[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

- Ελένη, δεν φαντάζεσαι! Ο Πέτρος κι εγώ αποφασίσαμε του χρόνου να ξαναπάμε στη Ρόδο! – Ο Δημήτρης, ο πατριός της, έλαμπε από χαρά. – Λέει πως του λείπει αυτό το ξενοδοχείο με θέα στο Αιγαίο. Τι να...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

- Ελένη, δεν φαντάζεσαι! Ο Πέτρος κι εγώ αποφασίσαμε του χρόνου να ξαναπάμε στη Ρόδο! – Ο Δημήτρης, ο πατριός της, έλαμπε από χαρά. – Λέει πως του λείπει αυτό το ξενοδοχείο με θέα στο Αιγαίο.

Τι να κάνω κι εγώ για τον μοναδικό μου γιο; Πόσο ασυναίσθητα τόνισε το «μοναδικό». - Χαίρομαι για εσάς, – απάντησε η Ελένη, η σκέψη της γύρισε στην παλιά εκείνη εποχή που η ζωή ήταν ήρεμη, πριν εμφανιστεί στη ζωή τους ο Πέτρος. – Μοναδικός γιος… Κι εσύ μου έλεγες πάντα πως είμαστε οικογένεια.

Πως δεν έχει σημασία αν είμαι δική σου ή όχι.

Κάποτε το έλεγε.

Κάποτε υποστήριζε πως ήταν κόρη του, χωρίς διαφορές. - Πάλι τα ίδια, Ελένη… Για όνομα του Θεού! Είσαι κόρη μου, δεν το συζητάμε! Ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ, σαν να είσαι αίμα μου! Μα ο Πέτρος… Δεν κατάλαβε πως μόλις επιβεβαίωσε τη διάκριση. - Ο Πέτρος είναι γιος.

Κι εγώ μάλλον… κάποια γνωστή. - Ελένη, τι λες τώρα; Εσύ είσαι για μένα σαν παιδί μου! - Σαν παιδί… Και πότε με πήγες εμένα διακοπές στη θάλασσα; Στα δεκαπέντε χρόνια που λες πως είσαι ο πατέρας μου; Όχι, δεν την είχε πάει ποτέ. Ο Δημήτρης πάντα έλεγε πως δεν υπήρχε καμία διαφορά ανάμεσα στην ίδια και τον Πέτρο, μα η Ελένη άκουγε τις πράξεις του: στον Πέτρο έδινε τον κόσμο, σ’ εκείνη την παρηγοριά. - Δεν γινόταν, Ελένη.

Ξέρεις, τότε ήταν δύσκολα οικονομικά.

Εσύ πιάνεις τι σημαίνει να μένεις δέκα μέρες σε πεντάστερο… Πανάκριβο. - Το πιάνω, – απάντησε γνέφοντας, – Έξοδα.

Κοστίζω ακριβά.

Αλλά στον Πέτρο, που έμαθες πριν μόλις έξι μήνες ότι υπάρχει, σκέφτεσαι να αγοράσεις διαμέρισμα «να φέρει γυναίκα»; Αυτά είναι αμελητέα αν πρόκειται για τον γιο; - Δεν παίρνω τίποτα ακόμα… Ποιος στα είπε; - Κόσμος το λέει. - Να πεις σε αυτόν τον κόσμο να κοιτάει τη δουλειά του.

Κάτι μέσα της ξύπνησε, ελπίδα σχεδόν. - Αλήθεια, δεν παίρνεις; - Όχι, βέβαια! Α, και μάντεψε πού πάμε με τον Πέτρο το Σάββατο; – και απαντά μόνος. – Καρτ! Στο πανεπιστήμιο ήταν σε ομάδα αγώνων, εγώ πάω για παρέα. - Καρτ, – επανέλαβε η Ελένη, – Φαίνεται συναρπαστικό. - Έτσι! - Μπορώ να έρθω μαζί σας; – ξέφυγε η ερώτηση πριν τη σκεφτεί. Ο Δημήτρης τα έχασε. - Εεε… Ελένη… Θα βαρεθείς, αγάπη μου.

Είναι… αντρικό χόμπι.

Θέλουμε να μιλήσουμε έτσι, οι δυο μας, πατέρας-γιος.

Πόσο πόνεσε… - Εσένα μπορεί να σε ενδιαφέρει, εμένα όχι; - Δεν το είπα έτσι… – κουνιότανε αγχωμένος – Απλώς, δεν βλεπόμασταν χρόνια.

Προσπαθούμε να καλύψουμε τον χαμένο χρόνο. Καταλαβαίνεις; Καταλαβαίνεις.

Αυτό «καταλαβαίνεις» πλέον ήταν μαχαιριά.

Έπρεπε να καταλαβαίνει ότι το πραγματικό παιδί έχει άλλο βάρος.

Ότι πια η θέση της είναι απ’ έξω. Ο Πέτρος πράγματι ξεχώριζε: Έξυπνος, καλός, πανέμορφος.

Δεν είχε γνωρίσει πατέρα — η μάνα του ποτέ δεν τού είπε ποιος ήταν ο Δημήτρης — κι όμως τα κατάφερε μόνος του. - Μπαμπά, σήμερα βοήθησα στο καταφύγιο.

Έφτιαξα τα σπιτάκια των σκυλιών. - Μπαμπά, ήξερες πως πήρα πτυχίο με άριστα; - Μπαμπά, δες, σου έφτιαξα το κινητό.

Δεν ήταν απλά παιδί του.

Ήταν ο ιδανικός γιος.

Το βράδυ, ο Δημήτρης έφυγε κι η Ελένη κάθησε στην κουζίνα, ξεφυλλίζοντας παλιές φωτογραφίες.

Ο γάμος του Δημήτρη με τη μάνα της (εκείνη που έφυγε πέντε χρόνια πριν, αφήνοντάς τους μόνους). Εκείνοι στο εξοχικό. Η Ελένη, στη σχολική γιορτή.

Τίποτα δεν θα ξαναγίνει όπως τότε. *** - Ελένη, ξυπνάς; Θέλω να ρωτήσω κάτι σημαντικό, – ο πατριός της εμφανίστηκε στην πόρτα στις οχτώ το πρωί. - Τι τρέχει, τέτοια ώρα; Η Ελένη έσπρωξε τα μαλλιά πίσω, άναψε τη μηχανή του καφέ. - Για το σπίτι του Πέτρου… - Δηλαδή, είναι αλήθεια; – ψιθύρισε. - Συγγνώμη, αλλά ναι… Είναι. - Και σε μένα είπες ψέματα. - Δεν ήθελα να σου χαλάσω τη διάθεση.

Αλλά να σε ρωτήσω: πρέπει να βιαστώ.

Θα παντρευτεί αργά ή γρήγορα, καλύτερα να έχει ό,τι εγώ δεν είχα ποτέ… να μην ταλαιπωρηθεί. - Πάρε δάνειο λοιπόν, – η Ελένη το είπε σφιγμένη· δεν άντεχε ν’ ακούει για διαμέρισμα του Πέτρου.

Ωραίος ο Πέτρος! - Ναι, ξέρω… Αλλά θυμάσαι το ιστορικό μου με τις τράπεζες… Κι ο Πέτρος έχει ανάγκη.

Του το χρωστώ, που τόσα χρόνια έλειπα από τη ζωή του. - Και τι θες από μένα; - Θα βοηθήσεις; Αν σου το ζητήσω; - Εξαρτάται. - Θα σου εξηγήσω: έχω πενήντα χιλιάδες ευρώ — αρκούν για την προκαταβολή.

Μα εμένα δε μου δίνουν δάνειο.

Σε σένα θα εγκρίνουν.

Θα τα βάλουμε όλα στο όνομά σου, εγώ θα πληρώνω φυσικά. Εννοείται.

Το παραμύθι, ότι «δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσά σας», τελείωσε.

Υπάρχει, και παραυπάρχει.

Αυτή να μπει στην ευθύνη, και ο Πέτρος να απολαύσει το σπίτι του. - Δηλαδή, στον Πέτρο το διαμέρισμα, σε μένα το βάρος; Αυτό εννοείς; Ο Δημήτρης αναστέναξε, θιγμένος κιόλας. - Τι λες! Εγώ θα πληρώνω! Μόνο χρειαζόμαστε το όνομά σου.

Σκέψου το… - Ξέρεις, Δημήτρη, δεν σκέφτομαι αν είναι καλό να μπω σε δάνειο.

Σκέφτομαι πως εδώ και μήνες δεν είμαι πια κόρη σου.

Έχεις γιο τώρα.

Σ’ ενδιαφέρει μόνο το αίμα, όχι τα χρόνια που μεγαλώσαμε μαζί. - Δεν είναι αλήθεια! – ο Δημήτρης άναψε – Σας αγαπώ το ίδιο! - Όχι, δεν μας αγαπάς το ίδιο. - Ελένη, δεν είναι δίκαιο! Μου είναι παιδί… Η αυλαία έπεσε.

Δεν ήταν πια κόρη.

Ήταν απλώς βολική — όσο δεν υπήρχε το «κανονικό». - Κατανοητό, – κράτησε τον τόνο ήρεμο – Δεν μπορώ, Δημήτρη.

Θα χρειαστώ κάποτε και εγώ σπίτι.

Δεύτερο δάνειο δεν παίρνω.

Λες και μόλις το συνειδητοποίησε ότι εκείνη δεν έχει σπίτι δικό της. - Ναι, θα το χρειαστείς κι εσύ… – κοιτάζει το ρολόι του – Μα τώρα, σαν δεν έχεις σκοπό να αγοράσεις κάτι, μπορείς να βοηθήσεις… Δεν είναι πολλά τα έξοδα, δυο τρία χρόνια… - Όχι.

Δεν θα κάνω καμία αίτηση.

Δεν περίμενε να καταλάβει. - Εντάξει, – είπε ψυχρά – Αν δε μπορείς να βοηθήσεις σαν κόρη… ας τα βγάλω πέρα μόνος μου.

Αν είχε υπάρξει ποτέ πραγματικός πατέρας, δεν είχε πια σημασία.

Τώρα οι φωτογραφίες ήταν το μόνο που έμεινε.

Ένα βράδυ, χαζεύοντας τα social media, ανέβηκε μια νέα φωτογραφία. Αεροδρόμιο. Ο Δημήτρης και ο Πέτρος, και οι δύο με ανοιχτόχρωμα μπουφάν.

Το χέρι του Δημήτρη στον ώμο του Πέτρου.

Κάτω, λεζάντα: «Πετάμε με τον πατέρα μου στη Βιέννη.

Η οικογένεια πάνω απ’ όλα». Οικογένεια. Η Ελένη άφησε το κινητό.

Θυμήθηκε τότε που ήταν πέντε χρονών, πριν η μητέρα της γνωρίσει τον Δημήτρη.

Ήταν φτωχά τα χρόνια, και κείνη είχε σπάσει την αγαπημένη της κούκλα — δώρο της γιαγιάς.

Έκλαιγε, κι ο φυσικός της πατέρας είπε ψυχρά: «Πάλι βλακείες κλαις; Μη με ζαλίζεις!» Ποτέ δεν του άρεσε να τον ενοχλούν.

Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν το κρασί.

Ουσιαστικά, πατέρα η Ελένη δεν είχε ποτέ.

Ήλπιζε ότι ο Δημήτρης θα τον αντικαθιστούσε… Κι όμως, ο Δημήτρης προσπάθησε ξανά να την πείσει. - Ελένη, πρέπει να βρούμε λύση με την ανασφάλειά σου… - Ποια ανασφάλεια, Δημήτρη; Ξεκάθαρα σου είπα όχι. - Δεν έχεις κατανοήσει όλη τη θέση… Ο Πέτρος… Μεγάλωσε χωρίς πατέρα.

Πρέπει να του δώσω κάτι που του λείπει.

Είναι νέος, του χρειάζεται σπίτι.

Από εσένα δεν ζητάω παρά να είσαι παρούσα στα χαρτιά — ούτε ένα ευρώ παραπάνω. - Μακάρι να αναπλήρωνε κι εμένα κάποιος τα δικά μου κενά… Αυτό τον εκνεύρισε. - Ελένη, φτάνει! Δεν θέλω καυγάδες.

Σ’ αγαπώ ειλικρινά! Μα πρέπει να καταλάβεις… Ο Πέτρος είναι η δική μου οικογένεια.

Αν κάνεις δικά σου παιδιά, θα καταλάβεις.

Ναι, σας αγαπώ αλλιώς.

Αλλά πάντα θα χρειάζομαι κι εσένα. - Χρειάζεσαι… για εξυπηρέτηση. - Ελένη, ηρέμησε! Υπερβάλλεις. - Εξαφανίστηκες σε … 📖 Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια 👇👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences