Την μοίρα μου, την είδα από την στιγμή που γεννήθηκα. Δεν μου χαμογέλασε ποτέ. Δεν είχε για μένα μια γωνιά ζεστή να ακουμπήσω και μια αγκαλιά να μπω να στάξει το δάκρυ μου. Δεν έχω να θυμάμαι κάτι...
Την μοίρα μου, την είδα από την στιγμή που γεννήθηκα. Δεν μου χαμογέλασε ποτέ.
Δεν είχε για μένα μια γωνιά ζεστή να ακουμπήσω και μια αγκαλιά να μπω να στάξει το δάκρυ μου.
Δεν έχω να θυμάμαι κάτι που θα μου δίνει χαρά.
Την μάνα μου δεν την γνώρισα.
Το πρόσωπο που ήταν σκυμμένο πάνω μου, ήταν της γιαγιάς μου.
Της μάνας μου, η μάνα.
Από τον πατέρα η γιαγιά ανύπαρκτη.
Αυτή απούσα ήταν κι από την ζωή των παιδιών της.
Στων εγγονών της θα ήταν; Πριν χηρέψει τον είχε έτοιμο.. Κι όταν τον φέρανε σκοτωμένο από τους Τούρκους, ένα δάκρυ δεν έχυσε, έτσι για τα μάτια του κόσμου.
Το πρόσωπο της γιαγιάς μου σκυμμένο πάνω μου, όλο νοιάξιμο και αγάπη.
Από την μόνη που πήρα αγάπη, αλλά την έχασα νωρίς.
Με πήρε ο πατέρας μαζί του ξανά.
Είχα ποδαρώσει.
Έκανα τα πρώτα μου βηματάκια χωρίς να με κρατάει κανείς.
Έτσι μεγάλωσα κοντά του, και με τα αδέρφια μου.
Μόνη μου.
Χωρίς χάδι.
Κανένας δεν το είχε.
Ο πατέρας να δουλεύει όλη μέρα και' μεις να σεργιανάμε στα σοκάκια, ξυπόλητα, νηστικά και λερωμένα.
Καμιά φορά, μας έδινε η γειτόνισσα ό,τι περίσσευε από τα πιάτα τους.
Το τρώγαμε και νομίζαμε πως ήταν το νοστιμότερο φαγητό.
Κάποιος είπε της γιαγιάς που ζούσε, πως σ' έχουν ανάγκη τα παιδιά του γιου σου.
Μεγαλώνω άλλα εγγόνια είπε δεν μπορώ, και κείνο που μας έστειλε ήταν δυο τρία ξινόροδα.
Άλλη χειρονομία της, δεν θυμάμαι.
Όταν τα τρώγαμε με τα αδέρφια μου, αλληθωρίζαμε και μας έφευγε το τσιαγούλι δεξιά κι αριστερά.
Μα το στομάχι γέμιζε κι ας ήταν τραπέτσι.
Τέσσερα ήμασταν.
Ο αδερφός μας ήταν ο μεγάλος.
Από κοντά του, ο άλλος και' μεις οι μικρότερες.
Εγώ η τελευταία ήμουν.
Δεν είχε σαραντίσει η μάνα μου και πέθανε.
Η μαμή δεν την καθάρισε καλά λέγανε και μολύνθηκε.
Φώναζε εκείνη πως όλα τα έκανε σωστά.
Καμιά γυναίκα δεν της πέθανε μετά την γέννα. Καμιά.
Πως έγινε κι η δική μου η μάνα πέθανε, το ξέρει μόνο ο θεός κι η μοίρα μας που δεν είχε για μας ένα αποκούμπι.
Ο πατέρας μας δεν θέλησε να παντρευτεί ξανά.
Χήρες υπήρχαν και συχνός επισκέπτης ήταν.
Πότε στην μια, πότε στην άλλη.
Καμιά δεν άφηνε παραπονεμένη.
Και καμιά φορά μας έφερνε από κείνες και κάνα κομμάτι ζυμαρόπιτα.
Όσο είμασταν μικρά νομίζαμε πως το έδινε η γειτόνισσα.
Άμα μεγαλώσαμε καταλάβαμε πως ήταν από κείνες.
Αν ο πατέρας είχε καιρό να πάει μαζί τους, ερχότανε αυτές στο σπίτι και μας συγύριζαν, μας μαγείρευαν, για να του δείξουν πως μας νοιάζονταν.
Κρυφά πήγαινε, μην τον δουν οι άλλες.
Τρεις είχε.
Κάποια στιγμή αποφάσισε να κρατήσει μόνο την μία, κι όταν οι άλλες το' μαθαν την ξεμάλλιασαν.
Δεν τις ένοιαζε που τις είχε και τις τρεις.
Αυτές θέλανε να μην τον στερηθούν.
Είχε πέραση ο πατέρας.
Ήταν λεβέντης.
Έτσι μεγαλώσαμε.
Με την γειτόνισσα, με τις χήρες του, και με ό,τι μπορούσε ο μεγάλος μας αδερφός να κάνει.
Δεν την παντρεύτηκε ποτέ.
Μου φτάνουν έλεγε τα ορφανά μου.
Δεν θέλω κι άλλα.
Την βοηθούσε όμως για τα παιδιά της.
Δύο είχε.
Της πήγαινε από το μποστάνι ό,τι έβγαζε και μας, τα κηπευτικά δεν μας λείψανε ποτέ.
Χάδι όμως δεν φύτρωνε πανάθεμά το. Βγάλαμε το δημοτικό όπως όπως... Ο δάσκαλος μας πέρναγε στην άλλη τάξη, να το τελειώσουμε.
Έκανε τα στραβά μάτια που δεν ξέραμε να διαβάσουμε και να γράφουμε καλά.
Ό,τι μάθαμε, το μάθαμε από την παράδοση του δασκάλου.
Άμα πηγαίναμε στο σπίτι πετούσαμε την σάκα και την παίρναμε την επομένη, αν πηγαίναμε σχολείο.
Μας μάλωνε, αλλά στα ψέματα.
Από το χωριό μας ήταν και μας λυπόταν.
Ό μεγάλος μας όταν όλοι το τελειώσαμε κείνο το σχολειό, έφυγε.
Που πήγε δεν μας είπε.
Δεν ήξερε κι αυτός που θα πήγαινε.
Μετά από ένα χρόνο μάθαμε νέα του.
Μας έστειλε ένα γράμμα.
Είμαι καλά μας έγραφε.
Δουλεύω, τρώω, και δεν πεινάω.
Να' ρθω και' γω του είπε ο δεύτερος.
Να δουλεύω και να τρώω.
Δεν του απάντησε.
Τον πατέρα, τον τσίμπησε ένα φίδι στα μποστάνια και πέθανε.
Η χήρα έκλαψε με μαύρο δάκρυ.
Και τα παιδιά της κλαίγανε.
Εμείς δεν κλάψαμε.
Το χάδι του θα το άφηνε φαίνεται στα ορφανά της χήρας.
Αλλιώς γιατί να κλαίνε.
Για τα κηπευτικά; Και 'μεις είχαμε από δαύτα, αλλά δεν μας έκαναν να κλάψουμε.
Η χήρα του' δινε χαρές που εμείς δεν του δίναμε.
Και κει, ακούμπαγε κι αυτός τα χάδια του.
Ένα σταυρό του βάλαμε στο μνήμα, με τ' όνομά του γραμμένο λάθος, κι η χήρα, του φύτεψε λουλούδια γύρω γύρω.
Έφυγε κι ο δεύτερος.
Για που; Ούτε και κείνος ήξερε.
Απλά έφυγε.
Αυτός ούτε γράμμα δεν μας έστειλε.
Κάποια μέρα ήρθε ο μεγάλος.
Είχαμε να τον δούμε πέντε έξι χρόνια.
Ρώτησε που είναι ο πατέρας; Πέθανε του είπαμε.
Πήγε στον τάφο, κι έγραψε το όνομα σωστά.
Έφερε μαζί του κι ένα φίλο.
Του άρεσε η αδερφή μας, και φύγανε όλοι μαζί.
Έλα και συ μου είπανε.
Δεν πήγα.
Δεν μ' άρεσε το βλέμμα του φίλου του.
Αδερφή, μην πας της είπα.
Εκείνη δεν με άκουσε όμως.
Να ξεφύγει ήθελε και κείνη από την δυστυχία της.
Δεν είχα νέα της.
Μου τα έφερε ο δεύτερος σαν ήρθε έπειτα από τρία χρόνια.
Την αντάμωσε μου είπε σε ένα στενό.
Στο κλαρί την είχε βγάλει ο φίλος του αδερφού μας.
Μαλώσανε οι δυο τους σαν του είπε, πως πρέπει να την πάρεις την αδερφή μου.
Τι την έχεις ξεστεφάνωτη; Εκείνος αρνήθηκε.
Πιαστήκανε στα χέρια και χάλασε η φιλία τους.
Η αδερφή μας δεν τον άφησε, κι ας της είπε ο μεγάλος να την πάρει μαζί του.
Ούτε μαζί μου ήθελε να έρθει.
Γι' αυτό γύρισα.
Να πάμε να την βρεις, να την μαζέψεις. Πήγαμε.
Ήθελε να σταματήσει αυτό που έκανε, και την βρήκαμε μαχαιρωμένη κι ετοιμοθάνατη.
Την πήγαμε στο νοσοκομείο με τον δεύτερο και έγινε καλά.
Στο τσακ την προλάβατε μας είπαν οι γιατροί.
Την πήρα κοντά μου στο χωριό, σακατεμένη.
Μην μας ξεχάσεις είπα στον αδερφό μου.
Όχι είπε.
Που και που μας έστελνε κάνα φράγκο.
Ας είναι καλά! Ο μεγάλος έμαθε για την αδερφή μας.
Βρήκε τον φίλο του, και τον σκότωσε.
Δικάστηκε ισόβια.
Πέθανε στην φυλακή.
Είχε αφήσει παραγγελιά, να τον βάλουμε δίπλα από την μάνα.
Να απλώνει το χέρι της να το χαϊδεύει.
Ο δεύτερος παντρεύτηκε.
Έκανε οικογένεια.
Δεν μας ξέχασε, αλλά εκείνα τα φράγκα, δεν τα ξανάδαμε.
Τι να σου κάνει κι αυτός.
Η χήρα του πατέρα, μας στάθηκε.
Ήταν η μόνη που είχαμε να πούμε δυο κουβέντες.
Κι η γειτόνισσα.
Κι αυτή μας βρέθηκε στην ανάγκη μας.
Τα παιδιά της χήρας πήγαν καλά στην ζωή τους.
Είχανε την μάνα βλέπεις.. Από μάνα ορφανεύουν τα παιδιά.
Όχι από πατέρα.
Και' μεις την μοίρα μας την είδαμε, από τότε που χάσαμε την δική μας.
Η αδερφή μου, δεν έζησε πολύ.
Σε πέντε χρόνια έφυγε.
Τα παιδιά της χήρας της φτιάξανε όμορφο τάφο.
Δίπλα δίπλα ήταν όλοι.
Κι οι τέσσερις μαζί.
Μάνα, πατέρας, αδερφός, κι αδερφή.
Ο ένας από την μια, κι ο άλλος από την άλλη μεριά στο μνήμα της.
Να έχει τα χέρια της απλωμένα πάνω τους.
Να τα χαϊδεύει.
Να τους δίνει ό,τι στερηθήκανε.
Έμεινα μόνη μου.
Έλα μου είπε ο αδερφός μου.
Έλα κοντά μας.
Δεν πήγα.
Βάρος δεν ήθελα να είμαι.
Η ζωή μου, ήταν εδώ.
Στον τόπο μου.
Στο σπίτι που σεργιάναγα, ξυπόλητη και νηστικιά.
Στο σπίτι που μαζευόμασταν όλα μαζί σε μια γωνιά τον χειμώνα, να ζεσταθούμε με τα χνώτα μας.
Εκεί μας έβρισκε ο πατέρας αγκαλιασμένα μες το κρύο.
Μας πέταγε μια κουβέρτα πάνω μας, και τράβαγε για την χήρα.
Ένα ξύλο στην φωτιά που είχε σβήσει δεν έριχνε.
Ξυπνούσαμε το πρωί κοκαλιασμένα και φεύγαμε για το σχολείο νηστικά, και τσιμπλιασμένα.
Έλα μου λέγανε και τα ανίψια μου μαζί με την νύφη μου.
Ούτε και τότε πήγα.
Έχω τα μνήματα έλεγα.
Που να τα αφήσω; Ψέματα.
Τα δικά μου πεθαμένα δεν μπορούσα να κουβαλάω.
Εκείνα που δεν ζήσανε ποτέ, και με κρατούσανε και μένα δεμένη μαζί τους.
Όλα εκείνα που πόθησα, τα είχα κρυμμένα στις γωνιές του σπιτιού.
Δεν με αφήνανε να φύγω.
Βγαίνανε ένα ένα και μου κάνανε συντροφιά.
Κι οι παιδικές μας οι φωνές κουλουριαζότανε τα βράδια κοντά μου.
Πότε ο μεγάλος φώναζε, πότε ο δεύτερος γελούσε, και πότε η αδερφή μου έκλαιγε πεινασμένη.
Που να πας; Τα αφήνεις ετούτα; Που και που, ερχόταν και κείνα τα ξινόροδα στο νου μου. Αλληθώριζα.
Σαν το βλέμμα του θεού αλλήθωρο κι αυτό.
Δεν μπόρεσε να μας κοιτάξει ποτέ.
Αλλού το έστρεφε.
Και στράβωναν τα τσιαγούλια μου.
Σαν την ζωή μου κι αυτά.
Ολόστραβη, κι ορφανεμένη απ' όλα.
Που να πας; Όλα σε κρατάνε εκεί.
Προσπάθησα να φύγω και' γω νεότερη.
Αλλά είχαν μια δύναμη τα πονεμένα μου, που με τράβαγαν πίσω.
Λες κι ήθελαν να ζήσω κοντά τους χαρές να χαμογελάσουν κι αυτά.
Χαρές, που ούτε ήρθαν, μα ούτε και μπόρεσα να φτιάξω με τόσους θανάτους.
Κάποιες πλευρές της ψυχής μου, δεν μπόρεσα να τις ταΐσω. Νηστικές κι αυτές. Δεν περίσσεψε ζωή για δαύτες. Ελευθερία Λάππα
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους