[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το Χωριό που Ξέχασε να Ανασαίνει Τρεις ώρες μέσα στο ΚΤΕΛ που μύριζε πλαστικό και λαδιλα. Προορισμός: Καλόβρυση. Όχι πια χωριό. Καρικατούρα. Είχε φύγει στα δεκαοχτώ του, με το απολυτήριο στην τσέπη...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το Χωριό που Ξέχασε να Ανασαίνει Τρεις ώρες μέσα στο ΚΤΕΛ που μύριζε πλαστικό και λαδιλα. Προορισμός: Καλόβρυση.

Όχι πια χωριό. Καρικατούρα.

Είχε φύγει στα δεκαοχτώ του, με το απολυτήριο στην τσέπη και την οργή στο στήθος. «Θα γυρίσω μόνο για κηδεία», είχε πει.

Και γύρισε.

Για τη μάνα.

Όλα είχαν αλλάξει.

Οι επιδοτήσεις ξερίζωσαν τις ελιές και φύτεψαν τσιμέντο.

Εκεί που άπλωναν τα λιόπανα, τώρα πάρκινγκ με τζιπ.

Γυαλιστερά, μαύρα, σαν σκαθάρια.

Και μέσα τους, άνθρωποι σκαμμένοι.

Παλιοί αγρότες με χοντρά ρολόγια και άδεια μάτια.

Το σχολείο του, το διτάξιο με τη σπασμένη βρύση, το γκρέμισαν.

Στη θέση του, ένα γυάλινο πολυιατρείο.

Κλειστό. «Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Ανάπτυξης» έγραφε η ταμπέλα.

Δίπλα, το παλιό του σχολείο, φάντασμα.

Ακόμα έβλεπε τα ονόματά τους χαραγμένα στα θρανία: «Λευτέρης + Μαρία 1987». Το καφενείο του μπαρμπα-Μηνά έγινε «Espresso Corner». Πούλαγε freddo και είχε κωδικό στο wi-fi. Λίγο πιο κάτω, στη βρύση της Πλατείας όπου η μάνα ξέπλενε τα γόνατά του από τις πέτρες, άνοιξε «Frozen Yogurt Bar». Ο Θεός να το κάνει.

Οι πλαστικές καρέκλες του πεζόδρομου έγιναν κάμερες.

Κόκκινα λαμπάκια αναβόσβηναν. «Για την ασφάλεια», είπαν.

Από ποιον; Από τους ίδιους τους.

Στο ελατόδασος του Προφήτη Ηλία.

Να μιλήσει με ανθρώπους, όχι με επιδοτήσεις.

Να αντέξει ακόμα και τις ξύλινες ερωτήσεις των θείων: «Πότε θα παντρευτείς; Πόσα βγάζεις;» Ήθελε μόνο να θυμηθεί.

Τη μάνα στο περιβόλι, με το μαντήλι να μυρίζει δυόσμο.

Το ψωμί στον ξυλόφουρνο, με την κόρα να καίει τα δάχτυλα.

Τη μυρωδιά του καπνού που λιάζονταν στην αυλή, πικρή και γλυκιά μαζί.

Ήθελε να ξεφύγει.

Από την Αθήνα.

Από το νέφος, τα δακρυγόνα, τα Μαλόξ στο συρτάρι.

Από την ανεργία που είχε γίνει συγκάτοικος.

Από τη θλίψη που είχε ριζώσει στα μάτια του.

Να νιώσει.

Ο πατέρας ήταν από εκείνους τους πατεράδες που σε πετούσαν ψηλά.

Και ήσουν σίγουρος πως δεν θα κατέβεις ποτέ.

Δεν θα σε αφήσει.

Κάθε φορά που τον έβλεπε, μια απογείωση μέσα του.

Ένα ταξίδι.

Βουνό ο πατέρας. Λιγομίλητος.

Μα όταν μιλούσε, η γη σωπαίνε. «Σκύψε το κεφάλι στη δουλειά, όχι στον άνθρωπο», του έλεγε.

Μια βόλτα στο δάσος.

Λίγο τσίπουρο.

Δυο κουβέντες.

Πεζοπορία μέχρι το κύμα. Έφτανε.

Ανάσαινε η ψυχή και η μάνα στο περβόλι. πάντα με το μαντήλι με τα χέρια στο χώμα. «Η γη θέλει χάδι, γιε μου.

Όχι μπουλντόζα». Όλα άλλαξαν.

Όχι όμως οι αναμνήσεις.

Ούτε αυτός.

Μόνο που του έλειπε το χωριό του.

Το αληθινό.

Όχι αυτό το ψεύτικο που φόρεσε φωτάκια και νόμισε πως έγινε πόλη.

Ούτε εδώ θα έβρισκε καταφύγιο.

Θα γύριζε.

Θα γύριζε στην Αθήνα να πολεμήσει.

Για τα ιδανικά του.

Για τα όνειρά του.

Για το χωριό που έσβηνε από τον χάρτη, βουλιάζοντας στην ψευδαίσθηση πως προοδεύει.

Θα γύριζε πάντα στο παιδί με τα ματωμένα γόνατα.

Στο σχολείο με τα σπασμένα τζάμια από τις πετροπόλεμες.

Στα πετάγματα του πατέρα στον αέρα.

Στην αγκαλιά της μάνας που μύριζε χώμα και ψωμί.

Στα τραγούδια της γειτονιάς, κάτω από τον πλάτανο.

Θα γύριζε την πλάτη στην απανθρωπιά.

Στη γλίτσα της «ανάπτυξης». Στα τζιπ που πάτησαν τα λιόφυτα.

Θα γύριζε στον εαυτό του.

Γιατί το χωριό δεν είναι τα σπίτια.

Είναι οι άνθρωποι.

Κι όταν οι άνθρωποι ξεχνούν να ανασαίνουν, το χωριό πεθαίνει.

Ακόμα κι αν έχει wi-fi. Κι αυτός, ο Λευτέρης, θα ανασαίνει για όλους.

Με ένα τσίπουρο.

Μια βόλτα στο δάσος. Και τη μνήμη του πατέρα να τον πετάει ακόμα ψηλά. Σίγουρος πως δεν θα πέσει ποτέ.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences