[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Κανείς δεν ήξερε ποιος είχε κατεβάσει την αγαπημένη πολυθρόνα του Τάσου του Κόφτη και την είχε αφήσει μπροστά στον κάδο, λίγες ημέρες μετά την κηδεία του, στην οποία είχε παραστεί συγκινημένη η μισή...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Κανείς δεν ήξερε ποιος είχε κατεβάσει την αγαπημένη πολυθρόνα του Τάσου του Κόφτη και την είχε αφήσει μπροστά στον κάδο, λίγες ημέρες μετά την κηδεία του, στην οποία είχε παραστεί συγκινημένη η μισή τοπική μαφία (καθώς η άλλη μισή ήταν υπεύθυνη για την σχετικά πρόωρη άφιξη του Τάσου στον άλλον κόσμο). Από τη στιγμή όμως που βρέθηκε εκεί, στήλωσε τα κοντά της πόδια και, μουγκρίζοντας απειλητικά, δεν επέτρεπε σε κανέναν να πλησιάσει για να πετάξει τα σκουπίδια του, ενώ τους πρώτους ανυποψίαστους περίοικους και τους υπάλληλους του δήμου, οι οποίοι έκαναν το λάθος να ζυγώσουν για να κάνουν τη δουλειά τους, τους χτύπησε τόσο άσχημα, που τους έστειλε στο νοσοκομείο.

Παρουσιάζοντας κοινά χαρακτηριστικά με τον άγριο κακοποιό που περνούσε μεγάλο μέρος της ημέρας του καθισμένος σε αυτή μέχρι την ημέρα που έπεσε θύμα ενέδρας και το σώμα του γέμισε με περισσότερες τρύπες απ’ όσες μπορούσε να συγκρατήσει, το παλιό έπιπλο εξελίχθηκε στον φόβο και τον τρόμο του στενού.

Κανείς από όσους ανθρώπους γνώριζαν τις συνήθειες του δεν τολμούσε να περάσει από δίπλα του μετά το σούρουπο.

Κανείς εκτός από μια καλοθρεμμένη θηλυκιά γάτα, τη Ζουμπουλία, η οποία ανήκε στον Τάσο τον Κόφτη και, κυνηγημένη από τους νέους ιδιοκτήτες του σπιτιού, περιφερόταν στα γύρω στενά, μέχρι τη στιγμή που πέρασε μπροστά από έναν συγκεκριμένο κάδο, και κατάλαβε ότι το πνεύμα του αφεντικού της είχε, με έναν αλλόκοτο τρόπο, μεταφερθεί μετά τον βίαιο θάνατο του στην πολυθρόνα που τόσο του άρεσε να κάθεται.

Καθώς όσο εκείνος ζούσε, η γάτα του μαφιόζου συνήθιζε να ξαπλώνει στα γόνατά του και να παρατηρεί με αδιαφορία τους κακόμοιρους που τον επισκέπτονταν προκειμένου να παραδώσουν οι ίδιο το αντίτιμο των παρεχόμενων υπηρεσιών προστασίας, να ζητήσουν κάποια ξεχωριστή χάρη ή να γονατίσουν κλαίγοντας μπροστά του και να ζητήσουν συγχώρεση πριν η οργή του ξεσπάσει στα κεφάλια τους, δεν υπήρχε τίποτα πιο φυσικό για εκείνη πέρα από το να ξαπλώσει στην αγαπημένη της θέση, ακόμη κι αν το σώμα του Τάσου απουσίαζε.

Από εκείνη τη θέση η Ζουμπουλία συνέχισε να παρατηρεί τον κόσμο που περνούσε από μπροστά της, με την αίσθηση ανωτερότητας και την απάθεια του αιλουροειδούς.

Στα βλέμματα των ανθρώπων που διέρχονταν επιφυλακτικά από μπροστά της με μια σακούλα σκουπιδιών στα χέρια, εντόπιζε ένα είδος φόβου το οποίο της ήταν εξαιρετικά οικείο και κάποτε την έκανε να γουργουρίζει από ευχαρίστηση, τώρα όμως απλώς της θύμιζε την απουσία του τρυφερού χαδιού στη ράχη της από ένα βαρύ και τραχύ χέρι, το οποίο γνώριζε πως ποτέ ξανά δεν θα μπορούσε να νιώσει.

Σε αντίθεση με το παρελθόν, τα φοβισμένα βλέμματα κατέληξαν πλέον να της προκαλούν αποκλειστικά βαθιά θλίψη.

Και καθώς η στεναχώρια της γάτας πότιζε στο ύφασμα της πολυθρόνας, η τελευταία άρχισε να μαλακώνει και, σταδιακά, να φθίνει σε αγριότητα, ώσπου κάποια στιγμή έπαψε εντελώς να μουγκρίζει και να τρίζει τα δόντια της στους περαστικούς.

Έτσι και αυτοί δειλά δειλά ξεπέρασαν τον φόβο τους και ξεκίνησαν να πλησιάζουν και πάλι τον κάδο για να πετάξουν τα σκουπίδια τους, χωρίς να παραλείπουν κάθε φορά να χαϊδεύουν τη ράχη της Ζουμπουλίας που καθόταν πάντα εκεί και τους ευχαριστούσε με τον μόνο τρόπο που γνώριζε: γουργουρίζοντας. *ρονρονίζω (ρήμα) για γάτα, γουργουρίζω

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences