Η συναισθηματική κακοποίηση δεν αφήνει πάντα εμφανή σημάδια. Δεν φαίνεται όπως μια σωματική πληγή, κι όμως μπορεί να διαλύσει αργά και βαθιά την αυτοεκτίμηση, την ασφάλεια και την αίσθηση ταυτότητας...
Η συναισθηματική κακοποίηση δεν αφήνει πάντα εμφανή σημάδια. Δεν φαίνεται όπως μια σωματική πληγή, κι όμως μπορεί να διαλύσει αργά και βαθιά την αυτοεκτίμηση, την ασφάλεια και την αίσθηση ταυτότητας ενός ανθρώπου.
Συχνά ξεκινά τόσο διακριτικά, ώστε εκείνος/η που τη βιώνει δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τι πραγματικά συμβαίνει.
Δεν μοιάζει πάντα με φωνές ή ανοιχτή επιθετικότητα.
Μπορεί να εμφανίζεται μέσα από αμφισβήτηση, έλεγχο, ειρωνεία, σιωπή, ενοχές, υποτίμηση ή συνεχή ακύρωση των συναισθημάτων.
Πολλοί άνθρωποι που το βιώνουν αρχίζουν σταδιακά να αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους.
Αναρωτιούνται αν όντως είναι «υπερβολικοί», «πολύ ευαίσθητοι», «δύσκολοι», «απαιτητικοί» ή «παράλογοι». Αυτή είναι μία από τις πιο ύπουλες μορφές ψυχολογικής βίας: όταν κάποιος καταφέρνει να σας κάνει να αμφισβητείτε τη δική σας πραγματικότητα μέσα στις σχέσεις σας.
Όταν ένας άνθρωπος απορρίπτει συνεχώς τα συναισθήματά σας, όταν σας λέει πώς «θα έπρεπε» να νιώθετε αντί να σας ακούει, όταν σας αναγκάζει να απολογείστε ξανά και ξανά για όσα αισθάνεστε, τότε δεν υπάρχει συναισθηματική ασφάλεια στη σχέση.
Υπάρχει έλεγχος.
Υπάρχει ακύρωση.
Υπάρχει ψυχική φθορά.
Μερικές φορές η κακοποίηση δεν ακούγεται σαν απειλή.
Ακούγεται σαν φράσεις που σιγά σιγά σας κάνουν να αμφιβάλλετε για τον εαυτό σας: «Υπερβάλλεις.» «Το παίρνεις πολύ προσωπικά.» «Είσαι πολύ ευαίσθητος/η.» «Τρελαίνεσαι χωρίς λόγο.» «Πάλι δράμα κάνεις.» «Δεν έγιναν έτσι τα πράγματα.» «Όλοι οι άλλοι με καταλαβαίνουν, μόνο εσύ όχι.» Με τον καιρό, αυτές οι φράσεις δεν πληγώνουν μόνο τη στιγμή που ακούγονται.
Μπαίνουν μέσα στον άνθρωπο.
Γίνονται εσωτερική φωνή.
Και τότε αρχίζει να μειώνει τον εαυτό του μόνος του, να απολογείται για την ύπαρξή του, να φοβάται να εκφράσει ανάγκες, επιθυμίες ή διαφωνίες μέσα στις σχέσεις του.
Ένας άνθρωπος που βιώνει συναισθηματική κακοποίηση συχνά νιώθει ότι πρέπει να περπατά διαρκώς «στις μύτες των ποδιών» για να μη θυμώσει ο άλλος.
Προσπαθεί να προβλέψει αντιδράσεις, να αποφύγει συγκρούσεις, να γίνει «αρκετός»: πιο ήσυχος, πιο βολικός, πιο ανεκτικός.
Κι όμως, τίποτα δεν φαίνεται αρκετό.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι η αξία του ανθρώπου που κακοποιείται.
Το πρόβλημα είναι η ανάγκη ελέγχου εκείνου που κακοποιεί.
Η συνεχής απόρριψη των συναισθημάτων και των αναγκών ενός ανθρώπου δημιουργεί βαθιά μοναξιά.
Αρχίζει να πιστεύει ότι ίσως όντως ζητά πολλά.
Ότι ίσως είναι δύσκολο να αγαπηθεί.
Ότι ίσως δεν αξίζει περισσότερη τρυφερότητα, σεβασμό ή κατανόηση.
Κι αυτή είναι μία από τις πιο επικίνδυνες συνέπειες της ψυχολογικής κακοποίησης: δεν πληγώνει μόνο τη σχέση με τον άλλον.
Πληγώνει τη σχέση του ανθρώπου με τον ίδιο του τον εαυτό και επηρεάζει βαθιά τον τρόπο που σχετίζεται μέσα στις σχέσεις του.
Η αλήθεια όμως είναι άλλη.
Δεν είναι υπερβολή να ζητάτε σεβασμό.
Δεν είναι αδυναμία να έχετε συναισθήματα.
Δεν είναι εγωισμός να έχετε ανάγκες.
Δεν είναι παράλογο να θέλετε ασφάλεια, ηρεμία και τρυφερότητα μέσα στις σχέσεις σας.
Οι υγιείς σχέσεις δεν βασίζονται στον φόβο, στην ενοχή και στη σύγχυση.
Δεν σας κάνουν να νιώθετε μικροί, ανεπαρκείς ή διαρκώς υπόλογοι.
Δεν σας αναγκάζουν να αποδείξετε ότι αξίζετε αγάπη.
Η συναισθηματική κακοποίηση δεν αφορά μόνο αυτό που λέγεται.
Αφορά και αυτό που αφήνει πίσω της μέσα σας.
Αν μετά από κάθε επαφή νιώθετε εξαντλημένοι, μπερδεμένοι, γεμάτοι ενοχές ή ανάξιοι, είναι σημαντικό να σταματήσετε και να αναρωτηθείτε: «Τι μου συμβαίνει μέσα σε αυτή τη σχέση;» Γιατί καμία μορφή αγάπης δεν θα έπρεπε να σας κάνει να χάνετε τον εαυτό σας για να μπορέσετε να τη διατηρήσετε. Αγγελική Μπολουδάκη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους