Κυριακή Πρωί στο Γουσουρούμ, 1965 Η Πόλη Κοιμάται, το Παζάρι Ξυπνάει Η Αθήνα την Κυριακή κοιμόταν μέχρι αργά. Τα μαγαζιά κλειστά, οι δρόμοι άδειοι, τα τρόλεϊ αραιά. Μόνο στο Μοναστηράκι, κάτω από τον...
Κυριακή Πρωί στο Γουσουρούμ, 1965 Η Πόλη Κοιμάται, το Παζάρι Ξυπνάει Η Αθήνα την Κυριακή κοιμόταν μέχρι αργά.
Τα μαγαζιά κλειστά, οι δρόμοι άδειοι, τα τρόλεϊ αραιά.
Μόνο στο Μοναστηράκι, κάτω από τον βράχο της Ακρόπολης, κάτι σάλευε από τα χαράματα.
Ο μπαρμπα-Μήτσος έφτανε πρώτος.
Με το τρίκυκλο γεμάτο καφάσια.
Μέσα είχε όλη του τη ζωή: ένα τηλέφωνο με μανιβέλα, τρία σιδερένια σίδερα, μια στοίβα δίσκους γραμμοφώνου του Αττίκ, μια κορνίζα χωρίς τζάμι.
Τα άπλωνε στο πεζοδρόμιο, πάνω σε μια παλιά κουβέρτα.
Δίπλα του, ο κυρ-Σπύρος έστηνε τα εργαλεία.
Σφυριά, τανάλιες, κλειδιά σκουριασμένα. «Ό,τι δεν πιάνει ο παπάς, το πιάνει ο Σπύρος», έλεγε και γελούσε μόνος του.
Η μυρωδιά ήταν από καμένο καφέ και σκόνη.
Από τα υπόγεια των σπιτιών που άδειαζαν, από τις ζωές που τελείωναν και γίνονταν πραμάτεια.
Στις εφτά και μισή κατέβαιναν οι πρώτοι.
Δεν ήταν τουρίστες.
Δεν υπήρχαν τουρίστες τότε στο Γουσουρούμ.
Ήταν οι ψαγμένοι.
Ο κύριος Πέτρος, ο συλλέκτης, με το ψαθάκι και το μεγεθυντικό φακό στην τσέπη.
Έψαχνε για γραμματόσημα του ’40, για επιστολές από το Μέτωπο.
Γονάτιζε στη σκόνη, έπιανε μια κάρτ ποστάλ κιτρινισμένη. «Πόσο το δίνεις αυτό, μπαρμπα-Μήτσο;» «Για σένα, μια δραχμή.
Να πάει σε καλά χέρια». Πιο πέρα, φοιτητές από τη Σχολή Καλών Τεχνών.
Με μακριά μαλλιά και ξεθωριασμένα τζιν.
Έψαχναν για παλιές αφίσες, για μπακιρένια σκεύη να τα κάνουν φωτιστικά. Η Μαρία βρήκε ένα χάλκινο μπρίκι τρύπιο.
Το σήκωσε στον ήλιο. «Θα το κρεμάσω στον τοίχο μου» και οι οικογενειάρχες. πατέρες που έψαχναν μια καρέκλα φτηνή, μια κατσαρόλα της προκοπής. «Πόσο το σίδερο, μαστρο-Γιάννη;» «Δέκα δραχμές, κι είναι κάρβουνου, δουλεύει μια χαρά.
Να το πάρεις για την κυρά σου». Στις εννιά, το Μοναστηράκι βούιζε. Η Ηφαίστου γεμάτη.
Δεν μπορούσες να περπατήσεις. «Έλα, έλα, πάρε κόσκινο!» «Παλιά νομίσματα, δεκάρες, τάλιρα!» «Δίσκοι! Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, αυθεντικοί!» Ένας γύφτος έπαιζε ακορντεόν στη γωνία.
Δίπλα του, ένα παιδί πουλούσε λεμόνια από το καλάθι.
Η μυρωδιά από το σουβλάκι του κυρ-Ανέστη, στο καροτσάκι απέναντι, έσπαγε τη μύτη.
Λάδι, ρίγανη, κάρβουνο.
Ο παππούς με τον εγγονό στάθηκαν μπροστά στον πάγκο με τα στρατιωτικά.
Κράνη από τον πόλεμο, ξιφολόγχες, μια διόπτρα γερμανική. «Αυτό, παππού, τι είναι;» «Αυτό, παιδί μου, είναι η ιστορία.
Με αυτό έβλεπαν οι φαντάροι μας τους Ιταλούς στα βουνά». Το παιδί άγγιξε το κρύο μέταλλο με δέος.
Μια κυρία με τακούνια και γάντια, ξεχώριζε.
Δεν ταίριαζε εδώ.
Έσκυψε και πήρε μια δαντελένια τραπεζομαντήλα κιτρινισμένη. «Της γιαγιάς μου», ψιθύρισε. «Είχαμε μια ίδια». Πλήρωσε χωρίς παζάρι.
Τα δάκρυα έμειναν κρυφά πίσω από τα γυαλιά ηλίου. Στο Γουσουρούμ δεν αγόραζες μόνο πράγματα.
Αγόραζες ιστορίες. «Αυτό το ρολόι, κύριε μου, ήταν του καπετάνιου.
Το ’φερε από την Αλεξάνδρεια το ’22. Δουλεύει ακόμα, άκουσέ το». Και σου το έβαζε στο αυτί.
Τικ τακ.
Τικ τακ.
Η καρδιά ενός καραβιού που βούλιαξε. «Αυτή η εικόνα είναι του 1800.
Κοίτα το βλέμμα του Χριστού.
Σε κοιτάει όπου κι αν σταθείς». Μισές αλήθειες, μισά ψέματα.
Αλλά εκείνο το πρωινό, κάτω από τον αττικό ήλιο, τα πίστευες όλα.
Γιατί το Γουσουρούμ ήταν ο τόπος όπου τα άχρηστα γίνονταν πολύτιμα.
Όπου η μνήμη είχε τιμή.
Πέντε δραχμές, δέκα δραχμές.
Παζάρι. «Άστο, πενήντα να το πάρεις». «Είσαι κλέφτης, ρε μπαρμπα-Μήτσο.
Τριάντα και πολύ σου είναι». «Άντε, σαράντα να μην χαλάσουμε τις καρδιές μας». Χειραψία.
Το παζάρι έκλεινε με ένα σφίξιμο χεριού.
Λόγος τιμής.
Κατά το μεσημέρι, ο ήλιος έπεφτε κάθετα.
Οι σκιές χάνονταν.
Οι κουβέρτες άδειαζαν.
Ο μπαρμπα-Μήτσος μάζευε τα απούλητα.
Το τηλέφωνο με τη μανιβέλα δεν το πήρε κανείς.
Θα το ξανάφερνε την επόμενη Κυριακή.
Οι συλλέκτες έφευγαν με τις χάρτινες σακούλες γεμάτες θησαυρούς.
Οι φοιτητές με το τρύπιο μπρίκι παραμάσχαλα.
Οι οικογενειάδες με την καρέκλα που έτριζε. Η Ηφαίστου άδειαζε σιγά σιγά.
Έμεναν μόνο τα σκουπίδια, τα χαρτάκια, η σκόνη, και η μυρωδιά του καμένου καφέ.
Ο κυρ-Ανέστης έσβηνε τα κάρβουνα στο καροτσάκι. Το Γουσουρούμ σώπαινε.
Μέχρι την επόμενη Κυριακή.
Που θα ξανάβγαζε από τα υπόγεια τις ζωές των άλλων, για να τις πουλήσει για μια χούφτα δραχμές.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους