14 Ιουλίου Σήμερα έγινε κάτι που ούτε στους χειρότερους εφιάλτες μου δεν περίμενα. Κατεβαίνοντας στο εξοχικό μας, στους Αγίους Θεοδώρους, πήγα στη γειτόνισσα να ζητήσω αλάτι για τα αγγουράκια που...
14 Ιουλίου Σήμερα έγινε κάτι που ούτε στους χειρότερους εφιάλτες μου δεν περίμενα.
Κατεβαίνοντας στο εξοχικό μας, στους Αγίους Θεοδώρους, πήγα στη γειτόνισσα να ζητήσω αλάτι για τα αγγουράκια που είχα σκοπό να βάλω στο βάζο.
Η πόρτα άνοιξε και μπροστά μου βρέθηκε ο Νίκος μου. Ο Νίκος, ντυμένος μόνο με ένα φανελάκι και το κλασικό του μποξεράκι με τη σημαία του Ολυμπιακού. — Νίκο; — κατάφερα να πω, με φωνή που ίσα που ακουγόταν.
Χλώμιασε, μετά κοκκίνισε, μετά ξαναχλώμιασε. — Ειρήνη… να… να σου πω… Πίσω του φάνηκε η Δημητρούλα. Η Δημητρούλα που έμεινε χήρα πριν χρόνια.
Φορούσε το γνωστό της παλιό, μπλε μπουρνούζι, αλλά αυτή τη φορά ήταν φανερό πως δεν είχε τίποτε άλλο από κάτω. — Νίκο, ποιος είναι; — ρώτησε και πετάχτηκε μπροστά μου. — Αχ... Στεκόμασταν τρεις άνθρωποι και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον.
Γύρισα και βγήκα σχεδόν τρέχοντας προς την αυλόπορτα. — Ειρήνη! Περίμενε! — άκουσα τον Νίκο να τρέχει πίσω μου, ξεχνώντας πως είναι σχεδόν γυμνός.
Όλη η γειτονιά στις δώδεκα εξοχικές πεταχτήκαν έξω. Ο Νίκος Αναστασίου, πρόεδρος του συλλόγου του οικισμού μας, να τρέχει στο δρόμο με το φανελάκι και το μποξεράκι, πίσω από τη γυναίκα του. — Τσίρκο! — σχολίασε ο γείτονας αριστερά, ο Μανώλης.
Μπήκα σπίτι, κλείστηκα μέσα. Ο Νίκος χτυπούσε την πόρτα με τα χέρια του. — Ειρήνη, άνοιξε! Άσε με να σου εξηγήσω! — Πόσα χρόνια; — φώναξα από μέσα. — Τι; — Πόσα χρόνια είστε μαζί; Σώπασε.
Ύστερα ψιθύρισε: — Δεκαοκτώ.
Έγειρα και γλίστρησα στο πάτωμα, κοντά στην πόρτα.
Δεκαοκτώ χρόνια.
Ο μικρός μας γιος, ο Δημήτρης, μόλις έγινε δεκαοκτώ. Η Δημητρούλα μπήκε στον κήπο μας, εντελώς ντυμένη αυτή τη φορά. — Ειρήνη, βγες να μιλήσουμε. — Πήγαινε στο διάβολο, φίδι! — Ειρήνη, είμαστε μεγάλοι άνθρωποι.
Μην αρχίσεις τα δράματα.
Συγκράτησα τον εαυτό μου, βγήκα, κάθισα στο σκαλοπάτι της εξώπορτας.
Εκεί δίπλα κάθισε η Δημητρούλα, με τον Νίκο να περιμένει παραδίπλα. — Δεκαοκτώ χρόνια, — είπα μόνο. — Πώς έγινε; — Θυμάσαι τότε που σε είχαν πιάσει οι δισκοπάθειές σου; Δυο μήνες στο ΚΑΤ; Πώς δεν το θυμόμουν.
Λειτουργία, μήνες ανάρρωση. Ο Νίκος είχε αφήσει όλα τα ζαρζαβατικά να ξεραθούν, οι ντομάτες σάπισαν.
Ακόμα αναρωτιόμουν τότε πως τα έβγαλε πέρα. — Τον βοηθούσα εγώ, — συνέχισε η Δημητρούλα. — Το χωράφι, τα μαγειρέματα.
Και… — Και έγινε το κακό, — πέταξε ο Νίκος. — Δεκαοκτώ χρόνια! — πετάχτηκα όρθια. — Δεκαοκτώ χρόνια με κοροϊδεύετε! — Ποτέ δε σε κοροϊδέψαμε, — πέταξε και η Δημητρούλα. — Εσύ είχε τη ζωή σου, κι εμείς τη δική μας. — Δηλαδή; Είναι άντρας μου! Πατέρας των παιδιών μου! — Και τι; Σου φέρθηκε άσχημα; Στερήθηκαν τα παιδιά; Το σπίτι και το εξοχικό όλα στην εντέλεια! Σήκωσα το χέρι να τη χτυπήσω, αλλά ο Νίκος μ’ έπιασε. — Ειρήνη, σταμάτα. — Μη με αγγίζεις! Ξέφυγα, μπήκα στο σπίτι.
Έξω είχε μαζευτεί τσούρμο γειτόνων.
Ό,τι γινόταν, μαθευόταν σε όλοι την παραλία σε λεπτά. — Σκορδίστε! — φώναξε ο Νίκος. — Τέλος το θέατρο! Κανείς δεν έφυγε.
Ο καθένας με το σχόλιο του. Η Γιώτα απ’ το τρίτο σπίτι έλεγε: — Το ήξερα! Τους έβλεπα μαζί! — Μην τα λες έτσι, Γιώτα, — πετάχτηκε ο άντρας της. — Τυφλή είσαι; — Εσύ είσαι τυφλός! Εγώ όλα τα βλέπω! Βράδυ, κάθομαι στη βεράντα. Ο Νίκος κάνει κύκλους πέριξ. — Ειρήνη, τι έχεις να πεις; — Τι να πω; Διαζύγιο; — Ποιο διαζύγιο; Εξήντα χρονών άνθρωποι είμαστε! — Και τι σημαίνει; Δηλαδή οι άνω των εξήντα δεν χωρίζουν; — Ειρήνη, μην κάνεις σαν παιδί.
Σαράντα χρόνια μαζί! — Από αυτά τα δεκαοκτώ με τη Δημήτρω; — Μα ζούσα με σένα! Απλώς… πήγαινα και σε εκείνη. — Α, έτσι το λες "απλώς"; Πόσο συχνά, ακριβώς; — Ε… δυο φορές τη βδομάδα. — Δύο τη βδομάδα για δεκαοκτώ χρόνια… δεν το λες "απλώς", Νίκο.
Είναι πρόγραμμα.
Κάθισε απέναντι. — Ειρήνη, σ’ αγαπάω.
Αλλά η Δημητρούλα… είναι αλλιώς. — Καλύτερη; — Όχι καλύτερη.
Απλώς διαφορετική.
Εσύ, το σπίτι, τα παιδιά, η καθημερινότητα.
Με εκείνη… ανασαίνω.
Ξεφεύγω. — Ε, καλά! Κι εγώ να ξεφύγω θέλω! Αλλά εγώ αλατίζω τα αγγουράκια! — Εκεί είναι το θέμα! Είσαι όλο με κάτι να ασχολείσαι! Αγγούρια, μαρμελάδες, φρούτα! Εγώ χρειάζομαι μερικές φορές λίγη κουβέντα. — Και δεν μπορείς να μιλήσεις μαζί μου, ε; — Μαζί σου μιλάμε για παιδιά, εγγόνια, φυτά.
Μαζί της, για τη ζωή, για βιβλία. — Αυτή διαβάζει; — απόρησα. Τη Δημητρούλα ήξερα για γυναίκα του χωριού, απλή. — Διαβάζει.
Και ποιήματα.
Τους κλασικούς.
Δεν άντεξα να μην γελάσω. Ο Νίκος κι οι κλασικοί. — Και τώρα; — Δεν ξέρω, όπως πεις εσύ. — Εγώ; Εσύ; — Εγώ… Ειρήνη, εξήντα δύο είμαι.
Τι αποφάσεις να παίρνω; Να ζήσω ήσυχα τα χρόνια που μένουν, αυτό.
Όπως βγει. — Με ποια; Με μένα ή με εκείνη; Σώπασε.
Κατόπιν λέει: — Μπορώ και με τις δύο; Του ‘ριξα βάζο με αγγουράκια που είχα πρόχειρο.
Δίπλα στον τοίχο έσπασε. — Φύγε! Έφυγε.
Πήγε στη Δημητρούλα φυσικά.
Δεν έκλεισα μάτι.
Σαράντα χρόνια μαζί.
Δύο παιδιά. Εγγόνια.
Το εξοχικό, χτισμένο από τα χέρια μας.
Κι όμως, δεκαοκτώ χρόνια άλλο σπίτι, άλλη γυναίκα.
Ήταν, άραγε, ψέμα όλο; Δεν ορκίστηκε πίστη.
Απλώς ζούσε.
Και μαζί μου, και μαζί της.
Το πρωί ήρθε η Σοφία απ’ το πέμπτο.
Φέρνει γλυκό ταψιού. — Ειρήνη, κράτα γερά. — Ευχαριστώ. — Ν’ ανέβει κι ο άντρας μου, άμα χρειαστεί να φουσκώσει τον Νίκο; — Άφησέ τον.
Δεν είμαστε παιδιά. — Τι θα κάνεις; — Τίποτα.
Προς το παρόν. — Εγώ θα τόν πέταγα έξω! Προδότης! — Σοφία, ο δικός σου ο Μάκης τι έκανε με τη Γιώτα την τρίτη; Η Σοφία κοκκίνισε. — Τι πράγματα είναι αυτά; — Είδα τι κάνανε στ’ αμπελάκι. — Άσε μας, ήταν… τα λαχανικά. — Με αγκαλιές; Η Σοφία έφυγε γυρνώντας την πλάτη.
Ήρθε και ο Μανώλης κατά το μεσημέρι. — Κυρία Ειρήνη, να βοηθήσω με το χωράφι; — Άσε παιδί μου, ευχαριστώ. — Ο κύριος Νίκος είπε πως το βράδυ θα περάσει για τα πράγματά του. — Ποια πράγματα; Τα μποξεράκι του; — Δεν ξέρω, αυτά είπε να σου πω. — Τα είπες.
Έγινε, ευχαριστώ.
Το βράδυ ήρθε.
Σκύφτα, ταπεινά. — Ήρθα να πάρω τα πράγματά μου. — Πάρ’ τα. Ήρθε μέσα, πήγα πίσω του. — Ρε Νίκο, γιατί η Δημητρούλα; Τι το ιδιαίτερο; Σταμάτησε. — Δεν ξέρω.
Απλά… είναι εύκολο μαζί της. — Ε, μαζί μου δύσκολα; — Όχι δύσκολα, Ειρήνη… Απλά εσύ ξέρεις πάντα τι και πότε.
Όλα με πρόγραμμα.
Εκείνη ρωτάει, ζητάει γνώμη μου. — Νιώθεις σημαντικός, ε; — Μάλλον χρήσιμος.
Κάθισα στο κρεβάτι. — Εγώ όμως δεν ξέρω πώς να ζω, όταν ο άντρας μου δεκαοκτώ χρόνια κοιμάται και αλλού τα βράδια. — Ειρήνη… — Δεν ξέρω τι θα πω στα παιδιά.
Ούτε στα εγγόνια.
Ότι ο παππούς σας μένει με τη γειτόνισσα; — Μην τους πεις τίποτα. — Θα τους πω. Ο Χρήστος έρχεται αύριο με τη γυναίκα και το μωρό.
Τι να τους πω; — Πες ότι τσακωθήκαμε.
Κάθισε δίπλα. — Ειρήνη, να το ξεχάσουμε και να κάνουμε σα να μην έγινε τίποτα; — Δηλαδή; Να προσποιηθώ; — Ε, ναι.
Αυλή μας χωρίζει, κάθε μέρα θα τη βλέπω. — Και τι προτείνεις εσύ; Παραμέρισα, πήγα παράθυρο.
Απέναντι, η Δημητρούλα πότιζε τα αγγουράκια της με το γνωστό ρόμπα. — Ξέρεις κάτι; Μείνε όπου θες.
Τα εγγόνια, εσύ θα τους τα εξηγήσεις. — Ειρήνη! — Και φέτος, τουρσί αγγουράκι, μόνος σου. — Δεν ξέρω! — Βοήθειά σου! Αυτή τα διαβάζει τα κλασικά, θα βρει κι οδηγίες για τα τουρσιά.
Έφυγε ο Νίκος με τον μπόγο του και, φυσικά, όλοι στη γειτονιά στο πόδι.
Το βράδυ ξύπνησα απ’ έναν θόρυβο.
Κάποιος ήταν στον κήπο. Βγήκα. Ο Νίκος. — Τι κάνεις εδώ; — Τις ντομάτες κοιτάω.
Θα έχει καύσωνα, να ανοίξω το θερμοκήπιο. — Μα δεν έφυγες; — Έφυγα, αλλά αυτές οι ντομάτες είναι δικές μου! Να τις αφήσω να καούν; Άνοιξε το θερμοκήπιο και έφυγε.
Μέσα από τον φράχτη.
Το πρωί, ήρθαν ο Χρήστος με τη Δέσποινα και τον μικρό. — Μαμά, πού είναι ο μπαμπάς; — Στης Δημητρούλας. — Ε, καλά, φιλοξενείται; — Εκεί μένει. Ο Χρήστος κατάπιε το καφέ του στραβά. — Δηλαδή; Του τα είπα εν συντομία. — Δεκαοκτώ χρόνια; Μαμά, τότε, όταν ο Δημήτρης γεννήθηκε… — Μάλλον, ναι.
Πήγε στη Δημητρούλα, κι άκουσα φωνές.
Ύστερα, βρόντηξε η αυλόπορτα. — Λέει ο μπαμπάς πως αγαπάει και τις δυο σας. — Τυχερές εμείς, ε; — Μαμά, μην το παίρνεις έτσι… Ίσως και να αγαπάει. — Χρήστο, εσύ θα μπορούσες; Να αγαπάς δύο; — Εγώ; Όχι.
Αλλά ο μπαμπάς είναι, πώς να το πω, ξεχωριστός. — Αυτό κι αν είναι αλήθεια.
Ο εγγονός μου έτρεξε στη βεράντα. — Γιαγιά, γιατί ο παππούς μένει με τη θεία Δημητρούλα; — Τη βοηθάει με τον λαχανόκηπο, — είπα. Ο Χρήστος ξεκαρδίστηκε. — Μαμά, είσαι απίστευτη… Νύχτα ξανά ήχος. Ο Νίκος πότιζε. — Ε, είσαι καλά; Θα λιώσουν τα φυτά με τόση ζέστη. — Να καούν να τα βλέπω; Ούτως ή άλλως, ο κήπος μου. — Έχεις άλλο κήπο τώρα. — Εκεί είναι τα δικά της.
Αυτά τα δικά μας. — Λοιπόν, να σε βοηθήσω.
Πριν φτάσεις το μεσημέρι στο νερό.
Ποτίσαμε μαζί σιωπηλοί.
Ύστερα καθίσαμε στο παγκάκι. — Νίκο, ειλικρινά, ποια αγαπάς πιο πολύ; — Τι ερώτηση είναι αυτή τώρα; — Σοβαρή ερώτηση. Ποια; Σκέφτηκε. — Σας αγαπώ και τις δύο.
Αλλά αλλιώς. — Δηλαδή; — Εσύ, είσαι το δεξί μου χέρι.
Δεν κάνω χωρίς εσένα.
Με εκείνη είναι σαν γιορτή.
Όχι συχνά, αλλά ξεχωριστά. — Αν έλειπα εγώ; — Μα πώς μιλάς έτσι! — Αν έλειπα.
Θα την παντρευόσουν; — Δεν νομίζω.
Θα γινόταν δεξί χέρι κι εκείνη, οπότε δε γιορτή, τέλος. — Δηλαδή, θες και τα δύο. — Μάλλον, έτσι φαίνεται.
Καθίσαμε κοιτώντας τ’ αστέρια. — Νίκο, μήπως χρειάζομαι κι εγώ μια γιορτή; Πετάχτηκε πάνω. — Τι εννοείς; Ποια γιορτή; — Έναν άντρα. Ο Μανώλης ήρθε να βοηθήσει. — Ο Μανώλης; Θα του δείξω εγώ… — Πώς θα του δείξεις; Εσύ μένεις με τη Δημητρούλα. — Δεν είναι το ίδιο! — Γιατί; — Ειρήνη, εσύ είσαι αλλιώς. — Τι ξέρεις για το τι είμαι; Ή κι εγώ να διαβάζω κλασικούς; — Δεν διαβάζεις. — Θα… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους