Ο χνουδωτός αρκούδος γνώριζε ότι οι περισσότεροι απ’ όσους θα τον έβλεπαν παρατημένο εκεί στην κόγχη του ημιυπόγειου θα αισθάνονταν ένα τσίμπημα σε κάποιο αδιόρατο εντός τους σημείο, καθώς το μυαλό...
Ο χνουδωτός αρκούδος γνώριζε ότι οι περισσότεροι απ’ όσους θα τον έβλεπαν παρατημένο εκεί στην κόγχη του ημιυπόγειου θα αισθάνονταν ένα τσίμπημα σε κάποιο αδιόρατο εντός τους σημείο, καθώς το μυαλό τους θα ταξίδευε στα δικά τους παιδικά και εγκαταλελειμμένα λούτρινα παιχνίδια, τα αφημένα σε κάποια γωνιά του παιδικού τους δωματίου, σε εκείνα που κατέληξαν σε ένα σκονισμένο υπόγειο, σε κάποιον κάδο σκουπιδιών ή –όπως εκείνος– παρατημένα σε ένα τυχαίο σημείο, αποκομμένα από την προηγούμενη τους ζωή.
Ο ίδιος ο αρκούδος, όμως, για τις όλο νοσταλγία αναμνήσεις των αγνώστων περαστικών από την παιδική τους ηλικία δεν έδινε δεκάρα.
Εκείνος σκεφτόταν δάση και βουνά.
Ονειρευόταν ότι βάδιζε ανάμεσα στα δέντρα την ώρα που ξημέρωνε, εισπνέοντας τον δροσερό, ποτισμένο από νύχτα, αέρα, μακριά από τσιμεντένια κτίρια και αστικό θόρυβο, μακριά από παιδικά πιτζαμάκια, από γλυκανάλατα παραμύθια, από ζεστό γάλα και γλυκές καληνύχτες.
Κάτω από το αφράτο συνθετικό του τρίχωμα –τώρα περισσότερο από ποτέ– αισθανόταν πραγματική αρκούδα και ένιωθε οργή για όσα του είχαν στερήσει εγκλωβίζοντας τον στον ρόλο του χαριτωμένου παιχνιδιού, μόνο και μόνο επειδή, πολλά χρόνια πριν, σε κάποιον είχε φανεί καλή ιδέα να κατασκευάσει το εξευγενισμένο ομοίωμα ενός άγριου και περήφανου προγόνου του και να το γεμίσει με βαμβάκι προκειμένου να κρατάει συντροφιά στα παιδιά τη νύχτα, αντί να τους εμπνέει φόβο για τις αρκούδες και να τα διδάξει να μένουν μακριά τους αν θέλουν το καλό τους.
Για εκείνον, όπως και για όλα τα λούτρινα κουκλάκια, είχαν ακολουθήσει αγκαλιές, αφράτα χαλιά, απαλά χρωματιστοί τοίχοι παιδικών δωματίων και σάλια που έτρεχαν από τα ξεδοντιασμένα στοματάκια παιδιών για να κυλήσουν πάνω του κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Κόλαση, σκέτη κόλαση! Αντί αυτών, θα ήθελε να τριγυρίζει ελεύθερος και μεγαλοπρεπής στη φύση, να τσακίζει κυψέλες γεμάτες γλυκό μέλι, να τρίβει τη ράχη του στους κορμούς για να ανακουφιστεί από τη φαγούρα, να κάνει τη γη να τρέμει στο βάδισμά του.
Έχοντας υποδυθεί τόσα χρόνια τον άκακο σύντροφο παιδιών, θα ήθελε να μπορούσε επιτέλους να επιτεθεί μανιασμένος για πρώτη φορά σε έναν άνθρωπο∙ να τον κάνει κομμάτια, παίρνοντας εκδίκηση για όσα είχε υπομείνει τον καιρό της αιχμαλωσίας του.
Ναι, ήθελε να γευτεί το αίμα και την ευχαρίστηση από τον φόβο που εξαρχής θα έπρεπε να κυλάει μέσα στις φλέβες των εχθρών του, από την αγκαλιά των οποίων είχε επιτέλους γλιτώσει.
Εξόριστος από το προηγούμενο σπίτι του, ήταν πλέον ελεύθερος.
Ας τον πλησίαζαν αν τολμούσαν.
Θα τους έδειχνε εκείνος από τι υλικό ήταν στ’ αλήθεια φτιαγμένος, και θα απολάμβανε τα ουρλιαχτά τους μόλις ανακάλυπταν τι έκρυβε κάτω από την τρυφερή του όψη.
Ω, ναι! Ήταν πλέον αποφασισμένος και έτοιμος για όλα! «Αχ, μαμά, κοίτα! Κοίτα τι όμορφος αρκούδος! Είναι τέλειος! Σε παρακαλώ, μπορούμε να τον πάρουμε, να τον πλύνουμε και να τον κρατήσουμε;», φώναξε το κοριτσάκι στη μητέρα του, ξεφεύγοντας από τη χέρι της και τρέχοντας ενθουσιασμένο προς το μέρος του.
Το λούτρινο πλάσμα έτριξε τα κρυμμένα του δόντια και ετοιμάστηκε να εγκαταλείψει τη χαλαρή στάση του στραβοχυμένου του σώματος για να ορμήσει μόλις η μικρή θα πλησίαζε λίγο ακόμη. «Κάνε ένα βήμα ακόμη, μυξιάρικο, ένα μόνο βήμα» σκέφτηκε.
Το κορίτσι, πράγματι, έκανε ένα ακόμη βήμα.
Τότε εκείνος απελευθέρωσε έναν τρομερό βρυχηθμό προορισμένο να παγώσει το αίμα σε όποιον το άκουγε.
Καθώς όμως το χνουδωτό του περίβλημα εξακολουθούσε να είναι ακέραιο και αδιαπέραστο, απορρόφησε κάθε εξερχόμενο ήχο, με αποτέλεσμα ούτε η μικρή ούτε η μάνα της να ακούσουν το παραμικρό. «Εντάξει, Βιολάντα, εντάξει.
Θα τον δώσουμε όμως κατευθείαν στο καθαριστήριο, πριν σε αφήσω στο σχολείο.
Δεν υπάρχει περίπτωση να μπει στο δωμάτιο σου χωρίς να πλυθεί καλά.», ξεκαθάρισε η γυναίκα και, πιάνοντας τον ανυπεράσπιστο αρκούδο από το δεξί του πόδι τον σήκωσε στον αέρα, και προχώρησε μαζί του, με το παιδί να χοροπηδά χαρούμενο δίπλα της.
Και εκείνος, μουγγός, παγιδευμένος για μια ακόμη φορά, προδομένος από μια όλο και πιο ανυπόφορη πραγματικότητα, δεν πίστευε ό,τι του συνέβαινε.
Σκεφτόταν ήδη την είσοδό του σε έναν μεγάλο κάδο πλυντηρίου, ένιωθε το ζεστό νερό να κυλά πάνω του και να ποτίζει τον εσωτερικό του κόσμο, αισθανόταν την έντονη ζαλάδα από τις αυξανόμενης ταχύτητας στροφές και την αηδία από τα απορρυπαντικά και τα μαλακτικά που θα τον οδηγούσαν καθαρό σαν καινούργιο σε νέα μαρτύρια... Πλέον, δεν υπήρχε παρά ένα πράγμα στο οποίο εναπόθετε τις ελπίδες του: μαζί με τη σκόνη και τη βρομιά του δρόμου, να ξεπλένονταν και να έσβηναν για πάντα και όλες οι αναμνήσεις του από τις αγκαλιές των προηγούμενων ιδιοκτητών του, αφού ήταν προφανές πως η μοίρα του ήταν να δεχτεί αρκετές καινούργιες.
Απογοητευμένος, ο μεγάλος λούτρινος αρκούδος γρύλισε δυνατά μέσα από τα σφιγμένα του δόντια. Γρύλισε. Ωστόσο, ούτε κι αυτή τη φορά ακούστηκε το παραμικρό...
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους