Δεκατριών χρόνων στο Βαθύ της Σίφνου πριν πολλά χρόνια, τότε που το μέρος αυτό ήταν ακόμα απάτητο από την επέλαση των τουριστών μια και δεν είχε δρόμο να πας.Μόνο δια θαλάσσης κάποιες λάτζες η ένα...
Δεκατριών χρόνων στο Βαθύ της Σίφνου πριν πολλά χρόνια, τότε που το μέρος αυτό ήταν ακόμα απάτητο από την επέλαση των τουριστών μια και δεν είχε δρόμο να πας.Μόνο δια θαλάσσης κάποιες λάτζες η ένα μικρό πλοιάριο που ερχόταν το πρωί έφερνε κάποιους τουριστες Έλληνες και μη, για να απολαύσουν την Unspoiled beach όπως την διαφίμηζαν την αμμουδερή παραλία που δεν είχε σπίτια παρά μόνο ένα η δύο τσικαλάδικα και το μοναστηράκι, και επέστρεφαν στις 6 το απόγευμα για να τους πάρουν πίσω στο λιμάνι.
Ωραία χρόνια που συνέπεσαν με την άγουρη εφηβεία μου σε ένα τόπο σχεδόν αφιλόξενο αλλά τόσο μοναδικό! Οι λιγοστοί που έμεναν η ξέμεναν εκεί ήταν όσοι είχαν δικό τους σπίτι ελάχιστοι,η είχαν προλάβει να νοικιάσουν τα "κελιά" του μικρού Μοναστηριού των Ταξιαρχών,που δέσποζε στην άκρη του κόλπου και κυριολεχτικά ήταν σαν να επέπλεε στην θάλασσα.
Τα "κελιά" ήταν λιτά με δυό τρια η τέσσερα μικρά κρεββατάκια χωρίς καν μπάνιο μέσα . Το μπάνιο ήταν κοινό και έξω...και φυσικά δεν είχε ηλεκρικό μόνο λάμπες πετρελαίου που το βράδυ σιγόκαιγαν και έκαναν παρέα στα χιλιάδες αστέρια που σκέπαζαν τον ουρανό.
Υπέροχα χρόνια και καλοκαίρια, αξέχαστα ...θυμάμαι τους έρωτες που έβλεπα γύρω μου να σιγοψήνονται στον καυτό ήλιο του μεσημεριού, τα κοιτάγματα των νέων, τα τραγούδια με τις κιθάρες όταν άρχιζε να σουρουπώνει και το γλέντι που καλά κρατούσε μέχρι και τις πρώτες πρωινές ώρες με λίγους αλλά ψαγμένους επισκέπτες και ντόπιους που δειλά δειλά πλαισίωναν τις αυτοσχέδιες παρέες.
Ημουν τυχερή , γιατί η γιαγιά και ο παππούς νοίκιαζαν κάθε καλοκαίρι ένα κελί , παρ όλο που υπήρχε σπίτι στο χωριό, για να παραθερίσουν, αφού το να πας και ναρθεις δεν ήταν και τοσο εύκολο.
Ετσι κολλάγαμε και εμείς τα εγγόνια...εγώ άργησα λίγο να πάω μια και μέχρι τα 11 μου χρόνια δεν μ αφηνε η μάνα μου μόνη με την γιαγιά και τον παππού αφού είχαν σειρά τ αγόρια και έπειτα η αδελφή μου που ήταν μεγαλύτεροι..ετσι όταν πρωτοπήγα με την μάννα μου παρέα φτάνοντας βράδυ , τρόμαξα από το πνιχτό σκοτάδι και άρχισα να γκρινιάζω ότι θέλω να φύγω οπωσδήποτε την άλλη μέρα. "Κοιμήσου τώρα και όταν ξημερώσει βλέπουμε, είπε για να ηρεμήσω...κοιμήθηκα τόσο γλυκά που το πρωί ο παιχνιδιάρης ήλιος έστειλε μια αχτίδα του να μου χαιδέψει το μάγουλο και ξύπνησα.
Κοίταξα έξω από το μικρό παραθυράκι του κελιού και είδα για πρώτη φορά στο υπέρλαμπρο φώς του Αιγαίου , την τεράστια στα μάτια μου παραλία να χρυσίζει και να λαμποκοπά.
Σηκώθηκα και βγήκα έξω...περπατησα μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι και ξαναγύρισα πίσω φωνάζοντας και ξυπνώντας την μάννα μου..."δεν φεύγω εδώ θέλω να μείνω για πάντα"της είπα και διαπίστωσα πως είναι να σε μαγεύει ένας τόπος και να τον ερωτεύεσαι.
Από τότε πάω σχεδόν κάθε καλοκαίρι μόνο που δεν είναι πια το ίδιο.
Θλίβομαι όχι για την εξέλιξη που ούτως η άλλως θα ερχόταν , αλλά για την κακοποίηση αυτού του τόπου που τόσο αγάπησα.
Ολα αλλοιώθηκαν...οι μνήμες μου όμως παραμένουν αναλλοίωτες.
Εδώ στην φωτό, με την ανηψιά του παππού μου Μαρία Ναδάλη και τον άνδρα της τον Μίμη.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους