Αγαπημένο μου ημερολόγιο, — Κορίτσι μου, δώσε μου έστω ένα τέταρτο φραντζόλας, αύριο θα σου επιστρέψω τα λεφτά. Το κεφάλι μου γυρίζει από την πείνα… — Μα τι λες τώρα, — μου απάντησαν, — εδώ είναι...
Αγαπημένο μου ημερολόγιο, — Κορίτσι μου, δώσε μου έστω ένα τέταρτο φραντζόλας, αύριο θα σου επιστρέψω τα λεφτά.
Το κεφάλι μου γυρίζει από την πείνα… — Μα τι λες τώρα, — μου απάντησαν, — εδώ είναι φούρνος, δεν δεχόμαστε μπουκάλια.
Μπορείς να διαβάσεις; Το γράφει καθαρά: τα άδεια μπουκάλια παραδίδονται στο ειδικό σημείο συλλογής, εκεί παίρνεις ευρώ και με αυτά μετά αγοράζεις ψωμί.
Τι θέλεις; Δεν ήξερα ότι το σημείο συλλογής λειτουργεί μόνο μέχρι τις 12:00. Άργησα.
Ποτέ μου δεν είχα μαζέψει μπουκάλια.
Με έπιασε απελπισία και έφυγα χωρίς να ξέρω πού θα βρω χρήματα. — Λοιπόν, — λέει, — έπρεπε να σηκωθείς νωρίτερα.
Αύριο να παραδώσεις από το πρωί τα μπουκάλια και μετά έλα πάλι. — Κορίτσι μου, δώσε μου ένα τέταρτο ψωμί, αύριο θα σου τα φέρω.
Ζαλίζομαι, δεν αντέχω άλλο την πείνα.
Ήταν φανερό πως η ηλικιωμένη κυρία ένιωθε μεγάλη ντροπή να ζητήσει, όμως στεκόταν περήφανα. — Όχι, — της απάντησε η πωλήτρια, — φιλανθρωπία δεν κάνω, με το ζόρι τα βγάζω πέρα κι εγώ.
Εδώ πια μαζεύονται πολλοί που ζητάνε.
Μην καθυστερείς. — Καλημέρα, — φώναξε η πωλήτρια προς τον άνδρα που στεκόταν στο πλάι του φούρνου. — Ήρθαν τα αγαπημένα σας καρβέλια.
Τα ρολάκια με βερίκοκο φρέσκα, με κεράσι είναι χθεσινά. — Καλημέρα, — απάντησε ο άντρας αφηρημένος στις σκέψεις του. — Θα ήθελα φρατζόλα με καρύδια και αποξηραμένα φρούτα.
Και έξι ρολάκια με κεράσι. — Με βερίκοκο, — ξαναείπε η πωλήτρια. — Τότε, με βερίκοκο.
Ο άντρας κοίταζε αόριστα, χωρίς να προσέχει τη γιαγιά που στεκόταν δίπλα και τον κοιτούσε.
Από το παράθυρο του φούρνου η πωλήτρια του έδωσε τα ψώνια.
Έβγαλε από την τσέπη το χοντρό πορτοφόλι του και πλήρωσε με ένα μεγάλο χαρτονόμισμα.
Το βλέμμα του φευγαλέα έπεσε πάνω στη γιαγιά, σταμάτησε στη μεγάλη καρφίτσα στο σακάκι της.
Η ηλικιωμένη κυρία δεν έμοιαζε με ζητιάνα.
Είχε αξιοπρεπή, διανοούμενη εμφάνιση και περήφανη στάση σώματος.
Ήταν ντυμένη φτωχικά, αλλά ιδιαίτερα περιποιημένα. Ο Παναγιώτης μπήκε στο αυτοκίνητό του, άφησε τις σακούλες στο κάθισμα και έφυγε.
Κοντά βρισκόταν το γραφείο της επιχείρησής του.
Μόλις έφτασε, τον υποδέχτηκε η γραμματέας, η Μαρίνα. — Κύριε Παναγιώτη, η γυναίκα σας ζήτησε να την πάρετε τηλέφωνο. — Μαρίνα μου, έγινε κάτι; — ανησύχησε εκείνος. Ο Παναγιώτης Δεληγιάννης ήταν ο ιδιοκτήτης μιας επιχείρησης με οικιακές συσκευές.
Είχε ξεκινήσει τη δουλειά του στις αρχές του '90. Με το μυαλό και τη διορατικότητά του, η επιχείρηση άκμασε γρήγορα.
Το γραφείο του ήταν στα προάστια της Αθήνας.
Θα μπορούσε να βρίσκεται στο Κολωνάκι, αλλά δεν ήθελε να ξοδεύει άσκοπα χρήματα.
Είχε χτίσει ένα όμορφο σπίτι στα βόρεια προάστια, όπου ζούσε με τη γυναίκα του και τους δύο του γιους.
Σε δύο εβδομάδες περίμεναν το τρίτο τους παιδί και ο Παναγιώτης ανησυχούσε ιδιαίτερα με το τηλεφώνημα της συζύγου του. — Ιωάννα μου, έγινε κάτι; — ρώτησε. — Παναγιώτη, μας κάλεσαν στο σχολείο. Ο Άρης μας μάλωσε πάλι με ένα συμμαθητή του. — Αγάπη μου, δεν ξέρω αν θα μπορέσω να έρθω.
Έχω πολλή δουλειά.
Προσπαθώ να κλείσω συμφωνία με μεγάλο προμηθευτή. — Μα εγώ δεν θα τα καταφέρω μόνη, το ξέρεις. — Όχι, εσύ δεν πας πουθενά.
Κάτσε να ξεκουραστείς, είσαι έγκυος.
Θα βρω τρόπο να περάσω. — Ο Άρης δεν θα τη γλιτώσει.
Αν δεν καταλαβαίνει με τα λόγια, θα το πω αλλιώς.
Συγγνώμη που επιμένω.
Αν αργήσω, μη με περιμένετε για το βράδυ. — Αγάπη μου, έχεις εξαφανιστεί.
Τα παιδιά σε βλέπουν μόνο όταν κοιμούνται κι όταν ξυπνούν εσύ λείπεις.
Ανησυχώ για σένα, δεν ξεκουράζεσαι ποτέ. — Έτσι είναι, αλλά το κάνω για το καλό μας.
Ελπίζω αυτός ο ρυθμός να κρατήσει άλλη μια βδομάδα και μετά όλα να στρώσουν.
Στο νοσοκομείο ποιος θα μείνει με τα παιδιά; — Θα βρούμε λύση, μη στενοχωριέσαι.
Θα πάρουμε νταντά. — Δεν μου αρέσει να μένουν τα παιδιά με ξένους όλη μέρα… — Ιωάννα μου, τα συζητάμε μετά, σε παρακαλώ.
Έχω πολλή δουλειά. — Νομίζω ότι πια δεν νοιάζεσαι για μας... — Μη λες τέτοια λόγια.
Ό,τι κάνω το κάνω για σένα, για τον Άρη, τον Νίκο και τη μικρή μας που έρχεται.
Μη στεναχωριέσαι.
Αργά το βράδυ γύρισε στο σπίτι.
Τα παιδιά κοιμούνταν και η Ιωάννα τον περίμενε στο σαλόνι. — Συγγνώμη για πριν, μίλησα σκληρά. — Δεν πειράζει, πρέπει να φροντίζεις τον εαυτό σου.
Πάμε μέσα, να σε βοηθήσω να ζεστάνουμε κάτι. — Όχι, δεν πεινάω.
Παρήγγειλα κάτι στο γραφείο και σου έφερα φρέσκα ρολάκια από τον φούρνο με βερίκοκο.
Είναι τέλεια, δεν βρίσκεις τέτοια πουθενά αλλού.
Και το ψωμί με καρύδια... — Τα ρολάκια μας άρεσαν, αλλά το ψωμί αυτό δε το προτιμάμε με τα παιδιά. Ο Παναγιώτης σκεφτόταν τη γιαγιά απ’ τον φούρνο. — Αγάπη μου, πήγαινε να ξεκουραστείς, αύριο ξανά θα τρέχεις στο γραφείο από τα χαράματα.
Τι έχεις; Μήπως συμβαίνει κάτι στη δουλειά; — Όχι, αν τα βρω με τον προμηθευτή όλα θα πάνε καλύτερα. — Είσαι εξαντλημένος. — Δεν είναι αυτό, θυμήθηκα σήμερα την ηλικιωμένη στον φούρνο.
Ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου τότε και τώρα μόνο συνειδητοποιώ τι γινόταν.
Το πρόσωπό της μου φάνηκε γνώριμο, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω ποια ήταν.
Και εκείνη η μεγάλη καρφίτσα… Ο Παναγιώτης πάντα πρόθυμος να βοηθάει, βασανιζόταν που δεν βοήθησε τότε τη γυναίκα εκείνη.
Το πιο ανησυχητικό, ότι το πρόσωπό της κάτι του θύμιζε και δεν μπορούσε να το τοποθετήσει.
Τα ξημερώματα έφτασε γραφείο και, μετρώντας χαρτιά, προσπάθησε να λύσει μερικά προβλήματα. «Μήπως θέλω ύπνο ή έχω ξεχάσει τα μαθηματικά;», χαμογέλασε.
Ξάφνου, μια έκλαμψη: «Μήπως είναι η κυρία Καραγιώργου;» Τη γνώρισε από την καρφίτσα και το σακάκι.
Είχε να τη δει 17 χρόνια, η εικόνα της είχε αλλάξει. Η Μαρία Καραγιώργου ήταν η αγαπημένη δασκάλα μαθηματικών στο σχολείο του.
Τη συμβουλεύονταν ακόμα και οι γονείς των μαθητών.
Παντρεύτηκε αργά, στα 38 της.
Απέκτησε μια κόρη που, δυστυχώς, δεν έζησε πέρα από τα τρία της χρόνια.
Μετά τον χαμό της κόρης της, χώρισε.
Η κυρία Μαρία μοίρασε την αγάπη της στα παιδιά των άλλων.
Η παιδική ηλικία του Παναγιώτη ήταν δύσκολη.
Τον μεγάλωσε η γιαγιά του, καθώς οι γονείς του σκοτώθηκαν σε ένα εργατικό δυστύχημα.
Ήταν εργατικός και έξυπνος, και τον αγαπούσαν οι καθηγητές.
Η κυρία Μαρία, ιδιαίτερα, τον προστάτευσε. Τις Κυριακές, πιτσιρίκος ακόμα, την επισκεπτόταν και τη βοηθούσε με τις δουλειές του σπιτιού της στα Πατήσια. Η Μαρία ήξερε την κατάσταση στο σπίτι του, πως συχνά δεν υπήρχε αρκετό φαΐ.
Του πρόσφερε γεύμα στο τέλος κάθε μικροδουλειάς και εκείνος δεχόταν πάντα με λίγη ντροπή.
Αγαπούσε να φτιάχνει ψωμί μόνη στην παλιά πετρόφουρνο, μια συνταγή δώρο από τη δικιά της γιαγιά.
Ήταν αφράτο, μυρωδάτο, τίποτα καλύτερο. — Αφού λες πως τέτοιο ψωμί δεν έχεις ξαναδοκιμάσει, τότε πάρε και στη γιαγιά σου, — του έλεγε κι έκοβε μια μεγάλη φέτα να πάρει σπίτι του.
Χάθηκε για ώρα στις μνήμες του.
Κάποια στιγμή θυμήθηκε πως το σπίτι της εκεί στην παλιά γειτονιά είχε κατεδαφιστεί.
Ήξερε πως θα πρέπει να μάθει πού μένει τώρα.
Τηλεφώνησε σε έναν παλιό γνωστό στην αστυνομία κι έμαθε τη διεύθυνση σε μισή ώρα.
Όμως η δουλειά στο γραφείο δεν του επέτρεψε να την επισκεφτεί άμεσα.
Το βράδυ, μιλώντας στην Ιωάννα για την κυρία Μαρία, της είπε την ιδέα του: — Ξέρεις, ανησυχείς για το ποιος θα μείνει με τα παιδιά όταν θα μπεις στο μαιευτήριο.
Γιατί να μη φέρουμε την κυρία Καραγιώργου; Ήταν φωτεινός φάρος στη ζωή μου, και τώρα είναι μόνη της... Τόσα χάρη σε αυτήν.
Δεν μπορούμε να την αφήσουμε χωρίς βοήθεια. — Να τη φέρεις! Ίσως μπορέσει να τιθασεύσει και τον Άρη μας στο σχολείο, — γέλασε η Ιωάννα. — Δεν τη φαντάζεσαι.
Έχει μοναδικό τρόπο να επιβληθεί. Την Κυριακή βρήκε λίγες ώρες και πήγε στο σπίτι της, κρατώντας λουλούδια.
Με τρεμάμενα χέρια χτύπησε το κουδούνι.
Το άνοιξε η Μαρία Καραγιώργου.
Είχε αλλάξει πολύ: το πρόσωπο σκοτεινιασμένο, τα μάτια άτονα πια. — Καλημέρα σας, κυρία Μαρία, είμαι ο Παναγιώτης Δεληγιάννης, απόφοιτος πριν 17 χρόνια. — Πώς να μη σε θυμάμαι, Παναγιώτη; Σε γνώρισα από τον φούρνο εκείνη τη μέρα. — Συγγνώμη που δεν σας βοήθησα αμέσως, ήμουν αφηρημένος.
Η δασκάλα δεν άντεξε κι έβαλε τα κλάματα. — Έψαχνα να σας βρω, ειλικρινά σας το λέω.
Της έδωσε τα λουλούδια δισταχτικά. — Ευχαριστώ, τελευταία φορά μου έδωσαν λουλούδια την πρώτη Σεπτεμβρίου τέσσερα χρόνια πριν, το τέλος της καριέρας μου.
Ή μάλλον… με ανάγκασαν να φύγω. — Συγγνώμη, ούτε τσάι μπορώ να κεράσω.
Η σύνταξη σε δυο μέρες μπαίνει. — Δεν ήρθα για αυτό, ήρθα να σας πάρω μαζί μας.
Έχω σπίτι μεγάλο, σύζυγο, δύο γιους και σε λίγο έρχεται η κόρη μου. — Όχι, Παναγιώτη μου, δεν θέλω να γίνω βάρος. Η οικογένειά σου δεν… Διαβάστε τη συνέχεια στα σχόλια ⬇️⬇️
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους