Το Καράβι «ΕΛΛΑΣ» Πειραιάς, Άνοιξη 1963. Το καράβι στέκει σκουριασμένο και τεράστιο, σαν θηρίο που μασάει ανθρώπους. Πάνω στην πλώρη, τα γράμματα: ΕΛΛΑΣ. Ειρωνεία. Η Ελλάδα τους διώχνει με το ίδιο...
Το Καράβι «ΕΛΛΑΣ» Πειραιάς, Άνοιξη 1963. Το καράβι στέκει σκουριασμένο και τεράστιο, σαν θηρίο που μασάει ανθρώπους.
Πάνω στην πλώρη, τα γράμματα: ΕΛΛΑΣ. Ειρωνεία. Η Ελλάδα τους διώχνει με το ίδιο της το όνομα. Ο Στέλιος είναι γονατισμένος στις πλάκες του λιμανιού.
Το πανωφόρι του βρωμάει ψαρίλα και πετρέλαιο.
Είκοσι χρόνια ναυτικός, κι όμως τρέμει.
Γιατί αυτή τη φορά δεν μπαρκάρει αυτός.
Μπαρκάρουν οι δικοί του.
Κοιτάει τον γιο του, τον Μιχαλάκη.
Εφτά χρονών.
Κρατάει τη φούστα της μάνας του λες και είναι η άκρη της πατρίδας.
Τα μάτια του είναι στεγνά.
Δεν κατάλαβε ακόμα. «Θα γυρίσω γρήγορα, πατέρα», του είχε πει η Ευγενία χθες το βράδυ. Ψέμα.
Κανείς δεν γύριζε γρήγορα απ’ την Αυστραλία.
Κανείς δεν γύριζε κιόλας. Η Ευγενία φοράει τα μαύρα.
Όχι γιατί πενθεί.
Γιατί δεν είχε άλλα.
Το μαντήλι της μυρίζει ναφθαλίνη και δάκρυα που δεν έτρεξαν.
Στο χέρι της σφίγγει ένα χαρτί: συμβόλαιο για τα εργοστάσια της Μελβούρνης. «Ζήτηση για εργάτριες.
Στέγη και φαγητό εξασφαλισμένα». Το χωριό στη Χίο ρήμαξε.
Οι ελιές ξεράθηκαν απ’ την ανομβρία. Ο Στέλιος ήταν στη θάλασσα δέκα μήνες τον χρόνο.
Τα λεφτά δεν έφταναν ούτε για λάδι.
Ο αδερφός της έγραψε από την Αυστραλία: «Έλα.
Εδώ έχει δουλειά.
Θα σωθείτε». Δεν ήθελε να φύγει.
Μα το παιδί ζητούσε παπούτσια.
Και το βράδυ, όταν κοιμόταν, τα πλευρά του μετρούνταν.
Γύρω τους, το λιμάνι βουίζει.
Βαλίτσες δεμένες με σκοινί.
Μανάδες αγκαλιάζουν κόρες.
Χωροφύλακες κοιτάζουν τα χαρτιά.
Ένας γραμματέας φωνάζει ονόματα. «Παπαδοπούλου! Οικογένεια Μανιάτη!» Ο Στέλιος πιάνει το πρόσωπο του Μιχαλάκη.
Τα χέρια του είναι ρόζοι και σχισμές από τα σκοινιά. «Άκου, ναύτη», του λέει. «Εσύ είσαι ο άντρας τώρα.
Θα προσέχεις τη μάνα». Το παιδί γνέφει.
Δεν μιλάει.
Μόνο σφίγγει πιο πολύ τη φούστα. Η Ευγενία λυγίζει.
Μια στιγμή μόνο.
Μετά ισιώνει την πλάτη. «Στέλιο, αν δεν μας στείλεις χαρτιά σε έξι μήνες, να ξέρεις πως χαθήκαμε». Δεν το λέει από φόβο.
Το λέει από γνώση.
Το λιμάνι έχει φάει πολλούς.
Τον φιλάει στο μέτωπο.
Μυρίζει αλάτι και τσιγάρο. «Να προσέχεις.
Να μην πίνεις». Ξέρει πως θα πιει.
Η σειρήνα του «ΕΛΛΑΣ» ουρλιάζει.
Τρεις φορές.
Τελευταία κλήση. Η Ευγενία τραβάει τον Μιχαλάκη.
Το παιδί γυρνάει και κοιτάει τον πατέρα.
Τώρα κατάλαβε.
Αρχίζει να κλαίει.
Όχι με λυγμούς.
Με εκείνο το βουβό κλάμα που σου σκίζει τα σωθικά. Ο Στέλιος μένει γονατιστός.
Δεν σηκώνεται.
Αν σηκωθεί, θα τρέξει πίσω τους.
Αν τρέξει, θα τους κρατήσει.
Αν τους κρατήσει, θα πεινάσουν.
Τους βλέπει να χάνονται στη σκάλα του καραβιού.
Η μαύρη της φούστα, το ριγέ του πουλοβεράκι.
Μια τελευταία ματιά της Ευγενίας.
Δεν κουνάει το χέρι. Οι Έλληνες δεν αποχαιρετούν.
Φοβούνται το κακό μάτι.
Το «ΕΛΛΑΣ» λύνει.
Το λιμάνι αδειάζει.
Μένουν οι βαλίτσες που δεν πρόλαβαν.
Ένα κασκόλ πεσμένο.
Κι ο Στέλιος γονατιστός στις πλάκες, να κοιτάει τη σκουριασμένη πλάτη του καραβιού να γίνεται μια τελεία στον ορίζοντα. Σηκώνεται.
Τα γόνατα του τρίζουν.
Πάει στο καφενείο.
Παραγγέλνει ένα ούζο.
Το πίνει μονορούφι.
Από αύριο, θα μπαρκάρει ξανά.
Γιατί τώρα έχει δύο στόματα να θρέψει στην άλλη άκρη της γης.
Και γιατί το σπίτι στη Χίο είναι άδειο.
Και οι άδειοι άνθρωποι δεν αντέχουν τη στεριά.
Στην τσέπη του έχει μια φωτογραφία.
Την τράβηξε ένας τουρίστας πριν λίγο. «Για να θυμάστε», του είπε.
Θα θυμάται.
Όπως θυμούνται όλοι στο λιμάνι.
Γιατί ο Πειραιάς δεν είναι λιμάνι.
Είναι πληγή που δεν κλείνει. Και το «ΕΛΛΑΣ» δεν είναι καράβι. Είναι η Ελλάδα που τρώει τα παιδιά της.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους