[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ακολουθεί σεντόνι αλλά η γιορτή της μητέρας αύριο θα μου συγχωρήσει το διήγημα Η γιορτή των ανθοπωλών Ένα διήγημα για τη μητέρα, δηλαδή για εκείνον τον άνθρωπο που δεν πρόλαβε ποτέ να γίνει άνθρωπος...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ακολουθεί σεντόνι αλλά η γιορτή της μητέρας αύριο θα μου συγχωρήσει το διήγημα Η γιορτή των ανθοπωλών Ένα διήγημα για τη μητέρα, δηλαδή για εκείνον τον άνθρωπο που δεν πρόλαβε ποτέ να γίνει άνθρωπος στα μάτια μας Η μητέρα μου δεν πίστευε στη Γιορτή της Μητέρας.

Τη θεωρούσε μια αμερικανιά με ελληνική προφορά, ένα ετήσιο μνημόσυνο εν ζωή, επινοημένο από ανθοπώλες, ζαχαροπλάστες και παιδιά που θυμούνται τη μάνα τους όταν τους το υπενθυμίζει το ημερολόγιο, όπως θυμούνται να πληρώσουν την ασφάλεια του αυτοκινήτου. «Άμα περιμένεις τη δεύτερη Κυριακή του Μαΐου για να θυμηθείς τη μάνα σου, άστο καλύτερα.

Πάρε μια πάστα και φά’ τη μόνος σου», έλεγε.

Ήταν σκληρή γυναίκα με τον τρόπο που είναι σκληρό το ψωμί της προηγούμενης μέρας: όχι άχρηστο, απλώς αληθινό.

Δεν χάιδευε εύκολα.

Δεν έλεγε μεγάλες κουβέντες.

Το «σ’ αγαπώ» της είχε τη μορφή φράσεων όπως «πάρε ζακέτα», «έφαγες τίποτα;», «μην κάθεσαι έτσι, θα στραβώσεις», και το αθάνατο «εγώ δεν ανακατεύομαι, αλλά αυτό που κάνεις είναι βλακεία». Αυτό το «δεν ανακατεύομαι» ήταν η πιο μεγαλειώδης απάτη της παιδικής μου ηλικίας.

Η μητέρα μου δεν ανακατευόταν ποτέ, όπως δεν ανακατεύεται ένας σεισμός όταν μετακινεί το σαλόνι σου τριάντα πόντους προς την κουζίνα.

Τη θυμάμαι πάντα όρθια.

Στην κουζίνα, στο μπαλκόνι, στην ουρά της ΔΕΗ, μπροστά στο πλυντήριο, πίσω από μια κατσαρόλα, δίπλα σε ένα κρεβάτι, απέναντι από μια αδικία.

Καθόταν σπάνια, κι όταν καθόταν, είχε το ύφος ανθρώπου που ζήτησε συγγνώμη από τον χρόνο επειδή τον καθυστέρησε.

Οι μητέρες εκείνης της γενιάς δεν κάθονταν.

Έγειραν, λύγισαν, γονάτισαν, αλλά δεν κάθισαν.

Ήταν σαν να είχε υπογραφεί κάποιο μυστικό πρωτόκολλο μετά τον Εμφύλιο, τη φτώχεια και τα οικογενειακά δράματα: οι γυναίκες θα κρατάνε το σπίτι όρθιο και οι άντρες θα νομίζουν ότι το σπίτι στέκεται από μόνο του.

Τη χρονιά που αποφάσισα να της πάρω λουλούδια, το έκανα από καθαρή ενοχή.

Η ενοχή, άλλωστε, είναι το πιο διαδεδομένο παιδικό συναίσθημα μετά την πείνα και πριν από τη φορολογική δήλωση.

Μπήκα σε ανθοπωλείο της γειτονιάς, από εκείνα που μυρίζουν υγρό χώμα, σελοφάν και μικρή κοινωνική υποχρέωση. «Για τη μητέρα σας;» με ρώτησε η κοπέλα.

Ήθελα να της πω: «Όχι, για μια γυναίκα που κάποτε με κουβάλησε μέσα της εννιά μήνες, μετά έξω της άλλα σαράντα χρόνια, και τώρα εγώ δεν ξέρω αν πρέπει να της πάρω τριαντάφυλλα ή να της ζητήσω συγγνώμη για το ανθρώπινο είδος». Αντ’ αυτού είπα: «Ναι.

Κάτι απλό». Το «κάτι απλό» είναι η μεγαλύτερη παγίδα του πολιτισμού μας.

Κάτι απλό σε ανθοπωλείο σημαίνει ότι θα φύγεις με μια σύνθεση που μοιάζει να κέρδισε βραβείο σε διαγωνισμό συναισθηματικού εκβιασμού.

Κόκκινα, ροζ, λευκά, πρασινάδες, κορδέλες, ένα μικρό ξύλινο στικ που έγραφε «Μαμά» με γραμματοσειρά που θα έπρεπε να διώκεται ποινικά.

Το πήρα.

Η μητέρα μου το κοίταξε σαν να της είχα φέρει αποδεικτικό στοιχείο σε δίκη. «Τι είναι αυτό;» «Λουλούδια». «Το βλέπω.

Γιατί;» «Για τη γιορτή σου». «Ποια γιορτή μου;» «Της μητέρας». Έκανε μια παύση.

Εκείνη την παύση που οι μητέρες κρατούν μόνο για τις μεγάλες διαγνώσεις: έγκλημα, γάμος με λάθος άνθρωπο, αγορά ακριβού χαλιού. «Καλά.

Άφησέ τα εκεί.

Και την άλλη φορά φέρε απορρυπαντικό.

Τουλάχιστον πιάνει τόπο». Αυτή ήταν η μητέρα μου.

Ρεαλίστρια μέχρι ωμότητας.

Θα μπορούσε να έχει διδάξει φιλοσοφία σε πανεπιστήμιο, αλλά προτίμησε να καθαρίζει φακές και να ξεφλουδίζει πατάτες με το μαχαίρι στραμμένο προς τον εαυτό της, σαν να διαπραγματευόταν καθημερινά με τον Θεό σε επίπεδο οικιακής χρήσης.

Δεν ήταν αγία.

Ας τελειώνουμε με αυτό.

Οι μητέρες δεν είναι άγιες.

Οι άγιοι έχουν εικόνες, φωτοστέφανα και συγκεκριμένη ημέρα εορτής.

Οι μητέρες έχουν νεύρα, πονοκέφαλο, άπλυτα, χοληστερίνη, παλιά παράπονα, φοβίες που μεταμφιέζονται σε συμβουλές, και μια ασύλληπτη ικανότητα να σε κάνουν να νιώθεις δώδεκα ετών ακόμη κι όταν έχεις στεγαστικό δάνειο.

Η δική μου μπορούσε να με διαλύσει με μία μόνο ερώτηση. «Έτσι θα βγεις;» Δεν χρειαζόταν συνέχεια.

Η φράση αυτή περιείχε μέσα της ολόκληρη κοινωνιολογική μελέτη για την παρακμή της ένδυσης, την αποτυχία της οικογενειακής ανατροφής και την πιθανή κατάρρευση της Δύσης.

Κι όμως, αυτή η γυναίκα που μπορούσε να γίνει μαχαίρι με φωνή, ήταν η ίδια που σηκωνόταν στις τρεις τα ξημερώματα αν άκουγε τον βήχα μου από το διπλανό δωμάτιο.

Η ίδια που έκανε πως κοιμάται όταν γύριζα αργά, για να μη με ντροπιάσει με την αγρύπνια της.

Η ίδια που ήξερε από τον ήχο του κλειδιού στην πόρτα αν ήμουν χαρούμενος, μεθυσμένος, ερωτευμένος ή συντετριμμένος.

Κυρίως συντετριμμένος.

Οι μανάδες έχουν ραντάρ για τη συντριβή.

Μπορεί να μην ξέρουν τι είναι το cloud, αλλά ξέρουν πότε σου σκοτείνιασε η ψυχή πριν το καταλάβεις εσύ.

Μεγαλώνοντας, έκανα το λάθος που κάνουν όλα τα παιδιά: μπέρδεψα τη σταθερότητα με την αθανασία.

Επειδή τη βρήκα εκεί, πίστεψα ότι θα είναι πάντα εκεί.

Όπως το τραπέζι της κουζίνας.

Όπως το φως στο χολ.

Όπως εκείνο το παλιό τάπερ που κανείς δεν ήξερε από πού είχε έρθει, αλλά όλοι φοβόντουσαν να πετάξουν.

Η μητέρα μου υπήρχε στο σπίτι όπως υπάρχει η μυρωδιά του καφέ το πρωί: δεν τη χειροκροτείς, δεν της γράφεις ποιήματα, απλώς θεωρείς ότι ο κόσμος έτσι δουλεύει.

Κι ύστερα, μια μέρα, ο κόσμος σταματά να δουλεύει έτσι.

Δεν πέθανε θεαματικά.

Οι μητέρες σπάνια πεθαίνουν θεαματικά.

Δεν τους ταιριάζει.

Έχουν μια τεράστια απέχθεια προς την υπερβολή, ακόμη και στην έξοδο, αν και είχε κάθε δικαίωμα σε μια έξοδο με τύμπανα.

Δεκαεπτά χρόνια πάλευε με τον καρκίνο, όχι όπως το γράφουν τα φυλλάδια των νοσοκομείων - με χαμόγελα, κορδέλες και ηρωικές λεζάντες - αλλά όπως παλεύουν οι άνθρωποι που δεν έχουν την πολυτέλεια να γίνουν σύμβολα.

Με εξετάσεις, χημείες, αναμονές, βουβές Κυριακές, ψέματα του τύπου «καλά είμαι» και εκείνη την απίστευτη αξιοπρέπεια που έχουν μερικά θηρία όταν δεν θέλουν να τρομάξουν τα μικρά τους.

Έφυγε μεσάνυχτα.

Ούτε πρωί, ούτε απόγευμα, ούτε σε ώρα που μπορείς να πεις «έτσι είναι η ζωή» και να βγεις στον δρόμο να αγοράσεις καφέ. Μεσάνυχτα.

Την ώρα που τα σπίτια σταματούν να παριστάνουν ότι είναι ζωντανά, που τα ψυγεία κάνουν θόρυβο σαν μικρές μηχανές μνήμης και που ο κόσμος, αν έχει λίγη ντροπή, μιλάει χαμηλόφωνα.

Ήταν σαν να διάλεξε την πιο αθόρυβη ώρα για να μη μας ενοχλήσει.

Πράγμα εντελώς δικό της.

Ακόμη και στον θάνατο να μη γίνει βάρος.

Να φύγει όταν οι περισσότεροι κοιμούνται, όταν δεν χτυπούν τηλέφωνα, όταν δεν χρειάζεται να φτιαχτεί τραπέζι, όταν η ζωή έχει κατεβάσει προσωρινά ρολά.

Μόνο που εκείνο το τελευταία λεπτό στα μεσάνυχτα έκλεισε μια εποχή.

Και κάπου ανάμεσα στο ρολόι, στο άδειο ποτήρι δίπλα της και στην αδιανόητη ησυχία του σπιτιού, κατάλαβα πως η παιδική ηλικία δεν τελειώνει όταν μεγαλώνεις, αλλά τελειώνει όταν δεν υπάρχει πια κανείς να ανησυχεί αν έφαγες.

Μετά τον θάνατό της, το σπίτι γέμισε από αντικείμενα που ξαφνικά απέκτησαν βιογραφία.

Το ποτήρι της.

Η ρόμπα της.

Τα γυαλιά της πάνω στο τραπεζάκι.

Ένα σημείωμα κολλημένο στο ψυγείο: «Να πάρεις ψωμί». Τίποτα πιο αμείλικτο από ένα σημείωμα νεκρού ανθρώπου που ζητάει ψωμί.

Σου θυμίζει ότι η ζωή δεν είναι τραγωδία.

Είναι λίστα για σούπερ μάρκετ που έμεινε μισή.

Άνοιξα τα ντουλάπια της σαν αρχαιολόγος μιας αυτοκρατορίας που δεν είχε χάρτες, μόνο πετσέτες.

Βρήκα κουμπιά από ρούχα που δεν υπήρχαν πια, αποδείξεις δεκαετίας, φάρμακα ληγμένα με την αισιοδοξία ανθρώπου που πίστευε πως «μπορεί να χρειαστούν», σακούλες μέσα σε σακούλες = αυτή η βαλκανική εκδοχή της αθανασίας - και ένα κουτί μπισκότων χωρίς μπισκότα. Φυσικά.

Κανένα κουτί μπισκότων ελληνικής μητέρας δεν περιέχει μπισκότα.

Περιέχει κλωστές, βελόνες, κουμπιά και μια μικρή προδοσία.

Στο βάθος ενός συρταριού βρήκα έναν φάκελο με το όνομά μου.

Τον άνοιξα σχεδόν θυμωμένος.

Οι νεκροί έχουν αυτό το θράσος: συνεχίζουν να οργανώνουν τη ζωή σου χωρίς να είναι διαθέσιμοι για εξηγήσεις.

Μέσα είχε κάτι παλιές φωτογραφίες μου, μια σχολική έκθεση με θέμα «Τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω» - είχα γράψει «αστροναύτης», ευτυχώς η NASA δεν ενημερώθηκε ποτέ - και ένα χαρτάκι διπλωμένο στα τέσσερα.

Το άνοιξα.

Έγραφε: «Να μην ξεχνάς να τρως.

Όλα τα άλλα κάπως γίνονται». Αυτό ήταν.

Ούτε αποχαιρετισμός.

Ούτε φιλοσοφία.

Ούτε τελευταία μεγάλη μητρική ατάκα.

Μόνο φαγητό.

Δηλαδή αγάπη στην πιο παλιά της γλώσσα.

Κάθισα στην καρέκλα της κουζίνας και γέλασα.

Από εκείνο το γέλιο που βγαίνει όταν η συγκίνηση ντρέπεται να εμφανιστεί κανονικά και στέλνει μπροστά έναν γελωτοποιό.

Η μητέρα μου, ακόμη και νεκρή, δεν μου έλεγε «να είσαι ευτυχισμένος». Δεν μου έλεγε «να κυνηγήσεις τα όνειρά σου». Δεν μου έλεγε «να ζήσεις τη ζωή σου». Αυτά τα αφήνουν οι άνθρωποι που δεν έχουν ξεπαγώσει ποτέ κιμά στις επτά το πρωί.

Μου έλεγε να φάω.

Και είχε δίκιο.

Γιατί η ζωή, όταν τη γδύσεις από τις μεγάλες της δηλώσεις, αυτό είναι: να φας κάτι, να σηκωθείς, να πλυθείς, να ανοίξεις το παράθυρο, να αντέξεις τη μέρα, να μην παραδώσεις εύκολα το σώμα σου στη θλίψη.

Η μητέρα μου δεν πίστευε στις ψυχοθεραπείες, στις τεχνικές αυτοβελτίωσης και στα σεμινάρια εσωτερικής ισορροπίας.

Πίστευε στο αυγό μελάτο, στη σούπα, στο καθαρό σεντόνι, στη ζακέτα, και στην υποψία ότι κάθε πρόβλημα γίνεται χειρότερο αν το αντιμετωπίσεις νηστικός.

Από τότε, κάθε Γιορτή της Μητέρας δεν αγοράζω λουλούδια.

Δεν ανεβάζω φωτογραφίες με καρδούλες.

Δεν γράφω «χρόνια πολλά στον άγγελό μου», πρώτον γιατί η μητέρα μου θα με αποκλήρωνε αναδρομικά και δεύτερον γιατί, αν ήταν άγγελος, θα είχε ήδη κατέβει να μου πει ότι το σπίτι είναι χάλια.

Κάνω κάτι απλούστερο.

Βράζω καφέ.

Ανοίγω το παράθυρο.

Κοιτάζω την πόλη που ξυπνά με το γνωστό της ύφος, λίγο κουρασμένη, λίγο αχτένιστη, λίγο έτοιμη να σου ζητήσει δανεικά.

Και τρώω κάτι.

Ό,τι υπάρχει.

Μια φρυγανιά, ένα κομμάτι τυρί, ένα αυγό, ένα υπόλειμμα αξιοπρέπειας από το ψυγείο.

Και τότε την ακούω.

Όχι σαν φωνή από τον ουρανό.

Η μητέρα μου δεν θα σπαταλούσε μεταφυσική για τέτοια.

Την ακούω από μέσα μου, από το πιο παλιό δωμάτιο του σώματος, εκεί όπου φυλάγονται οι πρώτες μυρωδιές, οι πρώτοι φόβοι και οι άνθρωποι που μας έμαθαν να υπάρχουμε χωρίς να μας εξηγήσουν ποτέ πόσο τους κόστισε. «Έτσι θα βγεις;» μου λέει.

Και εγώ, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν θυμώνω.

Σηκώνομαι, αλλάζω μπλούζα, τρώω άλλη μια μπουκιά και κλείνω το φως.

Γιατί τελικά μητέρα δεν είναι η γυναίκα που μας γέννησε μόνο.

Είναι εκείνη που εγκατέστησε μέσα μας μια μικρή, ακούραστη, εκνευριστική επιτροπή σωτηρίας.

Εκείνη που συνεχίζει να συνεδριάζει ακόμη κι όταν λείπει.

Εκείνη που μας έμαθε ότι η αγάπη δεν είναι πάντα χάδι.

Μερικές φορές είναι παρατήρηση.

Μερικές φορές είναι μουρμούρα.

Και κάποιες άλλες είναι ένα πιάτο σκεπασμένο με αλουμινόχαρτο και μια φράση γραμμένη πρόχειρα: «Να μην ξεχνάς να τρως». Δ.Δρ.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences