Πόσοι ακόμη νεκροί χρειάζονται για να πάψει η Κρήτη να αντιμετωπίζει τη βία ως άβολο τοπικό επεισόδιο; Πόσες φορές θα ειπωθεί ότι «ήταν μια κακιά στιγμή», ότι «θόλωσε», ότι «τον έφαγε ο πόνος», ότι...
Πόσοι ακόμη νεκροί χρειάζονται για να πάψει η Κρήτη να αντιμετωπίζει τη βία ως άβολο τοπικό επεισόδιο; Πόσες φορές θα ειπωθεί ότι «ήταν μια κακιά στιγμή», ότι «θόλωσε», ότι «τον έφαγε ο πόνος», ότι «έτσι είναι αυτά τα πράγματα εδώ»; Και κυρίως: ποιος προστατεύει τελικά αυτή τη σιωπή; Πίσω από την απολογία ενός πατέρα που περιγράφει τον εαυτό του ως «σκιά», πίσω από το νεκροταφείο, τις μπαλωθιές, το περίστροφο και την ιδέα μιας δικαιοσύνης που καθυστέρησε, διακρίνεται μια κοινωνία που εξακολουθεί να συμβιώνει επικίνδυνα με τη βία χωρίς να έχει αποφασίσει πραγματικά να τη συγκρουστεί.
Και προκαλεί εντύπωση πως αυτή η παραβατικότητα συχνά περιβάλλεται από μια ιδιότυπη δημόσια ανοχή, σχεδόν από μια σιωπηλή προστασία. Η Κρήτη εξάγεται προς τα έξω ως τόπος φιλοξενίας, γαστρονομίας, θάλασσας και «αυθεντικής εμπειρίας», αλλά πίσω από αυτή τη φωτισμένη τουριστική σκηνογραφία επιβιώνουν ακόμη μορφές βίας που αντιμετωπίζονται σαν πολιτισμική ιδιαιτερότητα και όχι σαν κοινωνική παθολογία.
Το όπλο εξακολουθεί σε ορισμένα περιβάλλοντα να φέρει κύρος, η επιθετικότητα να βαφτίζεται λεβεντιά, η εκδίκηση να περιγράφεται με όρους σχεδόν κατανοητού ανδρικού πάθους.
Κι έτσι, κάθε νέο αιματηρό περιστατικό σοκάρει για λίγο, μέχρι να αρχίσει ξανά η μεγάλη μηχανή της λήθης, επειδή δεν πρέπει να τραυματιστεί η εικόνα του νησιού.
Εδώ υπάρχει βέβαια μια τεράστια πολιτική ευθύνη.
Για χρόνια το κράτος αντιμετώπισε αυτή την πραγματικότητα είτε φολκλορικά είτε φοβικά.
Η οπλοκατοχή έγινε σχεδόν εθιμική εξαίρεση, οι μπαλωθιές τουριστικό ντεκόρ σε πανηγύρια, η βία οικογενειακή υπόθεση, οι τοπικοί συσχετισμοί ισχυρότεροι από τη δημόσια σύγκρουση με το πρόβλημα.
Και το αποτέλεσμα είναι πως κάθε τόσο ένας νέος άνθρωπος πέφτει νεκρός και όλοι συμπεριφέρονται σαν να πρόκειται για μια τραγική αλλά περίπου αναμενόμενη εκτροπή.
Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο: όχι ο ίδιος ο φόνος μόνος του, αλλά η σταδιακή κοινωνική εξοικείωση με την πιθανότητά του.
Η μεγαλύτερη ωστόσο υποκρισία βρίσκεται ακριβώς εκεί: στο ότι πολλοί μοιάζουν περισσότερο ανήσυχοι μήπως μιλήσει κανείς για αυτή τη βία παρά για την ίδια τη βία.
Σαν το πραγματικό πρόβλημα να είναι η «δυσφήμηση της Κρήτης» και όχι οι νεκροί της.
Όμως ένας τόπος δεν προστατεύεται με σιωπή.
Προστατεύεται όταν αποκτά το θάρρος να κοιτάξει κατάματα ό,τι τον διαλύει εσωτερικά. Η Κρήτη δεν κινδυνεύει από όσους μιλούν για το αίμα της.
Κινδυνεύει από όσους έμαθαν να ζουν δίπλα του σαν να είναι απλώς ο μακρινός θόρυβος πίσω από τη μουσική του καλοκαιριού.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους