Τρομερές Γιαγιάδες: Ο Βρακοσυλλέκτης -Μαριάνθη, μπας κι είδες, στο δρόμο, εδά απού ερχόσουνε οθέ ντο σπίτι μου, κιαμιά βράκα; -Χ***ένη; -Άσπρη σα ντα χιόνια! -Τα χιόνια...μετά απού πεσε αφρικανική...
Τρομερές Γιαγιάδες: Ο Βρακοσυλλέκτης -Μαριάνθη, μπας κι είδες, στο δρόμο, εδά απού ερχόσουνε οθέ ντο σπίτι μου, κιαμιά βράκα; -Χ***ένη; -Άσπρη σα ντα χιόνια! -Τα χιόνια...μετά απού πεσε αφρικανική σκόνη στο Ψηλορείτη; Να πούμε, Γαρουφαλιά, και τ' αστειάκι μας! Κι ήντα ερώτηση είναι δα πάλι τουτηνά-ανέ πάντηξα βράκα στη στράτα;! -Λείπει μου μιά, από τον απλωτό -η καλή μου βράκα, η άσπρη, η γαλανή, αυτή που βάνω οντέ πάω στο Γιατρό, γιατί οι άλλες είναι χιλιοτρύπητες- κι ετσά απού ελύσαξε ο καιρός να φυσά, από το πρωί, είπα πως θα τηνέ πήρε ο αέρας κι ο Θιός κατέχει που θα τηνέ πόγυρε... -Δε φταίει καημέχαρη ο αέρας... -Κιαμέ; -Εδά και μέρες, απού εσύ ήλειπες στη θυγατέρα σου στη Χώρα, εξαφανίζουνται ρούχα από τσοι απλωτούς του χωριού... Κυρίως βράκες και καλτσά, αλλά εχάθηκε κι ένα σουθιέ, τση Τζαγκαρομανώλενας απού ναι και τεραστίων διαστάσεων και θα νήθελε τουλάϊστο δυό να το κουβαλήσουνε! -Να το πάνε που; -Εκειά που πήγανε και τ' άλλα! Η μάνα τση παπαδιάς, που τση πήρανε τση κόρης τση μια κυλότα κι ένα ασορτί κομπινεζό, είπε πως είχε διαβάσει παλιά στον "Οικογενειακό Θησαυρό" ένα επιστημονικό άρθρο για "μανιακούς, κλέφτες εσωρούχω"! -Να κλέψουνε βράκες και σουθιέ από μας τσοι γράδες να τα κάμουνε ήντα;! -Πρώτον δε κλέβουνε από μας τσοι γράδες μόνο- κλέψανε σου πα και τη παπαδιά, που μπορεί να μην είναι 32 χρονώ απού λέει αλλά 38 πατημένα, γιατί ναι σόκερη με την ανιψά μου με τη Κατίνα, όμως, μπροστά σε μας, τη λες και "κοπελιά", αλλά επήρανε και από την απλώστρα τση κομμώτριας τση ζωντοχήρας τση Ρίτσας, δυό βρακάκια τζη, ένα καρνάδα κόκκινο κι ένα ροζ- Απο κειανά που η εθικέτα απού χουνε απάνω, με τσοι οδηγίες πλυσίματος, είναι πιό μεγάλη από το ίδιο το βρακί.
Και δεύτερον, η παπαδιά κι η μάνα τζη μας εξηγήσανε, μέσες- άκρες, ήντα θα τα κάμει αυτός που τα παίρνει... -Ε, πε μου και μένα! -Σκύψε ευλογημένη-να σου πω στ' αυτί: Ψου... ψου...ψου...ψου... -Ιιιι...Τα ύστερα του κόσμου! -Κατάλαβες ήντα ανωμαλίες υπάρχουνε στο κόσμο; Η παπαδιά πάντως είναι αποφασισμένη να βρει το δράστη για να προστατέψει, λέει, τη ντιμή και την αξιοπρέπεια τω γυναικώ του χωριού μας και κυρίως για να βρει το κομπινεζό τζη απού το χε παρμένο, μυριάκριβο, από τη Γκαλερί "Λα φαγιέτε και πιέτε" από το Παρίσι, απού επήγανε πέρυσις με το παπά, κι ήτονε από μετάξι κι ήγραφε απάνω με χρυσή κλωστή "ζε τ εμ", απού θα πει "σ' αγαπώ" στα γαλλικά, και το κλαίει απού το 'χασε μαζί με το ασορτί κυλοτάκι ντου, απού γραφε με χρυσή κλωστή "μον αμούρ", απού θα πει "αγάπη μου". -Και που κατέχεις εσύ τοσεσάς λεφτομέρειες για το κομπινεζό και το κυλοτάκι τση παπαδιάς, λεφτομέρειες απού θα πρεπε να τσοι κατέχει μόνο ο παπάς; -Γιατί τα γραψε, χαρτί και καλαμάρι, ο αστυνόμος στη "μήνυση κατ' αγνώστων" απού μας ήβαλε η παπαδιά και υπογράψαμε ούλες οι παθούσες και περιγράψαμε λεφτομερώς τα κλαπέντα! Για τη δική μου βράκα εζήτηξα -χαμηλόφωνα, σχεδόν ψυθιριστά, γιατί μπαινόβγαινε και κόσμος και ήτονε λεφτή η θέση μου- να τονιστεί στη περιγραφή, το "σεμνή, λιτή, χρώματος μαύρου, όπως αρμόζει εις μία χήραν, ξεβαμμένη ολίγον τι στη δεξιά πλευράν από χλωρίνη Κλινέξ και με μια τρύπα πλησίον του λαστίχου". Δεν είπα, όμως, πως είχε μια ντρύπα και στη πίσω δεξιά μεριά γιατί ήπρεπε κανονικά, για να μαι σωστή, να περιγράψω "στο δεξί κ#λομέρι"- και εντράπηκα να το πω, ετσά απού με ξάνοιγε, ποχασκισμένος, με γουρλωμένα αμάθια, τάξε πως εθώριε μια ντροζή, ο ντελικανής αστυνόμος, ένα σπυριάρικο κοπέλι, αμούστακο, απού ήγραφε τη γκατάθεση κι εδάγκανε συνέχεια τ' αχείλια ντου.
Την ώρα δε απού έδινε κατάθεση η Τζαγκαρομανώλενα και περιέγραφε το "απωλεσθέν σουθιέ τζη", αυτός εσφεντούριξε το στυλό, επετάχτηξε από τη καθιά ντου κι αγλάκα, τάξε πως τον ήπιασε κόψιμο, κι εκλείστηκε στη ντουαλέτα από όπου ακουστήκανε για μια στιγμής να βγαίνουνε τρανταχτά γέλια, αλλά επάτησε το ντελόγο το καζανάκι και τα σκέπασε να μη τα γροικούμε.
Οντενέ έσωσε και βγήκε το παρτσακλό από το καμπινέ, ετρέχανε τα μάθια ντου δάκρυα... Μόλις εκατάθεσε όμως η μαργιόλα η Ρίτσα-"Κομμώσεις γυναικείες, ανδρικές, παιδικές, βαφές, πρόσθετα νύχια", καθισμένη σταυροπόδι, με το μίνι τζη να τση χει φτάξει στο βυζί και τα τακούνια τζη-στιλέτα να κοντεύουνε να βγάλουνε κιανένα αμάτι ετσά απού δίπλωνε κι ετέντωνε συνέχεια τση ποδάρες τση, και εντάκαρε να περιγράφει, η παθούσα, με ανατριχιαστικές λεφτομέρειες, τα κλαπέντα δαντελωτά στρινγκάκια τζη, μ' ένα μεγάλο κόκκινο φιογκάκι τση φωθιάς ομπρός κι ένα μικρότερο φιογκάκι στο σχοινάκι-λουρίδι αποπίσω, πως εστερεώθηκε εκειά φιογάκι δε γκατέχω, κι ήκανε πλήρη περιγραφή με τη γλυκιά, αργόσυρτη φωνή τζη, που ξεσηκώνει τσ' άντρες απού κάνουνε ουρά στο κομμωτήριο τζη, του κόπηκε το γέλιο του γραφιά αστυνόμου, εγίνηκε η μούρη ντου σαν ντη κόκκινη πιπεριά, άναψε, εκόρωσε, εφουντώσανε τα σπυριά ντου- κι αγλάκα πάλι στη ντουαλέτα, όπου αυτή τη βολά ήκαμε πιό πολύ ώρα και δεν ακουστήκανε χάχανα, μόνο το καζανάκι κι επόρισε αυτός λαντουρισμένος και ξαλαφρωμένος, να συνεχίσει να παίρνει καταθέσεις, απού κοντεύαμε μπλιό να νυχτωθούμε στο Τμήμα.
Και δεν εμπόριες να πας και για την ανάγκη σου γιατί δεν είχε πομείνει χαρτί στο καμπινέ μετά τη κατάθεση τση Ρίτσας. Ο Διοικητής, απού πήγαμε πιαμπρός στο γραφείο ντου, πού ναι πρώτος ξάδερφος τση παπαδιάς κι είπε πως θα κινητοποιήσει ούλο το Τμήμα στην αναζήτηση του δράστη- μας εξήγησε ότι πρόκειται ξεκάθαρα "περί αρρωστημένου ανδρός, ημεδαπού ή αλλοδαπού, που αναζητά άνομες απολαύσεις εις τα γυναικεία εσώρρουχα". Βέβαια δε ντου παμε, για να μη ντονέ μπερδέψομε, πως εκτός από τσοι βράκες, 12 τον αριθμό, τα τρία σουθιέ, τα δυό καλτσά και το ένα κομπινεζό, εκλάπηκε και η σωβρακοφανέλα του μπάρμπα Μανώλη του Μπετζούρη... -Επήρανε και το σώβρακο του Μπετζουρομανώλη; Πόση ανωμαλία πιά, στο μικρό χωριό μας! -Μωρέ η παπαδιά είναι διάολος και θα τονέ βρει αυτή το δράστη! -Πως θα τονέ βρει δηλαδή; Θα στέσει καραούλι, οληνύχτα, δίπλα στσοι απλώστρες; -Η παπαδιά κατάστρωσε σχέδιο και μασέ κάλεσε στην αίθουσα του Κατηχητικού και μας έδωσε οδηγίες, για την μυστική επιχείρηση, με το κωδικό όνομα "Μιχάλης Βιολάρης". -Ντα ήντα δουλειά έχει ο Βιολάρης; -Καημέχαρη Γαρουφαλιά, ήντα κατέχεις εσύ από μυστικές επιχειρήσεις και από μυστικούς κωδικούς που σκοπεύουν στην παραπλάνηση του εχθρού; Αυτός δεν ήτανε που ετραγούδηξε "την όμορφη σου βράκα που κάνει τρίκι-τράκα, και ποιός θα την απλώσει στον ήλιο να στεγνώσει"; Όλες θα απλώσομε, σύμφωνα με τσοι οδηγίες τση παπαδιάς, το βράδυ τση Κυριακής απού θα νέχει πανσέληνο, ότι έχομε σε βράκα, να δίνει στόχο.
Εσυφωνήσαμε ούλες-μόνο ο Μπετζουρομανώλης δεν εδέχτηκε να ξαναπλώσει σώβρακο γιατί τα χε, λέει, όλα κι όλα, δυό και του πόμεινε μόνο το ένα και το φορεί! © Δια-SOS-τε τη Μεσαρά
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους