Όμως τη μάνα… «Όμως τη μάνα είτε την έχεις είτε δεν την έχεις, θα είναι πάντα εκεί. Στην καρδιά σου». Ξύπνησα με τη σκέψη σου. Αχνό μαγιάτικο χάραμα. Έκλεισα τα μάτια και σε είδα μπροστά μου...
Όμως τη μάνα… «Όμως τη μάνα είτε την έχεις είτε δεν την έχεις, θα είναι πάντα εκεί.
Στην καρδιά σου». Ξύπνησα με τη σκέψη σου.
Αχνό μαγιάτικο χάραμα.
Έκλεισα τα μάτια και σε είδα μπροστά μου.
Φορούσες εκείνο το ασπρόμαυρο φόρεμα με τ’ ανάγλυφα λουλούδια που τόσο σου πήγαινε.
Αεικίνητη, περπατούσες ανάλαφρα και χαμογελούσες.
Άνοιξα τα μάτια, άπλωσα τα χέρια, όμως χάθηκες σαν αεράκι, αφήνοντας στην κάμαρη μια ευωδιά. «Μάνα…», σου φώναξα.
Σηκώθηκα και, κοιτάζοντας τη ρόδινη αυγή από το παράθυρο, ψιθύρισα: «Μητέρα μου αγαπημένη, ήρθες να μου υπενθυμίσεις πως σήμερα όλες οι μάνες γιορτάζουμε». Μα οι μάνες γιορτάζουν κάθε μέρα.
Γιατί την αγάπη της μάνας δεν τη λησμονεί ποτέ κανείς.
Όλη η αγάπη αρχίζει και τελειώνει εκεί.
Πόσο ζωντανή ήταν η οπτασία… σχεδόν αληθινή.
Κάθε χρόνο τέτοια μέρα μου έκανες το τραπέζι, μάνα μου.
Σου έφερνα πάντα λουλούδια της άνοιξης, που τόσο αγαπούσες.
Τώρα το νιώθω βαθιά, βιώνοντας την απουσία σου, πως «κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές και πάλι κάτι θα περισσέψει, για να το φωνάξεις σε στιγμές μεγάλου κινδύνου». Οκτώ χρόνια πέρασαν - πότε αλήθεια; - από τη χιονισμένη εκείνη μέρα του Φλεβάρη, που αναχώρησες αθόρυβα για «τη γειτονιά των αγγέλων». Πόνεσα.
Αναμετρήθηκα με την ψυχή μου.
Τώρα υπάρχει το κενό μαζί με μια θλίψη γλυκιά, γεμάτη θύμησες.
Όμως τη μάνα είτε την έχεις είτε δεν την έχεις, θα είναι πάντα εκεί.
Στην καρδιά σου.
Αφήνω τη σκέψη μου να καταδυθεί στα παλιά.
Προσκαλώ τις μνήμες — διπλοκλειδωμένες τόσα χρόνια στα ερμάρια της ψυχής — να ελευθερωθούν και να χορέψουν.
Ανατριχιάζω στη θύμηση.
Ξαναγυρίζω στο μικρό ρετιρέ των παιδικών μου χρόνων, στην περιοχή του Διοικητηρίου.
Ξαναγίνομαι εκείνο το μοναχικό παιδί, το μοναχοπαίδι.
Κι ύστερα ο χρόνος αρχίζει να τρέχει χωρίς σταματημό.
Κι εσύ, μητέρα… εσύ, η τόσο έξυπνη και δυναμική γυναίκα, να μεταμορφώνεσαι σιγά σιγά σε μια ευάλωτη ηλικιωμένη.
Αναρωτιόμουν τι είναι αυτό που κάνει τόσο αφελείς και ευκολόπιστους τους ανθρώπους όταν παίρνουν την κατηφόρα του χρόνου.
Είναι τα γεράματα; Η μοναξιά; Η φθορά; Στη βραδινή καληνύχτα — συνήθεια χρόνων — σε ρωτούσα: «Μαμά, τι κάνεις;» Κι εσύ αποκρινόσουν: «Εδώ είμαι, κόρη μου.
Παρέα με τη τηλεόραση». «Να προσέχεις, μαμά.
Να μην ανοίγεις την πόρτα σε αγνώστους». Κι εσύ, μ’ εκείνη τη φωνή που κουβαλούσε κόπωση και παραίτηση μαζί, μου έλεγες: «Γέρασε πια η μάνα σου, παιδί μου…» Είχες περάσει βάσανα πολλά στα νιάτα σου.
Η ορφάνια, η φτώχεια και οι πίκρες σε είχαν σκληρύνει.
Τα συναισθήματά σου ήταν βαθιά κρυμμένα μέσα σου· δεν ήξερες να τα εκφράζεις.
Έτσι μ’ ανάθρεψες.
Χωρίς γλυκόλογα περιττά, χωρίς πολλές αγκαλιές και χάδια.
Έπρεπε να με παραδώσεις σωστό άνθρωπο στην κοινωνία.
Να σπουδάσω.
Να σταθώ αυτόνομη και ανεξάρτητη.
Και τα κατάφερες.
Τότε όμως, χαμένη ίσως στα δικά μου προβλήματα, εθελοτυφλούσα μπροστά στο προφανές.
Αργότερα κατάλαβα πως τίποτε δεν είναι μόνιμο.
Όταν άρχισες να χάνεις τη μνήμη σου και να περιορίζεσαι πρώτα μέσα στο σπίτι κι έπειτα σ’ ένα κρεβάτι, τότε κατάλαβα το πρόσκαιρο του βίου.
Κατάλαβα πως τίποτε δεν είναι αυτονόητο.
Και συνεχίζω να το καταλαβαίνω καθημερινά, μέσα στο διάβα του χρόνου… Να καταλαβαίνω αυτά που ήθελαν να πουν τα μάτια σου.
Την αξιοπρέπεια.
Την περηφάνια σου.
Όλα. «Σ’ αγαπάω, μάνα μου», σου ψιθύρισα στ’ αυτί τα τελευταία σου Χριστούγεννα, καθώς προσπαθούσα να σε βοηθήσω να πιεις μια γουλιά από το αγαπημένο σου ημίγλυκο κρασί. «Θα γράψω για σένα, μάνα», είπα.
Δεν μπορούσες να μιλήσεις.
Μονάχα χαμογέλασες… Κάποιες στιγμές είναι σαν να νιώθω ακόμη την ψυχή σου να πεταρίζει στην κάμαρη.
Ίσως να ’ναι ψευδαίσθηση.
Ίσως πάλι όχι.
Τότε μονολογώ: «Σ’ αγαπάω.
Είναι όμορφο, μάνα μου, να σε θυμάμαι ζωηρή και δυνατή και να έρχεσαι στα όνειρά μου». Σήμερα, που είναι η γιορτή της μητέρας, σε σκέφτομαι πολύ.
Και συμφωνώ ολοένα περισσότερο με τον Oscar Wilde όταν έλεγε πως «κάθε γυναίκα καταλήγει να μοιάζει στη μητέρα της». Ήμασταν τόσο διαφορετικές — κι όμως, όσο μεγαλώνω, τόσο πιστεύω πως σου μοιάζω.
Η απουσία είναι θλίψη.
Οι μνήμες πονάνε.
Κι αυτοί που αγαπάμε ζουν μέσα στην καρδιά μας βαθιά, ισόβια.
Σαν φυλαχτά.
Σαν αόρατες παρουσίες που μας προστατεύουν. https://youtu.be/o7MlC_Qrmmc Χρόνια πολλά σε όλες τις μανούλες! 10 του Μάη 2026 - Βάσω Σίδη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους