Δεν ήθελε να τον εντάσσουν στο ρεύμα του νεορεαλισμού γιατί όπως έλεγε «εγώ χρησιμοποιώ ερασιτέχνες ηθοποιούς σε φυσικούς χώρους, οι νεορεαλιστές όχι». Είχε εν μέρει μόνο δίκιο: και οι νεορεαλιστές...
Δεν ήθελε να τον εντάσσουν στο ρεύμα του νεορεαλισμού γιατί όπως έλεγε «εγώ χρησιμοποιώ ερασιτέχνες ηθοποιούς σε φυσικούς χώρους, οι νεορεαλιστές όχι». Είχε εν μέρει μόνο δίκιο: και οι νεορεαλιστές πολλές φορές δούλεψαν με ερασιτέχνες ηθοποιούς και χρησιμοποίησαν φυσικούς χώρους.
Ούτε στο ρεύμα του κινηματογράφου-ντοκουμέντο ήθελε να ανήκει. «Ιστορίες αφηγούμαι.
Ιστορίες με ανθρώπους, δεν κάνω ντοκιμαντέρ», έλεγε. Ο Ερμάνο Όλμι ωστόσο δικαίως αρνιόταν την ένταξη του σε κάποιο ρεύμα: στην πραγματικότητα αποτελούσε ένα είδος από μόνος του.
Και αν είχε κάποια συγγένεια, αν θέλουμε σώνει και καλά να βρούμε αντιστοιχίες, δεν ήταν τόσο με συναδέλφους του κινηματογραφιστές όσο με έναν άλλο κλάδο της ανθρώπινης διανόησης: τους ιστορικούς της Νέας Ιστοριογραφίας, όπως πχ, τον Μαρκ Μπλοχ ή τον Φερνάν Μπρωντέλ.
Μια συγγένεια που γίνεται αισθητή ιδίως στην αντίληψη και την καταγραφή του χρόνου από τον Όλμι, στη μακρά του διάρκεια, στη σημασία και την αντοχή των νοοτροπιών και των συμπεριφορών, στην άρνηση να δίνει έμφαση στα συγκυριακά γεγονότα, στο ρόλο του ατόμου μέσα στη διαδικασία παραγωγής, στις επιπτώσεις των αλλαγών της παραγωγικής διαδικασίας, στο ρόλο –θετικό ή αρνητικό- της παράδοσης.
Τον αποχαιρετήσαμε, τέτοια μέρα πριν οχτώ χρόνια, θυμίζοντας τις ταινίες – σταθμούς του: «Il Posto», «I Fidanzati», «Μια κάποια μέρα», «Ο θρύλος του ιερού πότη» και φυσικά την απόλυτη επιτομή της «ιστοριογραφικής» ματιάς του: «Το Δέντρο με τα Τσόκαρα» (φωτό). Ευκαιρία να τις ξαναδούμε. Είναι από αυτές που αντέχουν -και θα αντέξουν- στο χρόνο περισσότερο από όσο ορισμένες σύγχρονες.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους