[451 Logo]
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το Τελευταίο Κάδρο Ο Λιάκος κρατάει τη Μαρίνα απ’ τον ώμο. Όχι από τρυφερότητα. Από φόβο μη σωριαστεί. Το χέρι του είναι βαρύ, ροζιασμένο από την αξίνα και από τον πόνο. Πίσω τους, το χωριό στέκει...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το Τελευταίο Κάδρο Ο Λιάκος κρατάει τη Μαρίνα απ’ τον ώμο.

Όχι από τρυφερότητα.

Από φόβο μη σωριαστεί.

Το χέρι του είναι βαρύ, ροζιασμένο από την αξίνα και από τον πόνο.

Πίσω τους, το χωριό στέκει μισογκρεμισμένο.

Οι πέτρες των σπιτιών κρατάνε ακόμα τη ζεστασιά της φωτιάς που τα έκαψε, τρεις χειμώνες πριν.

Τότε που κατέβηκαν οι γερμανοι, και μετά οι άλλοι και στη μέση, αυτοί.

Μπροστά τους, ο σταυρός.

Ξύλινος, στραβός, καρφωμένος βιαστικά.

Δεν γράφει όνομα.

Τι να γράψεις; «Ο γιος μας, ο Νικολάκης, 4 χρονών». Πέθανε από πείνα τον Φλεβάρη του ’42. Η πλάκα δίπλα, μισοσπασμένη, ήταν για τον παππού.

Δεν πρόλαβαν να τη σκαλίσουν.

Τον θάψανε με τα χώματα στο στόμα.

Η γριά στο ρόδι είναι η μάνα του Λιάκου.

Γνέθει ακόμα.

Δεν ξέρει γιατί.

Το νήμα δεν θα γίνει προικιά.

Δεν θα γίνει τίποτα.

Τα κορίτσια του χωριού ή φύγαν στην πόλη υπηρέτριες, ή τις πήρε ο κάμπος.

Γνέθει γιατί τα χέρια της θυμούνται, ακόμα κι όταν το μυαλό θέλει να ξεχάσει.

Η φωτιά δίπλα της καπνίζει.

Ούτε για φαΐ, ούτε για ζεστασιά.

Καίει τα παλιά προικιά της Μαρίνας.

Να μην τα βρουν, να μην τα πάρουν, να μην ρωτήσουν.

Ο ουρανός είναι μαυρος σήμερα,τα σπίτια στην πλαγιά, άδεια κουφάρια.

Στις πεζούλες δεν φυτρώνει πια αμπέλι.

Μόνο αγριόχορτα και μνήμες.

Κάθε πέτρα εκεί πάνω έχει και έναν ψίθυρο. «Φύγετε». «Μείνετε». «Ποιος φταίει;» «Χαμογελάστε», είπε ο φωτογράφος.

Ήρθε από την Αθήνα για ένα περιοδικό για να αποτυπώσει τα απομεινάρια του πολέμου στην επαρχία Ο Λιάκος δεν ξέρει τι θα πει χαμόγελο.

Το ξέχασε το ’44. Η Μαρίνα κοιτάει τον φακό και βλέπει το κενό.

Πίσω απ’ το γυαλί, δεν είναι άνθρωπος.

Είναι ο χρόνος που σταμάτησε στο δικό τους σπίτι.

Σε μια βδομάδα θα φύγουν κι αυτοί.

Θα κλειδώσουν με ένα σκουριασμένο λουκέτο και θα πάρουν τον δρόμο για τη Θεσσαλονίκη.

Η γριά δεν θα έρθει. «Εγώ γεννήθηκα εδώ», θα πει. «Εδώ θα με φάνε τα χώματα». Και θα την φάνε.

Κανείς δεν θα δει τον σταυρό.

Κανείς δεν θα μετρήσει τα χαλάσματα.

Κανείς δεν θα ακούσει τη σιωπή ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα. Γιατί ο πόνος, όταν φωτογραφίζεται, γίνεται τέχνη. Και η τέχνη δεν πονάει. Μόνο οι άνθρωποι.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης
Update cookies preferences