Ο ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΒΡΑΒΕΙΩΝ Πριν από πέντε μέρες ο έγκυρος και καταξιωμένος στις συνειδήσεις των αναγνωστών και των ομοτέχνων του λογοτεχνικός κριτικός Γιώργος Αράγης (που αναγορεύτηκε...
Ο ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΒΡΑΒΕΙΩΝ Πριν από πέντε μέρες ο έγκυρος και καταξιωμένος στις συνειδήσεις των αναγνωστών και των ομοτέχνων του λογοτεχνικός κριτικός Γιώργος Αράγης (που αναγορεύτηκε πρόσφατα επίτιμος διδάκτωρ τού πανεπιστημίου Ιωαννίνων), δημοσίευσε στην προσωπική του σελίδα στο Facebook ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κριτικό κείμενο στο οποίο θίγει ένα μείζον θέμα τής πνευματικής ζωής τού τόπου μας: τα λογοτεχνικά βραβεία.
Εκκινώντας από τη βασική διαπίστωση (την οποία συμμερίζεται απόλυτα και ο γράφων) ότι όλα τα λογοτεχνικά βραβεία όχι μόνο τα ελληνικά αλλά και τα ξένα (σε ένα διαφορετικό επίπεδο) είναι συζητήσιμα, στη συνέχεια έκανε δύο πολύ ουσιαστικές επισημάνσεις. Πρώτον: Υποστήριξε ότι τα κρατικά λογοτεχνικά βραβεία είναι διαχρονικά στη συντριπτική τους πλειονότητα άδικα και ανυπόληπτα και αδυνατούν να δώσουν μιαν αντικειμενική εικόνα τής πραγματικής εντόπιας λογοτεχνικής ζωής και των αξιών της, είτε γιατί, (ισχυρίζομαι εγώ) εξυπηρετούν κάποιες πολιτικές ή άλλες σκοπιμότητες, είτε γιατί συγκροτούνται από άτομα που δεν έχουν επαρκή γνώση τής λογοτεχνίας, είτε για διάφορους άλλους λόγους που δεν είναι τής παρούσης να αναφερθούν, με αποτέλεσμα, γράφει ο Αράγης, ο μέτριος ποιητής τής πρώτης μεταπολεμικής γενιάς Τάκης Βαρβιτσιώτης να έχει στο παρελθόν τιμηθεί με εφτά λογοτεχνικά βραβεία, ενώ σημαντικοί ποιητές τής ίδιας γενιάς όπως ο Μιχάλης Κατσαρός και ο Άρης Αλεξάνδρου με κανένα! Δεύτερον: Τα πολυάριθμα βραβεία (περίπου εξήντα) τα οποία απονέμουν ετησίως θεσμοί όπως η Ακαδημία Αθηνών, ιδιωτικοί φορείς όπως τα βραβεία Καβάφη και Ζαν Μωρεάς και τα λογοτεχνικά περιοδικά ( Αναγνώστης, Χάρτης, Δέκατα ) είναι στην πλειονότητά τους έωλα και δεν έχουν κανένα απολύτως κύρος για τον απλούστατο λόγο ότι απαρτίζονται από επιτροπές που συγκροτούνται από αυτοαποκαλούμενους «κριτικούς» οι οποίοι δεν έχουν ούτε ένα απολύτως δείγμα πειστικού και αξιόπιστου κριτικού έργου, παρά μόνο άκρως πληκτικές, υποδειγματικά ρηχές βιβλιοπαρουσιάσεις και κείμενα δημοσίων σχέσεων υπαγορευμένα, κατά κανόνα, από τους εκδότες.
Το νόστιμο είναι, σημειώνει ο Αράγης, ότι όλοι αυτοί οι ψευδοκριτικοί από τη στιγμή που συμμετέχουν στις επιτροπές των κρατικών βραβείων ή των περιοδικών, αυτοαναγορεύονται αυτόχρημα έγκυροι λογοτεχνικοί κριτικοί! Έτσι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται το εξής τραγελαφικό φαινόμενο στη χώρα μας: από τη μια πλευρά να έχουμε μια υπέρ- πληθώρα λογοτεχνικών ψευδοκριτικών, και από την άλλη να αναζητούμε την αξιόλογη κριτική σκέψη με το φανάρι τού Διογένη.
Ξεχωριστή μνεία στο εξόχως ενδιαφέρον, αιχμηρό κείμενό του ο Αράγης κάνει στα βραβεία «Ζαν Μωρεάς» που εδρεύουν στην Πάτρα και διευθύνονται από τον πολυπράγμονα ποιητή Αντώνη Σκιαθά, ο οποίος είναι συγχρόνως διευθυντής τού «Patras World Festival” τού «Γραφείου Ποιήσεως» (sic) και τού ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού «Culture Book”. Ο Αράγης με την παρρησία που τον διακρίνει, χαρακτήρισε τον Σκιαθά ποιητική υπομετριότητα, τού αναγνώρισε ορισμένες ικανότητες στις Δημόσιες σχέσεις αποκαλώντας τον ατσίδα, ταυτόχρονα όμως αμφισβήτησε έντονα την εγκυρότητα των βραβείων «Ζαν Μωρεάς» τα οποία κατά τη γνώμη του θα έπρεπε να συνεργάζονται με το πανεπιστήμιο τής Πάτρας. Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΚΙΑΘΑΣ ΣΤΕΛΝΕΙ ΕΞΩΔΙΚΟ ΣΤΟΝ ΑΡΑΓΗ! Ενοχλημένος σφόδρα ο Αντώνης Σκιαθάς από το κείμενο τού Αράγη τού απέστειλε την άλλη κιόλας μέρα με δικαστικό κλητήρα στο σπίτι του στα Γιάννενα εξώδικο κλήση στην οποία τού ζήτησε να αναιρέσει εντός τριών ημερών όσα έγραψε γι αυτόν και τα βραβεία Ζαν Μωρεάς, διαφορετικά θα τον οδηγήσει στα δικαστήρια! Εδώ βρίσκεται και η δική μου εμπλοκή (ή αν θέλετε η συμμετοχή ) στο εν λόγω θέμα.
Επειδή είμαι ο πρώτος κριτικός (ίσως και ο μοναδικός) που δημοσίευσε στο τεύχος 5 τού «Αντιλόγου» (Φθινόπωρο 2024) μία ιδιαίτερα σκληρή με αδιάσειστα επιχειρήματα λογοτεχνική κριτική για την ποιητική συλλογή τού Αντώνη Σκιαθά «Αφανείς Μύθοι» με τον εύγλωττο, χαρακτηριστικό τίτλο «Κακοποιώντας την ποίηση και τη γλώσσα», αναφερόμενος συγχρόνως και στις ποικίλες δραστηριότητές του (διευθυντής τού «Γραφείου Ποιήσεως» κ.ά) ∙ αλλά και επειδή στο παρελθόν έχω κι εγώ δεχτεί απειλές για μηνύσεις για τα κριτικά μου κείμενα αρκετές φορές, έγραψα ένα σχόλιο κάτω από την ανάρτηση τού Αράγη στο οποίο δήλωνα κατηγορηματικά ότι αν ο Σκιαθάς πραγματοποιήσει την απειλή του και οδηγήσει την υπόθεση στα δικαστήρια, προσφέρομαι να καταθέσω ως μάρτυρας υπερασπίσεως τού κειμένου τού Αράγη, αλλά και τής ελεύθερης έκφρασης στη λογοτεχνική κριτική. ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ: Ο ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΔΑΞΑΣ Στο σημείο αυτό πρέπει να πω ότι όταν έγραφα το σχόλιο μου κάτω από το κείμενο τού Αράγη, δεν γνώριζα ότι ο Αντώνης Σκιαθάς (διαμέσου τής επιτροπής την οποία έχει συγκροτήσει) απένειμε φέτος το μεγάλο βραβείο Ζαν Μωρεάς στον ομότιμο πανεπιστημιακό καθηγητή Γιώργο Βέλτσο για το σύνολο τού λογοτεχνικού του έργου.
Όταν το πληροφορήθηκα φωτίστηκε ο νους μου.
Διότι ο Βέλτσος ( τις πρακτικές τού οποίου φαίνεται πως θέλει να μιμηθεί ο Σκιαθάς) παρά το γεγονός ότι στο παρελθόν διετέλεσε πρόεδρος τής κριτικής επιτροπής των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων, έχει δείξει περίτρανα εδώ και πολλά χρόνια ότι με κανένα τρόπο δεν ανέχεται την κριτική ∙ και ότι αν κάποιος τολμήσει να διατυπώσει αντιρρήσεις για τις λογοτεχνικές του δραστηριότητες απειλεί να τον σύρει στα δικαστήρια! Αυτό ακριβώς έκανε και σ’ εμένα όταν τον Μάρτιο τού 2002 δημοσίευσα στο περιοδικό «Νέα Εστία» (τ. 1743) μια σκληρή λογοτεχνική κριτική για την ποιητική συλλογή του «Στην εκταφή οι εραστές αναγνωρίζονται από τα δαχτυλίδια» με τον τίτλο «Ένα ακραίο φαινόμενο». Η υπόθεση είχε τότε προκαλέσει κυριολεκτικά σάλο, γράφτηκαν πολλά και εξαιρετικά κείμενα γι’ αυτό το θέμα, ενώ σύσσωμη η λογοτεχνική κοινότητα υπερασπίστηκε σθεναρά το δικαίωμα τής κριτικής να εκφράζεται ελεύθερα. • Ο Γιώργος Αράγης μού ζήτησε να αναδημοσιεύσω την παλιά κριτική μου για την ποίηση του Βέλτσου για να δουν και οι αναγνώστες που δεν την έχουν διαβάσει, τη λογοτεχνική ποιότητα τού ομότιμου καθηγητή ο οποίος τιμήθηκε φέτος με το μεγάλο βραβείο «Ζαν Μωρεάς» για το σύνολο τού έργου του.
Το πράττω ασμένως, προς τέρψιν των εκλεκτών φίλων μου. ΕΝΑ ΑΚΡΑΙΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ Γιώργος Βέλτσος, Στην εκταφή οι εραστές αναγνωρίζονται από τα δαχτυλίδια, Καστανιώτης, Αθήνα 2001, σ. 46 Η περίπτωση τού Γιώργου Βέλτσου θα μπορούσε άφοβα να χαρακτηριστεί ως ακραίο πολιτιστικό φαινόμενο.
Καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, φίλος τού πρωθυπουργού και εξ απορρήτων σύμβουλός του σε πολιτιστικά θέματα, θεατρικός συγγραφέας έργων αβέβαιης θεατρικότητας, φίλος, θαυμαστής και ομοτράπεζος τού αμφιλεγόμενου Γάλλου φιλοσόφου Ζακ Ντερριντά, παθιασμένος κοινωνός τής παριζιάνικης κουλτούρας και ιδιαίτερα τής μεταμοντέρνας στην πιο ακραία της εκδοχή, κοινωνιολογών φιλόσοφος τού Life style, ευφάνταστος τηλεοπτικός γευσιγνώστης, χαριτωμένος μπον βιβέρ και ιδιότυπος κοσμικός εκ γενετής (πάντα όμως με την καλή έννοια, όπως θα έλεγε και δημοφιλής κωμικός τής TV), ο Βέλτσος είναι ένα από τα πλέον γνωστά ονόματα τής αθηναϊκής ελίτ των διανοουμένων και ταυτόχρονα ένα πρόσωπο που κατορθώνει να βρίσκεται συνεχώς τα τελευταία χρόνια με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στο προσκήνιο τής πολιτιστικής επικαιρότητας.
Είτε με την συχνή αρθρογραφία του στον ημερήσιο Τύπο, είτε με τα βιβλία που αθρόα εκδίδει, είτε με την ίδια την παρουσία του (κινήσεις, ύφος στάση, φωνή, χειρονομίες ενός αυθεντικού κλόουν όπως ο ίδιος αυτοαποκαλείται ) και το στρυφνό, δυσνόητο, επιτηδευμένο γλωσσικό του ιδίωμα, που δίνει τροφή στους δημοσιογράφους να μιλούν για «Βέλτσειον» ύφος και σε προικισμένους μίμους όπως ο Μητσικώστας να τον αναπαριστάνουν ξεκαρδιστικά.
Ωστόσο, όλη αυτή η πολυσχιδής δραστηριότητα φαίνεται πως δεν ικανοποιεί τη φιλοδοξία τού Γιώργου Βέλτσου.
Έτσι, τελευταία εζήλωσε και δόξαν ποιητή και από το 1993 μέχρι σήμερα δημοσίευσε εφτά ποιητικές συλλογές (ένα σχεδόν βιβλίο τον χρόνο). Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.
Στην περίπτωση τού νεόκοπου ποιητή Βέλτσου, συμβαίνει το εξής εκπληκτικό και μάλλον πρωτοφανές.
Πριν ακόμη η έγκυρη κριτική σε αυτόν τον τόπο αποφανθεί για την αξία τού ποιητικού του έργου (είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο ο Δ.Ν. Μαρωνίτης έχει εκφραστεί θετικά για την προηγούμενη ποιητική συλλογή του Ψιλά γράμματα, τα δύο τελευταία βιβλία του και κυρίως η Εκταφή, συνοδεύτηκαν από τα τύμπανα ενός εκκωφαντικού δημοσιογραφικού θορύβου.
Σε μια εποχή δηλαδή, κατά την οποία σημαντικοί ποιητές βρίσκονται έξω από το πεδίο τού δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος, βλέπουμε τον Βέλτσο να δίνει ολοσέλιδες συνεντεύξεις σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας και να μιλάει με ύφος περισπούδαστο για το ποιητικό του έργο.
Αν αυτό δεν είναι μια πρόκληση, ένα σύμπτωμα που αποκαλύπτει τη ρηχότητα τής πνευματικής μας ζωής, τότε τι είναι; Μια προσεκτική ανάγνωση τού τελευταίου βιβλίου τού Γιώργου Βέλτσου, καθώς επίσης και των άλλων ποιητικών συλλογών που έχει εκδώσει από το 1993 μέχρι σήμερα, μας οδηγεί σε μια βασική διαπίστωση: ο Βέλτσος δεν είναι αυθεντικός ποιητής, αλλά ένας διανοούμενος που προσπαθεί ανάμεσα στις πολλές, ποικίλες ασχολίες του να γράψει και ποιήματα.
Κάποτε, είναι αλήθεια, κατορθώνει και μας δίνει ορισμένους αξιόλογους στίχους και ελάχιστα μετρημένα στα δάχτυλα τού ενός χεριού, δείγματα μιας ικανοποιητικής ποιητικής γραφής. (Και μιλάμε κυρίως για ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στη Νέα Εστία και ιδιαίτερα για εκείνο στο οποίο γίνεται μια αναφορά στο πρόσωπο τού Ιησού Χριστού). Τις υπόλοιπες φορές όμως αποτυγχάνει ολοσχερώς.
Τα ποιήματά του, αδύναμα ως προς την αρχική τους σύλληψη, επίπεδα, άνευρα, φέρουν έκτυπα τα χαρακτηριστικά μιας διανοητικής κατασκευής.
Κανένα ρίγος αληθινής συγκίνησης δεν τα διαπερνά.
Καμιά ποιητική πνοή δεν τα ζεσταίνει και δεν τα απογειώνει.
Ο απαιτητικός αναγνώστης αφού τα διαβάσει κλείνει το βιβλίο και αμέσως τα ξεχνά, ενώ δεν αισθάνεται την ανάγκη να επανέλθει ποτέ. (Κι αυτό είναι ένα εμπειρικό, πλην όμως αδιάψευστο τεκμήριο τής γνησιότητας ενός ποιητή). Πού οφείλεται αυτή η αποτυχία; Γιατί ο Βέλτσος δεν μπορεί να γράψει αξιομνημόνευτους στίχους και ποιήματα; Πρώτα- πρώτα οφείλεται, κατά τη γνώμη μας, στο γεγονός ότι ο Βέλτσος προσέρχεται στην ποίηση με μιαν ανεπίτρεπτη αλαζονεία (στα Ψιλά Γράμματα γράφει ότι «κανείς δεν είναι ποιητής χωρίς το δεύτερο συστατικό την οίηση»). Ο Βέλτσος είναι φανερό, δεν αντιμετωπίζει την ποίηση σαν μιαν υψηλή πνευματική διεργασία ή σαν ένα καταλυτικό γεγονός στο οποίο διακυβεύεται συχνά η βαθύτερη ουσία τής ανθρώπινης υπάρξεως, αλλά σαν ένα πάρεργο, σαν ένα χόμπυ για αργόσχολους ή σαν έναν χώρο δημοσιότητας και προβολής.
Η ποίηση όμως δεν γράφεται με αυτόν τον τρόπο.
Ο αληθινός ποιητής προσέρχεται στην ποίηση με άκρα ταπεινότητα.
Το σώμα του χαμηλώνει, διπλώνεται, αγγίζει τη γη. Δεν πρόκειται ασφαλώς για την περίφημη απόσβεση τής προσωπικότητας τού ποιητή, αλλά για κάτι διαφορετικό.
Ο αληθινός ποιητής αισθάνεται ότι πρέπει να «ταφεί» μέσα στο ποίημα για να μπορέσει μετά ακέραιος και λυτρωμένος «ν’ αναστηθεί». Αυτή είναι η ουσιαστική -με την ποιητική έννοια τού όρου- λειτουργία τής ποίησης.
Αυτή την προσέγγιση, αυτή τη «μέθοδο» ακολουθούν οι αυθεντικοί ποιητές ανά τους αιώνες.
Φαίνεται όμως πως αυτά για τον Βέλτσο είναι στην ουσία «ψιλά γράμματα». Ο Βέλτσος -και μπορούμε εύκολα να το καταλάβουμε από τον τρόπο που είναι γραμμένα τα ποιήματά του- δεν δείχνει να αισθάνεται κανένα δέος μπροστά στο άσπρο χαρτί.
Για τον Βάλτσο το άσπρο χαρτί δεν είναι ο σκληρός, σεφερικός καθρέφτης που σου επιστρέφει, αν τον εμπιστευτείς, τη δική σου φωνή και όχι εκείνη που σου αρέσει ∙ αλλά μια λευκή επιφάνεια στην οποία καθρεφτίζονται τα μακιγιαρισμένα με ποιητικίζοντα ψιμύθια προσωπεία του.
Έτσι όμως οι λέξεις, χωρίς κανένα συναισθηματικό βάρος, δίχως μια βαθύτερη αντιστοιχία με τα πράγματα που θέλουν να εκφράσουν, εκδικούνται. «Δεν καρφώνονται μέσα στο ποίημα, σαν πρόκες για να μην τις παίρνει ο άνεμος». Μου είπες πως σε πόνεσα αλλά δεν θες τέτοιο ενέχυρο και μου το επιστρέφεις τα βράδια που κλαίμε την αλλαγή των συνθηκών Η δικαιοπραξία ματαιώθηκε λοιπόν Διότι, μου είπες των πραγμάτων ούτως εχόντων η αυτεξουσιότητα είναι η στάση των αρχόντων. (στ’) Ένας δεύτερος λόγος που ο Βέλτσος αδυνατεί να μας δώσει πραγματικά ποιήματα είναι το ότι δεν μπορεί να απαλλαγεί από την εγκεφαλικότητά του.
Όχι βέβαια ότι η γνώση, η διάνοια, οι ιδέες, είναι άχρηστα πράγματα για την ποίηση.
Αντίθετα η ποίηση ζητά ολόκληρη την προσωπικότητα τού ποιητή, όχι μόνο ένα μέρος της.
Όταν όμως αυτό δεν γίνεται μέσα από μιαν εσωτερική διεργασία, από μια φυσική αναγκαιότητα, αλλά επιβάλλεται προγραμματικά απέξω «για να τιτλοφορούμεθα ποιητές», τότε το αισθητικό αποτέλεσμα ακυρώνεται.
Στην περίπτωση τού Βέλτσου αισθάνεται κανείς ότι η εγκεφαλικότητα καταπνίγει κάθε συναίσθημα και δημιουργεί ένα είδος αναχώματος που εμποδίζει τις ασύνειδες ποιητικές δυνάμεις να αναδυθούν και να δράσουν. Αποτέλεσμα: Στα περισσότερα ποιήματα της Εκταφής υπάρχουν σκέψεις, υπάρχουν δηλώσεις που δεν μετουσιώνονται αισθητικά- μ’ ένα λόγο δεν αποκτούν λογοτεχνικότητα.
Και μάρτυς μου ο ήλιος, είχες πει σαν να επρόκειτο για ζήτημα φωτός η αλήθεια Σκοτάδια κι άλλα σκοτάδια σκοτεινά είναι οι προθέσεις μας πώς με αγάπησες γιατί η αγάπη και πώς δικάζει και του δυο η ισημερία Ο ήλιος ψευδομάρτυρας παρά το αψευδές των αισθημάτων Κι ύστερα το αψευδές των έξεων διότι και πάλι αύριο θα υποστείλεις τα φρονήματα. (ια’) Ένα τρίτο βασικό εμπόδιο στον δρόμο τού Βέλτσου προς την ποίηση είναι ο ναρκισσισμός του.
Ο ναρκισσισμός βέβαια αυτός καθευαυτόν δεν είναι εξ ορισμού κακό πράγμα για την ποίηση.
Το ναρκισσιστικό στοιχείο υπάρχει δυνάμει έστω και επιμελώς κρυμμένο, σε κάθε ποιητή, σε κάθε καλλιτέχνη εν γένει, και μπορεί να είναι ένα ισχυρό κίνητρο για υψηλά δημιουργικά επιτεύγματα, αρκεί να κατορθώσει κανείς να το υποτάξει στο αληθινό νόημα τής τέχνης.
Ο ναρκισσισμός τού Βέλτσου έχει ένα μειονέκτημα: εξέχει μέσα στα ποιήματά του, φωνάζει από μακριά ∙ και εκφράζεται με μια λεκτική επιτήδευση και μιαν εξεζητημένη μελαγχολία, μια ατμόσφαιρα πένθους, που δεν έχουν τη δύναμη να μας πείσουν για τη γνησιότητά τους. Γιατί; Διότι το πένθος (που δεν συνάδει με τον ναρκισσισμό) προϋποθέτει πόνο: και ο πόνος ο αληθινός, που ανοίγει ρήγματα στην ψυχή ενός ανθρώπου και συγχρόνως τον ωριμάζει, τον ανυψώνει πνευματικά και γίνεται πηγή καλλιτεχνικής δημιουργίας, δεν υπάρχει στα ποιήματα τής Εκταφής.
Γράφει ο Βέλτσος: Αδελφές ώρες μ’ ένα μικρό του λεπτοδείκτη κίνημα ώρες συγκεντρωμένες στής κάμαρας το ακίνητο προσκύνημα ώρες, αιώρημα θεώρημα που επέβαλε ο συνωστισμός τις τάξεις σας πυκνώνω βιαστικός προστίθεμαι κι εγώ στην οικογένεια των αυτοκτόνων (λ’) Αλήθεια ποιος μιλάει σ’ αυτό το ποίημα; Ποιος απευθυνόμενος στις αδελφές ώρες, ισχυρίζεται ότι θα προστεθεί στην οικογένεια των αυτοκτόνων; Ο γράφων το ποίημα Βέλτσος; Ένα προσωπείο του; Η ίδια η γλώσσα; Όποιος κι αν μιλάει, δεν κατορθώνει να μας συγκινήσει με τη μελοδραματική δήλωση-εξαγγελία του.
Δύο σελίδες όμως πιο κάτω, σ’ ένα άλλο ποίημα διαβάζουμε: Μαύρο, του μαύρου ιδανικό αδύνατο και μαύρο τής τέχνης μου το μυστικό το μέτωπο, στο τζάμι το κατευθείαν, στην καρδιά το άηχο, στον κρότο, στον κρόταφο, το αβέβαιο Κι ύστερα μαύρο αίμα.
Εδώ θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Βέλτσος, κοντά στις άλλες του ιδιότητες, απέκτησε και μία ακόμη: αυτήν τού ειδικού στις φιλολογικές αυτοκτονίες! Ας μιλήσουμε όμως πιο σοβαρά.
Αυτού τού είδους τα ποιήματα δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια κακόγουστη πόζα, ένα κενό σχήμα λόγου, μια φιλολογία.
Γράφονται έτσι αβρόχοις ποσίν, για να προκαλέσουν εντύπωση.
Εντύπωση όμως σε ποιον; Υπάρχουν σήμερα εν έτει 2002, αναγνώστες τής ποίησης που μπορούν να μένουν έκθαμβοι με ποιητικίζοντα στιχουργήματα όπως το παραπάνω; ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Ο Γιώργος Βέλτσος, τις υποκριτικές ικανότητες και τη θεατρικότητα τής παρουσίας τού οποίου δεν αμφισβητούμε, παρά τις φιλότιμες και επίμονες προσπάθειες που κατέβαλε, δεν κατόρθωσε να υποδυθεί με επιτυχία τον ρόλο τού ποιητή. (περιοδικό Νέα Εστία, τ. 1743, Μάρτιος 2002)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους