[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Αίγινα, 1950 Δύο άντρες στο καΐκι. Ο Μανώλης στο τιμόνι, ο Στέλιος όρθιος στην πλώρη. Το πανί άσπρο, τεντωμένο, έκοβε τον αγέρα του μεσημεριού. Μύριζε πίσσα, ιδρώτας και τα δίχτυα που στέγνωναν από...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Αίγινα, 1950 Δύο άντρες στο καΐκι. Ο Μανώλης στο τιμόνι, ο Στέλιος όρθιος στην πλώρη.

Το πανί άσπρο, τεντωμένο, έκοβε τον αγέρα του μεσημεριού.

Μύριζε πίσσα, ιδρώτας και τα δίχτυα που στέγνωναν από την αυγή.

Είχαν φύγει πριν χαράξει.

Ο πόλεμος είχε τελειώσει πέντε χρόνια, μα στην Αίγινα η πείνα κρατούσε ακόμα.

Τα φιστίκια δεν έφταναν.

Η θάλασσα έπρεπε να δώσει ψωμί. «Δεν τραβάει», είπε ο Στέλιος.

Τα χέρια του ήταν γεμάτα σχισμές από τα σκοινιά.

Δεκαεννιά χρονών, μα τα μάτια του ήταν σαραντάρη.

Ο αδερφός του δεν γύρισε από τη Μακρόνησο.

Κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτό.

Στο νησί, τις πληγές τις σκέπαζαν με ασβέστη, όπως τους τοίχους. Ο Μανώλης έφτυσε στο νερό.

Σαράντα χρόνια ψαράς, ήξερε πότε η θάλασσα λέει ψέματα. «Θα τραβήξει.

Η θάλασσα χρωστάει». Στα δίχτυα δεν ανέβηκαν ψάρια εκείνη τη μέρα.

Ανέβηκε ένα καραβάκι από ξύλο. Παιδικό.

Σκαλισμένο με πρόχειρο σουγιά.

Στο πλάι, με καμένα γράμματα: ΓΙΩΡΓΗΣ. Ο Στέλιος πάγωσε.

Το δικό του καραβάκι.

Του το είχε φτιάξει ο Μανώλης πριν τον πόλεμο, όταν ακόμα πήγαινε σχολείο.

Το είχε χαρίσει στον μικρό του αδερφό, τον Γιώργη, να το έχει φυλαχτό. «Πού το βρήκες;» Η φωνή του βραχνή. «Η θάλασσα το έφερε», είπε ο Μανώλης. «Η θάλασσα δεν κρατάει τίποτα για πάντα». Δεν είπαν τίποτα άλλο.

Γύρισαν το τιμόνι κατά τον Άγιο Νικόλαο τον Θαλασσινό.

Το άσπρο πανί φούσκωσε.

Πίσω τους, η Μονή χανόταν στον ορίζοντα.

Μπροστά τους, η εκκλησία ολόλευκη, σαν σημάδι.

Έδεσαν σιωπηλοί. Ο Στέλιος κατέβηκε πρώτος.

Κρατούσε το καραβάκι σφιχτά, λες και φοβόταν μην του το πάρει ο αγέρας.

Στο παγκάκι του μώλου καθόταν ο παλιός φαροφύλακας, ο κυρ-Ανέστης.

Τους κοίταξε. «Είδατε φέτος πολλούς να γυρίζουν;» ρώτησε. «Όχι», είπε ο Μανώλης. «Ούτε θα δείτε», μουρμούρισε ο γέρος. «Όσοι έφυγαν με τη νύχτα, δεν γυρίζουν με τη μέρα». Ο Στέλιος άφησε το ξύλινο καραβάκι στο πεζούλι της εκκλησίας.

Δίπλα στα τάματα. «Για να ξέρει», είπε.

Την άλλη μέρα ξαναβγήκαν και την παράλλη γιατί στο νησί, οι άντρες δεν έχουν την πολυτέλεια να περιμένουν.

Έχουν μόνο άσπρο πανί, να τους βλέπει η θάλασσα και να θυμάται πως της χρωστάει.

Μερικές φορές, όταν έχει άπνοια, οι ψαράδες ορκίζονται πως βλέπουν δύο σιλουέτες όρθιες στο καΐκι.

Δεν ψαρεύουν.

Κοιτάζουν το πέλαγος.

Και το πανί τους είναι πάντα άσπρο. Λες και περιμένουν κάτι που η θάλασσα υποσχέθηκε να φέρει πίσω.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences