Συναντώ πολύ συχνά ανθρώπους κουρασμένους αφόρητα χωρίς να μπορούν να εξηγήσουν γιατί. Όχι από τη δουλειά, ούτε από τις υποχρεώσεις, ούτε από προβλήματα. Κουράζονται από αυτή τη μόνιμη εσωτερική...
Συναντώ πολύ συχνά ανθρώπους κουρασμένους αφόρητα χωρίς να μπορούν να εξηγήσουν γιατί.
Όχι από τη δουλειά, ούτε από τις υποχρεώσεις, ούτε από προβλήματα.
Κουράζονται από αυτή τη μόνιμη εσωτερική επιτήρηση.
Από το να αισθάνονται διαρκώς υπεύθυνοι για τη διάθεση των άλλων.
Από το να μπαίνουν σε ένα δωμάτιο και, πριν ακόμη μιλήσουν, να έχουν ήδη σκανάρει τα πρόσωπα, τις παύσεις, τις κινήσεις, τους τόνους της φωνής, για να βεβαιωθούν πως δεν κινδυνεύουν να γίνουν ανεπιθύμητοι.
Το πιο τρομακτικό είναι ότι συχνά αυτοί οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν ότι το κάνουν.
Το ονομάζουν χαρακτήρα. Ευαισθησία. Ωριμότητα. Καλοσύνη.
Δεν ξέρουν ότι πρόκειται για παλιό φόβο.
Για ένα παιδί που έμαθε πως η αγάπη μπορεί να αποσυρθεί χωρίς προειδοποίηση.
Και έτσι μεγαλώνουν με έναν παράξενο τρόπο.
Γίνονται χρήσιμοι πολύ πριν γίνουν ελεύθεροι.
Μαθαίνουν να καταλαβαίνουν τους πάντες εκτός από τον εαυτό τους.
Να είναι ήρεμοι, διακριτικοί, υπομονετικοί, «εύκολοι άνθρωποι». Σπίτια ολόκληρα στηρίζονται επάνω τους.
Παρέες, σχέσεις, οικογένειες, χώροι εργασίας.
Είναι εκείνοι που «δεν δημιουργούν προβλήματα». Που αντέχουν.
Που συγχωρούν.
Που θα βρουν πάντα έναν τρόπο να εξηγήσουν τη σκληρότητα των άλλων.
Γιατί από μικροί έμαθαν ότι η επιβίωση εξαρτάται από αυτή την ερμηνεία.
Αν το παιδί παραδεχτεί ότι δεν αγαπιέται όπως χρειάζεται, ο κόσμος του διαλύεται.
Έτσι προτιμά να πιστέψει κάτι πολύ πιο βίαιο: ότι το πρόβλημα είναι το ίδιο.
Λοιπόν, αυτό είναι το πιο βαθύ τους τραύμα.
Όχι η έλλειψη αγάπης καθαυτή, αλλά η εσωτερίκευσή της ως προσωπική ανεπάρκεια.
Ο άνθρωπος μεγαλώνει πιστεύοντας πως πρέπει συνεχώς να διορθώνει κάτι επάνω του για να γίνει επιτέλους άξιος παραμονής.
Να γίνει πιο όμορφος, πιο χρήσιμος, πιο ήσυχος, πιο επιτυχημένος, πιο επιθυμητός, πιο πνευματικός, πιο δοτικός.
Πάντα κάτι λείπει.
Πάντα κάτι πρέπει να αποδείξει.
Και κάπως έτσι δημιουργούνται ενήλικες που, ενώ εξωτερικά μοιάζουν αυτάρκεις, μέσα τους ζουν σαν εγκαταλελειμμένα παιδιά που τρέχουν ασθμαίνοντας πίσω από μια πόρτα που ποτέ δεν ανοίγει ολοκληρωτικά.
Το σώμα θυμάται αυτή τη στέρηση περισσότερο από τη σκέψη.
Το σώμα είναι που παγώνει όταν κάποιος πλησιάζει πολύ τρυφερά.
Που δυσπιστεί απέναντι στην ηρεμία.
Που αισθάνεται σχεδόν άγχος όταν δεν υπάρχει ένταση.
Γιατί η οικειότητα τού είναι ξένη χώρα.
Κάποιοι άνθρωποι μπορούν να αντέξουν την απόρριψη ευκολότερα από την αγάπη.
Η αγάπη τους αποδιοργανώνει.
Τους κάνει καχύποπτους.
Τους γεννά μια ανομολόγητη αγωνία ότι κάπου υπάρχει λάθος, ότι σύντομα θα αποκαλυφθεί η αλήθεια τους και ο άλλος θα φύγει.
Κι έτσι πολλές φορές καταστρέφουν μόνοι τους αυτό που βαθύτερα ποθούν.
Όχι επειδή δεν αγαπούν, αλλά επειδή δεν έμαθαν ποτέ ότι μπορούν να μείνουν αγαπητοί χωρίς να ακρωτηριάζουν συνεχώς τον εαυτό τους.
Παρατηρώ καμιά φορά κάτι ανομολόγητα θεολογικό μέσα σε αυτή τη δίψα του ανθρώπου να αγαπηθεί χωρίς εξετάσεις.
Σαν να ζητά όχι απλώς επιβεβαίωση, αλλά δικαίωμα ύπαρξης.
Σαν όλη η ζωή να είναι μια απελπισμένη αναζήτηση ενός βλέμματος που θα πει: «δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτε για να μείνεις εδώ». Και γι’ αυτό πονά τόσο πολύ η συναισθηματική εγκατάλειψη.
Γιατί δεν τραυματίζει μόνο την αυτοεκτίμηση.
Τραυματίζει την ίδια τη σχέση του ανθρώπου με την ύπαρξή του.
Ο άνθρωπος αρχίζει να ζει σαν φιλοξενούμενος μέσα στον κόσμο.
Σαν να πρέπει κάθε μέρα να ανανεώνει την άδεια παραμονής του στις ζωές των άλλων.
Κι όμως, η εποχή μας όχι μόνο δεν θεραπεύει αυτή τη συνθήκη αλλά συχνά την αποθεώνει.
Θαυμάζουμε τους ανθρώπους που «δεν χρειάζονται κανέναν», που είναι διαρκώς διαθέσιμοι, αποδοτικοί, ψύχραιμοι, αυτάρκεις.
Ολόκληρη η σύγχρονη κουλτούρα μοιάζει να λατρεύει τον τραυματισμένο άνθρωπο όταν καταφέρνει να μετατρέψει το τραύμα του σε παραγωγικότητα.
Να δουλεύει ασταμάτητα.
Να φροντίζει τους πάντες.
Να μην κουράζει ποτέ.
Να αυτορρυθμίζεται διαρκώς.
Σχεδόν κανείς δεν αναρωτιέται πόση από αυτή την «ωριμότητα» είναι στην πραγματικότητα φόβος εγκατάλειψης.
Πόσοι άνθρωποι επαινούνται καθημερινά όχι επειδή είναι πραγματικά καλά, αλλά επειδή έμαθαν να εξαφανίζουν αθόρυβα τις ανάγκες τους.
Και καμιά φορά η αλήθεια αποκαλύπτεται στις πιο μικρές στιγμές.
Όχι σε κάποιο μεγάλο δράμα.
Αλλά όταν κάποιος τους αγγίζει τρυφερά και εκείνοι θέλουν ταυτόχρονα να κλάψουν και να φύγουν.
Όταν κάποιος τους φροντίζει χωρίς αντάλλαγμα και αισθάνονται ενοχή.
Όταν ακούσουν τη φράση «δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτε» και μέσα τους γεννηθεί πανικός αντί για ανακούφιση.
Εκεί φαίνεται πόσο βαθιά έχει ριζώσει η ιδέα ότι η αγάπη είναι μισθός και όχι χάρη.
Και τότε αρχίζει ένα πένθος πολύ πιο δύσκολο απ’ όσο φαντάζονται οι περισσότεροι.
Γιατί δεν πενθούν μόνο όσα δεν έλαβαν.
Πενθούν και τον άνθρωπο που έγιναν για να επιβιώσουν χωρίς αυτά.
Πενθούν την υπερβολική προσαρμογή τους.
Την εξάντλησή τους.
Τη μόνιμη επαγρύπνηση.
Την ανάγκη να είναι πάντα «αρκετοί». Πενθούν ακόμη και τη δυσκολία τους να εμπιστευτούν την αγάπη όταν τελικά εμφανίζεται.
Βέβαια, η πιο σκληρή στιγμή να είναι όταν καταλαβαίνουν πως πέρασαν τη μισή τους ζωή προσπαθώντας να αποδείξουν την αξία τους σε ανθρώπους που ήταν ανίκανοι να αγαπήσουν ακόμη και τον ίδιο τους τον εαυτό.
Εκεί συμβαίνει κάτι σχεδόν βίαιο μέσα τους.
Μια κατάρρευση και ταυτόχρονα μια απελευθέρωση.
Γιατί για πρώτη φορά σταματούν να κοιτάζουν τον εαυτό τους μέσα από τα μάτια εκείνων που τους στέρησαν τη ζεστασιά και αρχίζουν να τον κοιτάζουν μόνοι τους.
Όχι με αυτάρκεια.
Αλλά με εκείνη τη βαθιά, ήσυχη τρυφερότητα που έχει ο άνθρωπος όταν πλησιάζει επιτέλους το τραύμα του χωρίς να το ντρέπεται.
Σαν να σκύβει ύστερα από δεκαετίες επάνω στο παιδί που υπήρξε και να του λέει κάτι που κανείς δεν του είπε στην ώρα του: «Δεν χρειαζόταν να γίνεις τόσο καλός για να αγαπηθείς.»
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους