεμμυδόσουπα, λαχανόσουπα, σούπα με ελιές, βλιτοκεφτέδες, ζελέ από χόρτα, πλιγουροκεφτέδες, λάχανο με κάστανα, μελιτζάνες με πουρέ πατάτας, κολοκύθια με βλίτα στον φούρνο, κολοκύθια γεμιστά με τραχανά και πατατοτηγανίτες". Η περαιτέρω ευρηματικότητα των συνδυασμών επαφίονταν στην οξύνοια του ατόμου που λιμοκτονούσε. Ο Σουηδός διπλωμάτης και μέλος του Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα από το 1942, Πολ Μον, γράφει: "Η πόλη παρουσίαζε θέαμα απελπιστικό.

Άντρες πεινασμένοι, με τα μάγουλα ρουφηγμένα, σέρνονταν στους δρόμους.

Παιδιά, με όψη σταχτιά και γάμπες λιγνές σαν πόδια αράχνης, μάχονταν με τα σκυλιά γύρω στους σωρούς των σκουπιδιών.

Όταν το φθινόπωρο του 1941 άρχισε το κρύο, οι άνθρωποι έπεφταν στους δρόμους από εξάντληση.

Τους μήνες εκείνου του χειμώνα σκόνταφτε κανείς κάθε πρωί πάνω σε πτώματα.

Σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας οργανώθηκαν νεκροφυλάκεια.

Τα καμιόνια της δημαρχίας έκαναν κάθε μέρα τον γύρο τους για να μαζεύουν τους πεθαμένους.

Στα νεκροταφεία τους σώριαζαν τον έναν πάνω στον άλλον. Ο σεβασμός για τους νεκρούς, τόσο βαθιά ριζωμένος στους Έλληνες, είχε στομωθεί".» Βλ. εδώ: https://neoplanodion.gr/2025/10/28/peina/

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences