ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗ Ο πολύ αγαπητός φίλος Θεμιστοκλής Μούστας, έγραψε ένα θαυμάσιο κείμενο για τον Αλέκο Παναγούλη και τις διακοπές του στο χωριό της μητέρας του Αθηνάς, το Σύβρο Λευκάδας...
ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗ Ο πολύ αγαπητός φίλος Θεμιστοκλής Μούστας, έγραψε ένα θαυμάσιο κείμενο για τον Αλέκο Παναγούλη και τις διακοπές του στο χωριό της μητέρας του Αθηνάς, το Σύβρο Λευκάδας, στην σελίδα ΑΡΩΜΑ ΛΕΥΚΑΔΑΣ.
Τον ευχαριστούμε πολύ για το κείμενο που μου θύμισε μοναδικές εμπειρίες από την πρώτη συνάντηση του Αλέκου Παναγούλη με τον Μίκη Θεοδωράκη.
Ήταν στη Στοκχόλμη αρχές του 1974 με νωπές τις μνήμες από το Πολυτεχνείο. Ο Μίκης και ο Παναγούλης ήταν καλεσμένοι από το Κρατικό Θέατρο Σουηδίας που ανέβασε τη Λαϊκή Όπερα του Μίκη «ΤΑ ΤΑΝΚΣ ΣΚΟΥΡΙΑΖΟΥΝ, ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΘΑ ΖΗΣΟΥΝ». Στην Όπερα εμπεριέχονταν και τα τραγούδια του Παναγούλη που είχε γράψει με το αίμα του στην απομόνωση.
Η πρώτη συνάντηση έγινε μετά την θριαμβευτική πρεμιέρα του έργου σε μια υπόγεια ταβέρνα στην Παλιά Πόλη της Στοκχόλμης με συμμετοχή Ελλήνων και Σουηδών μελών της Δ.Ν. ΛΑΜΠΡΑΚΗ.
Αυτό που μας σαγήνευσε ήταν ο πλούτος των γνώσεων και η αγάπη τους για την ποίηση. Ο Παναγούλης αναφερόταν στους μεγάλους ποιητές, απαγγέλλοντας μεγάλα μέρη από τον Παλαμά και τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου». Και όταν σταματούσε ο Παναγούλης, συνέχιζε ο Μίκης με Σολωμό, Σικελιανό κ.α.. Ακόμα πιο συγκλονιστικές ήταν οι περιγραφές των βασανιστηρίων. Αλέκος Παναγούλης: «Ήρθαν ο Λάμπρου και ο Καραπαναγιώτης στο κελί μου.
Με είχαν κρεμασμένο από τα δύο χέρια.
Δάγκωσα δυνατά τη γλώσσα μου.
Το στόμα μου γέμισε αίμα.
Όταν ο Λάμπρου ήρθε κοντά, δάγκωσα τη γλώσσα μου, γέμισε το στόμα αίματα και τον έφτυσα στα μούτρα με όση δύναμη μου είχε απομείνει.
Πριν λιποθυμήσω από τον άγριο ξυλοδαρμό, τον είδα να ουρλιάζει και να προσπαθεί να καθαρίσει το πρόσωπό του από τα αίματα…» Μετά, η σειρά του Μίκη να διηγηθεί στον Παναγούλη τα βασανιστήρια στη Μακρόνησο.
Για τον Γολγοθά των χιλιάδων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης στο κολαστήριο του Αιγαίου. «Για τις κραυγές των θυμάτων που ακόμα βασανίζουν το μυαλό μου…» Η μυσταγωγία συνεχίζεται όλη τη νύχτα. Ο Παναγούλης αρχίζει να απαγγέλλει τα ποιήματα που έγραψε με το αίμα του στην απομόνωση: Δεμένος χειροπόδαρα στο σιδερένιο το κρεβάτι κι αλυσίδες το σώμα ακίνητο κρατούν.
Χτυπάνε τις πατούσες μου με ξύλα σβήνουν τσιγάρα στο κορμί στο ματωμένο πρόσωπό μου στηρίζουν κάννες πιστολιών.
Αυτοί που λιποτάχτησαν, εμένα λένε λιποτάχτη.
Αυτοί που πρόδωσαν, προδότη με φωνάζουν.
Αυτούς που αύριο θα φτύνει ο λαός εμένα φτύνουν Είναι στιγμές που ο άνθρωπος αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει αυτή τη μεγάλη δύναμη που μας φύτεψε σε τούτο τον πλανήτη.
Αλλά πώς να εκφράσεις τέτοιου είδους συναισθήματα; Πώς να μεταδώσεις αυτή την απέραντη ευδαιμονία που κυριαρχεί στην ψυχή σου; Μετά τη Μεταπολίτευση και τον άδικο χαμό του Παναγούλη, ο Μίκης Θεοδωράκης θα ξεσπάσει: «Η Ελλάδα θα έπρεπε να ήταν γεμάτη με προτομές του Τυραννοκτόνου Αλέκου Παναγούλη» Και όμως, στις πρώτες εκλογές μετά την χούντα ο Μίκης δεν εκλέχτηκε στην Βουλή των Ελλήνων και ο Παναγούλης μετά βίας στην δεύτερη κατανομή ! Ήταν το ευχαριστώ στους δύο κορυφαίους του Αγώνα κατά της Χούντας που μεταξύ πολλών δεινών «κατάφερε» να παραδώσει την Κύπρο στους Τούρκους… Το δικό μου ευχαριστώ είναι στον Θέμη Μούστα και στο αγαπημένο χωριό του Αλέκου, το Σύβρο Λευκάδας. Γιώργος Λογοθέτης Στην φωτογραφία ο Παναγούλης μάς διηγείται με χιούμορ πώς κατάφερε να δραπετεύσει από την αυστηρή απομόνωση George Logothetis
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους